Home Blog

Another try with the Ministry of Energy, Commerce, Industry and Tourism

313
Cyprus CCPS Consumer protection service

Vassilis Sergiou
Commerce and Industry Officer
Ministry of Energy, Commerce,
Industry and Tourism
6, Andreas Araouzos street,
CY-1421, Nicosia,
Cyprus
Tel: +357 22867191 Fax: +357 22375120
vsergiou@mcit.gov.cy

16th April 2015

RE: The double selling of our house

Dear Ms Sergiou,
Thank you for your recent correspondence where you expressed willingness to reopen an investigation into our complaint. We have copied this letter to your counterpart agencies in the UK and will write to them directly in the hope that you can work together collectively towards a resolution for our case and better protection for others.

Kindly note, that since submitting our complaint in June 2011, we have moved address and it took a while for your letter to reach us.

Since 2011 we’ve proceeded with court action, we are awaiting an appeal and your assistance is still desperately required. So far, we have found no solace in the legal system, the courts have been viciously uneven, the property developer remains unpunished and continues to advertise the same false claims today.

Dangerously, one of our cases outlined below, made precedent at the Supreme Court and has now exposed consumers to a high risk that is unique to Cyprus and which needs addressing. In brief, a contract deposited at the Land Registry, no longer means you are the beneficial owner of that property. It is no longer a criminal offence for the developer to sell that same property over and over again. This is now a civil issue and the buyer must first prove to the civil courts any claim over the property. This, as our plight shows, will take over a decade to resolve and all that time with the buyers funds in the developers bank account.

Following the format of your attached complaint form.
A. Consumer Information
Mr Cornelius O’Dwyer
[home address]

Β. Company or Trader Information against whom the complaint is lodged
Christoforos Karayiannas & Son Ltd
Karayiannas Shopping Center
1st Floor, Office No.1
152 Griva Digeni
5281 Paralimni-Cyprus
Telephone: +357 23743553
Fax: +357 23730793
Email : info@karayiannas.com.cy

C. Description of the complaint
(Please write a clear description of the complaint. Attach additional pages, if necessary)

We bought a house from the above company to be built with a delivery date of July 2006. We deposited our sales contract in the Land Registry for specific performance. The company unlawfully disregarded that contract and kept all our money. The company immediately sold the same house at a higher price to another family without informing them of our existence.

False Advertising

When buying property in Cyprus, we, like everyone else, believed that the deposit of our contract in the Land Registry secured our rights and protected our interests. This is still the message from every estate agent, lawyer and developer in the industry. Here are some examples specific to our case:-
From Christoforos Karayiannas and Son Ltd’s own promotional material

“From the minute your contract of sale is registered at the land registry department the property is officially yours and you can sell your property the next minute.”

From the brochure of the Pittadjis Law Firm of Paralimni. The lawyers involved in selling our house to another without our knowledge

“By having the purchase contract deposited at the L.R.O. The buyer not only secures his interest in the property but he also prevents the owner of land/vendor from transferring the property to a third party without his knowledge”

Dangerously, this rhetoric also comes from the highest levels of government. Mr Neoclis Sylikiotis,Minister of the Interior stated in July 2009.

“It must also become clear that the ownership status of a buyer-owner of immovable property in Cyprus is definitely secured and cannot be challenged, as long as the buyer owner has submitted the buying-contract to the Department of Lands and Surveys”

Had we known that our developer can sell our house to another and keep our money despite our contract in the Land Registry, then we would never have bought in Cyprus.

Chr. Karayiannas & Son Developers v. Υπουργείο Οικονομικών Φ.Π.Α: Case 1407/11

3
Christoforos Karayiannas Liopetri and Marios Karayiannas Freneros

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Υπóθεση Αρ. 1407/2011)

20 Μαρτίου, 2015

[ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ/στής]

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

CHR. KARAYIANNAS & SONS DEVELOPERS  LTD
KARAYIANNAS SHOPPING PLAZA,

Αιτητές, 

ν.

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ/Ή ΤΜΗΜΑΤΟΣ
ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΚΑΙ/΄Η ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΕΦΟΡΟΥ
ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ,

 

Καθ’ων η αίτηση. 

Α. Κλαίδη (κα), για τους Αιτητές.
Ε. Καρακάννα (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ’ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Οι αιτητές, ως επιχειρηματίες ανάπτυξης γης, δραστηριοποιούνται σε ιδιόκτητα τεμάχια ή σ’ άλλα που αποτελούν αντικείμενο αγοράς από τρίτα πρόσωπα, με τη μέθοδο της αντιπαροχής.

Σε διενεργηθέντα έλεγχο από Λειτουργούς του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, στα γραφεία των αιτητών, που διεξήχθη από το Σεπτέμβριο του 2010 μέχρι τον Οκτώβριο του 2011 και εξετάστηκαν οι φορολογικές περίοδοι από την 1η Μαΐου 2006 μέχρι 30 Νοεμβρίου 2010, διαπιστώθηκε ότι, οι αιτητές δεν απέδωσαν ΦΠΑ (Φόρο Εκροών) για συναλλαγές που αφορούσαν πωλήσεις κατοικιών και διαμερισμάτων, όπως επίσης και εργολαβικές εργασίες ανέγερσης κατοικιών.

Ταυτοχρόνως διαπιστώθηκε ότι οι αιτητές είχαν διεκδικήσει, λανθασμένα, φόρο εισροών.

Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι: 

Α. Παράλειψη απόδοσης φόρου εκροών.

  1. Για την κατοικία Α34, στο συγκρότημα ANDRIANI, ο τρόπος αποπληρωμής του τιμήματος ήταν, η καταβολή χρηματικού ποσού και ανταλλαγή ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι αιτητές είχαν καταβάλει φόρο εκροών, μόνο για τη χρηματική αντιπαροχή χωρίς ν’ αποδώσουν φόρο εκροών για την ανταλλαγή της ακίνητης ιδιοκτησίας. Το ύψος του φόρου εκροών ανήρχετο σε €22.286,09.
  1. Η κατοικία αρ. 2 στο συγκρότημα AMASIS, πωλήθηκε στα πλαίσια διακανονισμού με άλλη εταιρεία. Τέθηκε στη διάθεση του τελικού ιδιοκτήτη τον Ιούλιο του 2010 και δεν καταβλήθηκε από τους αιτητές ο φόρος εκροών για ολόκληρο το ποσό.
  1. Οι αιτητές παρέλειψαν να αποδώσουν φόρο εκροών, για το υπόλοιπο ποσό 20 κατοικιών τις οποίες παρέδωσαν πριν την τελική εξόφληση. Κρίθηκε δε από τους καθ’ων η αίτηση ως ημερομηνία παράδοσης, η ημερομηνία της πρώτης κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος.
  1. Οι αιτητές παρέλειψαν να αποδώσουν φόρο εκροών για το κόστος ανέγερσης κατοικίας στο συγκρότημα BANA.
  1. Οι αιτητές, σύμφωνα με τις πρόνοιες συμφωνίας αντιπαροχής θα παραχωρούσαν 20 κατοικίες στους ιδιοκτήτες της γης. Οι έξι από αυτές είχαν ολοκληρωθεί, 11 ήταν ημιτελείς και τρεις δεν είχαν κατασκευαστεί. Οι καθ’ων η αίτηση έκριναν ότι, η αξία της αντιπαροχής ήταν ίση με την αξία του ήδη μεταβιβασθέντος, από τους ιδιοκτήτες γης προς τους αιτητές, μεριδίου, καθορίζοντας ως φορολογικό σημείο την ημερομηνία μεταβίβασης του εν λόγω μεριδίου στους αιτητές, οι οποίοι παρέλειψαν να αποδώσουν τον φόρο εκροών που αντιστοιχούσε στην εν λόγω αντιπαροχή.
  1. Οι αιτητές παρέλειψαν να αποδώσουν φόρο εκροών για την πώληση του διαμερίσματος D21 στο συγκρότημα KING EVAGORAS στο Παραλίμνι.
  1. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας για ανέγερση του συγκροτήματος GEORGIA στη Λευκωσία, θα παραχωρούνταν τέσσερα διαμερίσματα στους ιδιοκτήτες της γης. Οι καθ’ων η αίτηση, έκριναν, ότι, ενόψει του γεγονότος της υπό εξέλιξη ανέγερσης του συγκροτήματος, η αξία της αντιπαροχής ήταν ίση με την αξία της γης που μεταβιβάστηκε στους αιτητές και ως φορολογικό σημείο κρίθηκε η ημερομηνία μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο. Υπολογίστηκε ο φόρος εκροών, που αντιστοιχούσε στην πιο πάνω αντιπαροχή, τον οποίο οι αιτητές παρέλειψαν να αποδώσουν.
  1. Οι αιτητές δεν απέδωσαν φόρο εκροών αναφορικά με το συγκρότημα SALAMINA στο Φρέναρος στο οποίο έγινε ανταλλαγή τεμαχίου.

Β. Εσφαλμένη διεκδίκηση φόρου εισροών.

  1. Οι αιτητές εσφαλμένα διεκδίκησαν φόρο εισροών για τιμολόγια για τα οποία δεν παραχωρείτο δικαίωμα έκπτωσης φόρου.
  1. Διεκδίκησαν φόρο εισροών, για το συγκρότημα KING EVAGORAS, το συγκρότημα KING MENELAOS και AMASIS για τα οποία υπήρχε εξαιρούμενη ανάπτυξη προς την οποία δεν παραχωρείται δικαίωμα έκπτωσης φόρου.

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω διαπιστώσεις, κρίθηκε από τον Έφορο ΦΠΑ ότι, οι φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν από τους  αιτητές για την περίοδο 1η Μαΐου 2006 μέχρι 30 Νοεμβρίου 2010 ήταν ελλιπείς και/ή περιείχαν σφάλματα. Ενόψει τούτου, προχώρησε σε βεβαίωση φόρου με βάση το άρθρο 49 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000. Οι αιτητές ενημερώθηκαν για το θέμα αυτό με επιστολή ημερ. 10 Οκτωβρίου 2011, στην οποία περιέχετο και η βεβαίωση φόρου ύψους €558.013,31.

Οι αιτητές πρόβαλαν ότι η εν λόγω βεβαίωση φόρου ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένης εφαρμογής του Νόμου και ελλιπούς έρευνας λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καθ’ων η αίτηση παραγνώρισαν ουσιώδη στοιχεία που τους είχαν υποβληθεί.

Κατοικία αρ. 34 στο συγκρότημα ANDRIANI

Αναφορικά με την εν λόγω κατοικία, οι αιτητές εισηγήθηκαν ότι οι καθ΄ων η αίτηση εσφαλμένα δεν έλαβαν υπόψη τους ότι, το ποσό της πώλησης συμπεριλάμβανε και ΦΠΑ. Αντιθέτως, οι καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι κατά τον υπολογισμό του φόρου εκροών είχαν λάβει υπόψη τους ότι στο ποσό της αντιπαροχής συμπεριλαμβανόταν και ΦΠΑ και γι’ αυτό είχαν προβεί στον υπολογισμό με εσωτερική υφαίρεση, πράξη με την οποία υπολογίζεται ο ΦΠΑ που περιλαμβάνεται στην αντιπαροχή για την απόκτηση ενός αγαθού ή περιουσίας που επιβαρύνθηκε με ΦΠΑ.

Το τίμημα πώλησης ήταν €281.919,00. Ο τρόπος αποπληρωμής είχε προσδιοριστεί ως ακολούθως: Καταβολή χρηματικού ποσού €111.059 και το υπόλοιπο του τιμήματος συμφωνήθηκε όπως αποτελέσει το αντικείμενο ανταλλαγής ακίνητης ιδιοκτησίας ύψους €170.860. Ο φόρος εκροών που οφείλετο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των καθ’ων η αίτηση ήταν €22.296,09 (€170.860 Χ 15/115).

Σε συνάρτηση με τον προβληθέντα ισχυρισμό της αιτήτριας ότι οι καθ’ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη ότι το ποσό της πώλησης περιλάμβανε και ΦΠΑ, κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Στην επιστολή ημερ. 10 Οκτωβρίου 2011 γίνεται αναφορά στο ποσό των €281.919 και για το ΦΠΑ. Με αυτό το δεδομένο οι καθ’ων η αίτηση είχαν προβεί στη συγκεκριμένη πράξη υπολογισμού του φόρου εκροών.

Δεδομένης της φύσης του ΦΠΑ ως αυτοβεβαιούμενου φόρου, η βεβαίωση και πληρωμή του, αποτελεί ευθύνη του επιχειρηματία. (Δημοκρατία ν. Tyrimos Tavern Restaurant Ltd (2000) 3 Α.Α.Δ. 679).

Σύμφωνα με το άρθρο 49(1) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (95(Ι)/2000) (ο “Νόμος”). 

̎49.—(1) Όταν οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείψει να υποβάλει οποιεσδήποτε φορολογικές δηλώσεις που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος Νόμου (ή δυνάμει οποιασδήποτε διάταξης που καταργήθηκε με τον παρόντα Νόμο) ή να τηρήσει οποιαδήποτε έγγραφα και να παράσχει τις διευκολύνσεις τις απαραίτητες για να επαληθευτούν τέτοιες δηλώσεις ή όταν ο Έφορος κρίνει ότι τέτοιες δηλώσεις είναι ελλιπείς ή ανακριβείς, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει κατά την καλύτερη κρίση του το ποσό του Φ.Π.Α. που είναι οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και να γνωστοποιήσει το ποσό στο πρόσωπο αυτό.”

Διαπιστωθέντων λαθών στις φορολογικές δηλώσεις ο Έφορος έχει υποχρέωση να προβεί καλόπιστα, και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, στη βεβαίωση φόρου.

Το κατά πόσο, ο Έφορος ΦΠΑ, χρησιμοποίησε, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του, είναι ζήτημα πραγματικό που εξετάζεται στα πλαίσια της συγκεκριμένης φορολογικής διαφοράς. Η επί τούτου σχετική απόφαση δεν ανατρέπεται αν, μέσα στα πλαίσια του Νόμου, ήταν ευλόγως επιτρεπτή.

Το πιο κάτω απόσπασμα από την Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 21, είναι σχετικό:

“Ο μόνος περιορισμός που τίθεται στον Έφορο είναι να προβεί στην πράξη υπολογισμού του οφειλόμενου φόρου χρησιμοποιώντας “κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του”. Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στον Έφορο να επιλέξει τη μέθοδο υπολογισμού του φόρου με βάση βέβαια τα στοιχεία τα οποία έχει ενώπιόν του. 

Καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του όρου “κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του” μπορούμε να αντλήσουμε από την αγγλική νομολογία επί του θέματος και ειδικότερα από τις αυθεντίες:Van Boeckel (πιο πάνω) και Argosy v. Inland Revenue Commissioner [1971] 1 W.L.R. 514. 

Σύμφωνα με την Van Boeckel “αυτό που προϋποθέτουν οι λέξεις της διάταξης είναι ότι ο Έφορος θα εξετάσει δίκαια όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιόν του και να καταλήξει σε απόφαση η οποία είναι εύλογη και όχι αυθαίρετη ως προς το ποσό του οφειλόμενου φόρου. Από τη στιγμή που υπάρχει κάποιο υλικό που ο Έφορος μπορεί εύλογα να ενεργήσει δεν απαιτείται από αυτόν να προβεί σε διεξαγωγή έρευνας η οποία μπορεί να έχει ή να μην έχει σαν αποτέλεσμα την προσαγωγή περαιτέρω υλικού ενώπιόν του.”.

Η παρεχόμενη εξουσία προς τον Έφορο, αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού του φόρου, είναι ευρεία. Στην Υπ. Αρ. 303/2003, Vasilis Christodoulou Snacks Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ.                  7 Ιουνίου 2004, αναφέρεται:

“Σε τέτοιου είδους υποθέσεις, αναγνωρίζεται στον Έφορο ευχέρεια επιλογής της μεθόδου υπολογισμού με βάση τα στοιχεία που έχει ενώπιον του. Αν με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του ο Έφορος εύλογα μπορεί να ενεργήσει, δεν απαιτείται να προβεί στη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας. Ακολουθείται διαδικασία πιθανολόγησης σε σχέση με το ποσό της υποχρέωσης. Οι πιο πάνω αρχές πηγάζουν τόσο από την αγγλική νομολογία όσο και από δικές μας αποφάσεις. (Θεοδοσίου ν. Δημοκρατίας, υποθ. αρ. 75/94 ημερ. 13.6.96, Argosy v. Inland Revenue Commissioner(1971) 1 W.L.R. 514.” 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων προβλήθηκε από τους αιτητές            ότι, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το ακίνητο παρέμεινε εγγεγραμμένο στο όνομα της ιδιοκτήτριας της γης, δεν θα μπορούσε να επιβληθεί ΦΠΑ. Οι καθ’ων η αίτηση έλαβαν ως φορολογικό σημείο για σκοπούς ΦΠΑ, “την ημερομηνία κατά την οποία η εν λόγω κατοικία περιήλθε στην κατοχή του ιδιοκτήτη της αφού υπήρχε ουσιαστική κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος με βάση τις πληροφορίες που λήφθηκαν από ΑΗΚ”. 

Η διαφορά μεταξύ των αιτητών και των καθ’ων η αίτηση έγκειται ουσιαστικώς, στο χρόνο παράδοσης της κατοικίας, για φορολογικούς σκοπούς.

Τα άρθρα 5(1) και 7(1) του Νόμου, καθορίζουν πότε επιβάλλεται ΦΠΑ σε παράδοση αγαθών ή παροχής υπηρεσιών.

Το άρθρο 5(1) προβλέπει ότι: 

“1) Φόρος προστιθέμενης αξίας επιβάλλεται, σύμφωνα με τις

διατάξεις του παρόντος Νόμου— 

(α) Επί της παράδοσης αγαθών και της παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Δημοκρατίας (συμπεριλαμβανομένου οτιδήποτε θεωρείται ως τέτοια συναλλαγή)·”

και

Το άρθρο 7(1) αναφέρει ότι: 

“Φ.Π.Α. επιβάλλεται επί οποιασδήποτε παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της Δημοκρατίας, όταν είναι φορολογητέα συναλλαγή που πραγματοποιείται από υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο μέσα στα πλαίσια ή για προώθηση οποιασδήποτε επιχείρησης που ασκεί.”

Το τι αποτελεί “παράδοση” προσδιορίζεται στο άρθρο 3 του Δευτέρου Παραρτήματος το οποίο αναφέρει ότι:

“Αποτελούν παράδοση αγαθών— 

(α) Η μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας·

(β) η μεταβίβαση εξ αδιαιρέτου ιδανικής μερίδας επί ακίνητης ιδιοκτησίας·

(γ) η μεταβίβαση της κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας—

(i) δυνάμει σύμβασης ή συμφωνίας πώλησής της, ή

(ii) δυνάμει συμφωνίας που ρητά προβλέπει ότι θα μεταβιβαστεί και η ακίνητη ιδιοκτησία σε κάποιο χρόνο στο μέλλον.” 

Αναφορικά με το χρόνο παράδοσης και πότε θεωρείται ότι γίνεται, σχετικό είναι το άρθρο 9 του Νόμου, που προβλέπει:

9.—(1) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 13Β και 13Γ για να καθορίζεται ο χρόνος που μια παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα για τους σκοπούς επιβολής του Φ.Π.Α.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (4) μέχρι (14) πιο κάτω, μια παράδοση αγαθών θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα—

………

(β) αν τα αγαθά δεν πρόκειται να μεταφερθούν, κατά το χρόνο που τίθενται στη διάθεση του προσώπου προς το οποίο παραδίδονται.” 

Η συμφωνία μεταξύ αιτητών και ιδιοκτήτριας της γης, πρόβλεπε για ανταλλαγή της γης με την οικία. Η μεταβίβαση θα λάμβανε χώρα σε μεταγενέστερο στάδιο. Το γεγονός ότι το κτήμα παρέμενε επ’ ονόματι της ιδιοκτήτριας, τούτο δεν εξυπακούει ότι η κατοικία δεν παραδόθηκε στους αιτητές.

Σε έρευνα στην οποία προέβηκαν οι καθ’ων η αίτηση διαπιστώθηκε ότι, ουσιαστική κατανάλωση ρεύματος έγινε και ορθώς κρίθηκε ότι η εν λόγω κατοικία περιήλθε στην κατοχή του αγοραστή της, συνεπώς  υπήρξε παράδοση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Τούτου δοθέντος, ορθώς κρίθηκε ότι η ημερομηνία έναρξης της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ως η ημερομηνία καθορισμού της επιβολής φόρου εκροών.

Κατοικία αρ. 2 στο συγκρότημα AMASIS

Αναφορικά με την εν λόγω κατοικία και τα οφειλόμενα υπόλοιπα από την πώληση 20 κατοικιών, οι αιτητές επανέλαβαν και πάλι τον ισχυρισμό ότι οι καθ’ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη ότι στο οφειλόμενο ποσό συμπεριλήφθηκε ΦΠΑ. Ο υπολογισμός του φόρου εκροών, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, έγινε με εσωτερική υφαίρεση, χρησιμοποιώντας το συντελεστή 115%. Από αυτό συνεπάγεται ότι           οι καθ’ων η αίτηση χρησιμοποίησαν τη μέθοδο υπολογισμού στηριζόμενοι στη βάση του ότι, το οφειλόμενο ποσό συμπεριλάμβανε ΦΠΑ. Τέτοιος υπολογισμός βρίσκεται εντός του πλαισίου της διακριτικής ευχέρειας του Εφόρου.

Περαιτέρω, για τις 20 κατοικίες, προβλήθηκε ότι οι καθ’ων η αίτηση, εσφαλμένα θεώρησαν ότι υπήρχε παράδοση, στηριζόμενοι σε στοιχεία της ΑΗΚ, λόγω κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος. Στην απαντητική τους αγόρευση, οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι, τα πιο πάνω στοιχεία αφορούσαν κατοικίες άλλες από τις επίδικες και επισύναψαν προς τούτο στοιχεία από την ΑΗΚ.

Κατ’ αρχήν πρέπει να σημειώσω ότι, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, δεν είναι επιτρεπτό να προσάγεται μαρτυρία. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, τα επισυναφθέντα έγγραφα δεν αποδεικνύουν τα όσα πρόβαλαν οι αιτητές, καθότι δεν καταδεικνύεται ότι πρόκειται για άλλες κατοικίες. Στο διοικητικό φάκελο (τεκμήριο 1) υπάρχουν τα παραρτήματα 15-19 στα οποία αναφέρονται οι 20 κατοικίες που λήφθηκαν υπόψη και η έρευνα που διεξήγαγαν οι καθ’ων η αίτηση.

Δοθέντος ότι, υπήρχε παράδοση, όπως έχω αναλύσει πιο πάνω, η επιβολή του φόρου ήταν εντός του πλαισίου του Νόμου.

Κατοικία στο συγκρότημα ΒΑΝΑ

Με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας αντιπαροχής των ιδιοκτητών με τους ιδιοκτήτες γης, παραχωρήθηκαν δύο κατοικίες και οι αιτητές ανέλαβαν να ανεγείρουν μια κατοικία σε τεμάχιο των ιδιοκτητών στο συγκρότημα ΒΑΝΑ. Οι ιδιοκτήτες είχαν παραχωρήσει τη γη, για ανέγερση του συγκροτήματος STONE MEADOWS. Οι καθ’ων η αίτηση προέβηκαν σε υπολογισμό των υπηρεσιών ανέγερσης και του αντίστοιχου φόρου εκροών. Ο Έφορος υπολογίζει το φόρο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, χρησιμοποιώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του και δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε το οποίο να δεικνύει ότι ο εν λόγω υπολογισμός δεν ήταν εύλογος. Σημειώνω περαιτέρω ότι, δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός αναφορικά με τη συναλλαγή αυτή. 

Συγκρότημα ANDRIANI (BLOCK I&II)

Προβλήθηκε από τους αιτητές ότι εσφαλμένα επιβλήθηκε φόρος εκροών για 20 κατοικίες στο πιο πάνω συγκρότημα, έχοντας υπόψη ότι οι κατοικίες αυτές θα παραχωρούντο στους ιδιοκτήτες δυνάμει συμφωνίας αντιπαροχής. Όπως αναφέρθηκε στις διευκρινίσεις ο αριθμός των κατοικιών ήταν 17 και όχι 20. Σύμφωνα με το παράρτημα 19γ, όντως, υπάρχει κάποια διαφορά, ως προς τέσσερις κατοικίες (αρ. 2,3,4,5) οι οποίες είχαν συμφωνηθεί να δοθούν και στους δυο ιδιοκτήτες της γης. Αυτό, όμως, δεν θεωρώ ότι επηρεάζει την αξία της αντιπαροχής, εφόσον αυτή υπολογίστηκε με βάση την αξία του μεριδίου που δόθηκε ως αντιπαροχή.

Οι καθ’ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι είχαν ολοκληρωθεί έξι κατοικίες, 22 ήταν ημιτελείς και τρεις δεν είχαν εκτελεστεί. Κρίθηκε, από πλευράς Εφόρου, ότι, η αξία της αντιπαροχής ήταν ίση με την αξία της γης που μεταβιβάστηκε προς τους αιτητές από τους αρχικούς ιδιοκτήτες. Τούτο έγινε με βάση τη δηλωθείσα αξία στο Κτηματολόγιο. Ως φορολογικό σημείο καθορίστηκε η ημερομηνία μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο.

Το άρθρο 14(3) του Νόμου προβλέπει ότι:

Αν η συναλλαγή πραγματοποιείται έναντι αντιπαροχής μη χρηματικής ή μη εξ ολοκλήρου χρηματικής, η αξία της λαμβάνεται ότι είναι τόσο χρηματικό ποσό όσο, με την πρόσθεση του επιβλητέου Φ.Π.Α., είναι αντίστοιχο προς την αντιπαροχή. 

Οι καθ’ων η αίτηση στη βάση της Ερμηνευτικής εγκυκλίου 105 θεώρησαν ότι η αξία της αντιπαροχής ήταν ίση με την αξία του μεριδίου της γης που τους μεταβιβάστηκε. Η πιο πάνω προσέγγιση ήταν εύλογη και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης.

Αναφορικά με το χρόνο παροχής των υπηρεσιών, το άρθρο 9(4) του Νόμου προβλέπει ότι αν η πληρωμή έγινε, πριν την παράδοση των αγαθών, τότε η παροχή θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα κατά το χρόνο που λαμβάνεται η πληρωμή. Στην υπό κρίση περίπτωση η πληρωμή ήταν υπό μορφή μεταβίβασης της γης. Συνεπώς ορθά θεωρήθηκε ως φορολογητέο σημείο ο χρόνος μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας.

Τα όσα αναφέρει η αιτήτρια, περί εξαιρούμενης συναλλαγής, δεν τυγχάνουν εφαρμογής μετά την τροποποίηση του Νόμου το 2004. Ο φόρος που είχε επιβληθεί δεν αφορούσε την παράδοση της γης, η οποία είναι εξαιρούμενη συναλλαγή, αλλά την παροχή υπηρεσιών ανέγερσης των κατοικιών. Ούτε και τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια αναφορικά με τα έγγραφα αρ 335-339 του παραρτήματος 2                          (συμφωνίες πώλησης), έχουν σχέση με την επιβολή του φόρου, καθότι τούτα δεν λήφθηκαν υπόψη από τους καθ’ων η αίτηση

Διαμέρισμα D21, συγκρότημα KING EVAGORAS

Επιβλήθηκε από τους καθ’ων η αίτηση φόρος εκροών για την πώληση του πιο πάνω διαμερίσματος. Η τιμή πωλήσεως ήταν €126.500 και ο φόρος εκροών ήταν €16.500. Από το εν λόγω ποσό αφαιρέθηκε το ποσό των €2.608,70, το οποίο πληρώθηκε μεταγενέστερα από τον ιδιοκτήτη της κατοικίας. Παρόλο που οι αιτητές δεν προβάλλουν οτιδήποτε συγκεκριμένο, για την εν λόγω επιβολή, θεωρώ ότι ο Έφορος, εφαρμόζοντας ορθά, τις πρόνοιες του Νόμου προέβηκε στο σχετικό υπολογισμό με βάση τα στοιχεία που είχε.

Διαμερίσματα στο συγκρότημα GEORGIA

Οι καθ’ων η αίτηση επέβαλαν φόρο εκροών για την ανέγερση τεσσάρων διαμερισμάτων στο πιο πάνω συγκρότημα. Τα εν λόγω διαμερίσματα είχαν παραχωρηθεί δυνάμει συμφωνίας αντιπαροχής. Η αξία της αντιπαροχής κρίθηκε ότι, ήταν ίση με την αξία της γης που μεταβιβάστηκε από τον ιδιοκτήτη της γης προς τους αιτητές. Καθορίστηκε, επίσης, ως η ημερομηνία μεταβίβασης, για σκοπούς φορολογίας. Σε σχέση με την αξία της αντιπαροχής και τον χρόνο υπολογισμού της, επαναλαμβάνω και υιοθετώ όσα ανέφερα πιο πάνω.

Οι αιτητές εισηγήθηκαν ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα έξοδα μελέτης για τα αρχιτεκτονικά σχέδια, καθώς και άλλες δαπάνες για την ανέγερση των εν λόγω διαμερισμάτων. Οι όποιες δαπάνες έγιναν δεν αποτελούν μέρος της αντιπαροχής και δεν υπολογίζονται. Αυτό αποτελεί θέμα έκπτωσης φόρου. Οι αιτητές είχαν δικαίωμα να υποβάλουν αίτημα, προσκομίζοντας τα απαραίτητα στοιχεία, για διεκδίκηση έκπτωσης.

Κατοικία αρ. 13, συγκρότημα SALAMINA

Επιβλήθηκε επίσης φόρος αναφορικά με την ανταλλαγή της πιο πάνω κατοικίας. “Ανταλλαγή” – “exchange” είναι η αμοιβαία μεταβίβαση ιδιοκτησίας.

Στη βάση των στοιχείων που συνέλεξαν οι καθ’ων η αίτηση από το Κτηματολόγιο διαπιστώθηκε ότι έγινε ανταλλαγή γης για το ποσό των €310.000 και αφορούσε την πιο πάνω κατοικία. Οι αιτητές επαναλαμβάνουν και εδώ ότι, οι καθ’ων η αίτηση δεν υπολόγισαν την έκπτωση φόρου εισροών επί των τιμολογίων αναφορικά με τις αρχιτεκτονικές υπηρεσίες. Όπως ανέφερα πιο πάνω η έκπτωση φόρου δεν υπολογίζεται στην κάθε συναλλαγή.

Φόρος εισροών.

Οι καθ’ων η αίτηση, κατά το διενεργηθέντα έλεγχο, διαπίστωσαν ότι οι αιτητές εσφαλμένα διεκδίκησαν δικαίωμα έκπτωσης φόρου σε σχέση με δυο τιμολόγια. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε στοιχείο το οποίο να αποδεικνύει ότι η πιο πάνω διαπίστωση ήταν εσφαλμένη.

Επίσης διαπιστώθηκε ότι είχε διεκδικηθεί φόρος εισροών σε σχέση με την αγορά κλιματιστικών για καταστήματα που ενοικιάζοντο. Τέλος, οι καθ’ων η αίτηση κατά τον έλεγχο τους διαπίστωσαν ότι οι αιτητές είχαν διεκδικήσει φόρο εισροών για την ανέγερση του συγκροτήματος KING EVAGORAS, KING MENELAOS και ΑMASIS, ενώ μέρος των διαμερισμάτων είχαν ενοικιαστεί.

Το άρθρο 21 του Nόμου προνοεί ότι, πρόσωπα υποκείμενα σε ΦΠΑ δικαιούνται να εκπέσουν το ποσό του φόρου εισροών από φορολογητέες συναλλαγές. Το άρθρο 7(2) του Νόμουπροκαθορίζει ως φορολογητέα συναλλαγή, κάθε παράδοση αγαθών ή υπηρεσιών, η οποία δεν είναι εξαιρούμενη συναλλαγή.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Όγδοου Παραρτήματος η μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας αποτελεί εξαιρούμενη συναλλαγή.

Συνεπώς, οι καθ’ων η αίτηση ορθώς δεν αποδέχτηκαν τη διεκδίκηση του φόρου εισροών που υποβλήθηκε από τους αιτητές εφόσον αυτή αφορούσε εξαιρούμενη συναλλαγή. (Υπ. Αρ. 218/2008,Jacomino Enterprises Ltd ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5 Μαρτίου 2010).

Στην περίπτωση διεκδίκησης έκπτωσης φόρου οι διατάξεις του Νόμου ερμηνεύονται στενά.

Στην Υπ. Αρ. 50/2008, St. George Hotel Enterprises Ltd ν. Δημοκρατίας, ημερ. 29 Μαρτίου 2010 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω με τα οποία συμφωνώ:

“Η επίκληση από την αιτήτρια νομολογίας που αναφέρει ότι οι φορολογικοί νόμοι όταν επιβάλλουν φόρο πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και σε περίπτωση αμφιβολίας αυτή αποφασίζεται υπέρ του πολίτη, είναι ορθή. Όμως εκεί που ο φορολογούμενος ζητά έκπτωση και/ή απαλλαγή φόρου, τότε οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες ερμηνεύονται αυστηρά εναντίον του φορολογούμενου (βλ. μεταξύ άλλων Μάτσης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 404, 408 με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία). Παρατίθεται εκεί και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Μ.Δ. Στασινόπουλος «Μαθήματα Διοικητικού Διοικητικού Δικαίου» 3η έκδοση, 1966, σελ. 246: 

«Στενή ερμηνεία επιβάλλεται αναμφιβόλως εις τας διατάξεις, αίτινες θεσπίζουν φορολογικάς απαλλαγάς ή εξαιρέσεις, διότι η φορολογική εξαίρεσις ή απαλλαγή, αποτελεί παρέκκλισιν από τον κανόνα της καθολικότητος του φόρου και άρα αι θεσπίζουσαι εξαιρέσεις ή απαλλαγάς διατάξεις είναι διατάξεις εξαιρετικαί, αι δε εξαιρετικής φύσεως διατάξεις, συμφώνως προς γενικούς ερμηνευτικούς κανόνας, δέον να ερμηνεύωνται στενώς̎.

Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκω ότι η έρευνα στην οποία είχαν προβεί οι καθ’ων η αίτηση ήταν, υπό τις περιστάσεις, η δέουσα και αναλυτική η εξήγηση της συγκεκριμένης κατάληξης τους.

Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλάνη, ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του Δικαστηρίου, το οποίο, όπως νομολογιακά καθορίστηκε, δεν μπορεί να εξετάσει και να επέμβει στην ουσιαστική κρίση της διοίκησης – (βλ. Γεωργιάδης ν. Εφόρου Φόρου Εισοδήματος (2000) 3 Α.Α.Δ. 106). 

Με γνώμονα τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ποσό €1200 έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ’ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών.

Κ. ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ,

Δ.

Source

Cyprus top 50 tax laggards

3
Christoforos Karayiannas Liopetri and Marios Karayiannas Freneros

By George Psyllides

Fifty people and companies, including developers and football clubs, owe the state over €163 million in taxes it emerged on Monday, following the leak of a confidential finance ministry list submitted to parliament.

The list includes first division clubs, developers, hoteliers and other businesses that owe the state between €1.5 million and €14.7 million – the highest amount.

The state has filed lawsuits against most and has made collection arrangements with others. Restrictions have also been placed on immovable property.

Nicosia football clubs Omonia and APOEL owe around €7 million and €6 million respectively. AEL of Limassol and Anorthosis Famagusta owe €2.2 million and €3.1 million respectively. The list includes a second entry for Anorthosis, which owes €2.4 million. All the clubs have made arrangements with the state for repayment of the amounts.

The state has also filed a lawsuit against APOEL and restrictions have been placed on property.

Included in the list is NK Shacolas Group LTD, which owes €6.8 million, Miltiades Neophytou LTD, €5.7 million, Athienitis developers, €4.2 million, Giovani developers, €3.6 million, Venus Rock Estates, €2 million, Aristo developers, €1.8 million, Pafilia, €1.7 million, and Christophoros Karayiannas and Son Ltd, €1.5 million.

The list does not include amounts which have been appealed nor the names of individuals and companies who have gone bankrupt or are under administration.

It was submitted after Green party MP Giorgos Perdikis accused Finance Minister Harris Georgiades of providing cover to tax evaders.

Perdikis had asked for the names of the people and companies who owed the most to the tax department.

Georgiades said it was a matter of confidentiality, clearly stipulated in tax legislation.

“Fully respecting the right of every MP to exercise critic, I consider the references unfair and excessive, especially when restrictions arise from legal provisions that parliament has passed,” Georgiades said in a letter accompanying the list.

Confidentiality can be lifted for reasons of public interest, the minister said, but the tax commissioner decided no such reason existed in relation with the MP’s request.

However, the law also afforded the minister the power to have the final say and allows him to give the list to the house president, exclusively for parliamentary oversight reasons, with the proviso that it would be handled confidentially and its publication would be avoided so as not to hurt public trust.

Link to the list [Greek only] here: lista.pdf

1. R.X. Processing 14, 747,554
2. Mediterranean Holiday Res LTD 9, 750, 222
3. Omonia Football Club 7, 034, 885
4. N. K. Shacolas-Holdings LTD 6, 855, 827
5. APOEL Football club LTD 6, 151, 892
6. Firmworth Finance and Investments LTD 6, 088, 894
7. C.N.H. Ependysis Axias LTD 5, 888, 806
8. Miltiades Neophytou C. E. & Developers 5, 753, 877
9. Chacholis Developers LTD 5, 904, 677
10. K. Athienitis Con. Devel. Public Ltd 4, 217, 999
11. A.C.L.N. LTD 3, 994, 818
12. Tauler Consultants LTD 3, 939, 268
13. Giovani Developers LTD 3,650, 016
14. Renos Hadjioannou Farm LTD 3, 600, 533
15. Kofinou Abbatoir 3,196, 216
16. Anorthosis Football Club 3, 146, 394
17. Olveron Investments LTD 2, 876, 969
18. Suphire Securities and Fin. Serv. LTD 2, 587, 647
19. Michalis D. Zavos Investments LTD 2, 546, 936
20. C.T. Tobacco LTD 2, 505, 596
21. Kleanthis Savva Developers LTD 2, 457, 988
22. Anorthosis Ammochostos Football Club 2, 456,042
23. Paphos Mediterran Hotels LTD 2, 398, 537
24. Oikonomou Georgios 2, 386, 926
25. CYEMS CO LTD 2, 351, 329
26. Cyproperties Constructions LTD 2, 293, 585
27. AEL Football Club 2, 290, 948
28. Lagos Vaggelis 2, 230, 708
29. Makrides Zacharias 2, 222, 618
30. Marzen Holdings Company LTD 2, 217, 942
31. Sigma –Severis & Athienitis Secu. LTD 2, 182,032
32. Chacholis Development Operations LTD 2,177, 463
33. UNISYS World Trade Inc. 2, 152, 279
34. Zaquato LTD 2, 120, 367
35. Venus Rock Estates LTD 2, 068, 281
36. Global Value PLC 1, 937, 586
37. Transport Investments Holdings LTD 1, 929, 109
38 Omikron Bookmakers LTD 1, 928, 299
39. Panos Eliades LTD 1, 922, 292
40. A. & E. Transport LTD 1,910, 685
41. Aristo Developments 1, 835, 170
42. Starcloud Management LTD 1, 786, 978
43. Alexandros Demetriou & Sons LTD 1, 755, 027
44. Pafilia Property Developers LTD 1, 747, 434
45. W Investments LTD 1, 740, 771
46. M.K. Digital World (Cyprus) LTD 1, 735, 549
47. D. Zavos Group Land & BLDG Develop. 1, 609, 619
48. Gregoris Yiasemi & Sons Develop. LTD 1, 583, 283
49. Christoforos Karayiannas & Son LTD 1, 518, 283
50. Charalambou Filippos 1, 488, 784

Source: Cyprus Mail

Klaedes / Κλαΐδη / Klydes: v. Υπουργείο Οικονομικών Φ.Π.Α Case 393/11

3
Andriana Kledi Andrew Klydes Andros Klaidis

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Υπόθεση Αρ. 393/2011)

30 Ιανουαρίου 2015

[ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

KLAEDES ANDREW TONY PANTELI,

Αιτητής

– ΚΑΙ –

ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ/Η ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΚΑΙ/Η ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ,

Καθ΄ ων η αίτηση

Α. Κλαΐδη (κα), για τον Αιτητή.
Ε. Καρακάννα (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄,
για τους Καθ΄ ων η αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΝΑΘΑΝΑΗΛ, Δ.: Προσβάλλεται η απόφαση του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ημερ. 19.1.2011, με την οποία επεβλήθη στον αιτητή η καταβολή του ποσού των €24.610 ως Βεβαίωση Φόρου για την περίοδο 1.6.2007-31.3.2009.

Κατά τις θέσεις που προωθήθηκαν στην προσφυγή και τις αγορεύσεις, ο αιτητής ενεγράφη ως δικηγόρος στο Δικηγορικό Σύλλογο Αμμοχώστου από 26.3.1997 μέχρι δε το 1999 ήταν δικηγόρος-υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο του Κύπρου Ανδρέου στη Λάρνακα. Από το 2000 μέχρι το 2001 διετέλεσε δικηγόρος-υπάλληλος στο γραφείο του Ευάγγελου Σαμμούτα στη Λάρνακα. Από τα τέλη του 2001 δημιούργησε δικό του δικηγορικό γραφείο μέχρι και σήμερα, αλλά για τα έτη 2006 μέχρι τον Ιούνιο του 2007, το δικηγορικό γραφείο που διατηρείτο με την επωνυμία Klydes-Carter Solicitors δεν διεκπεραίωνε εργασίες με το προσωπικό όνομα του αιτητή. Επομένως, όταν οι καθ΄ ων κατά το 2006 επισκέφθηκαν το γραφείο προς έλεγχο, αυτοί εξέτασαν αρχεία και βιβλία που δεν σχετίζονταν μόνο με το πρόσωπο του αιτητή βεβαιώνοντας στη συνέχεια φόρο αδικαιολόγητα και παράνομα.

Η θέση περαιτέρω, όπως αναπτύσσεται στην αγόρευση, εστιάζεται στο δεδομένο ότι η επιβολή του Φ.Π.Α. ήταν προϊόν πλάνης περί το νόμο και τα πράγματα και κατάχρηση ή υπέρβαση εξουσίας. Η εγγραφή που ο Έφορος Φ.Π.Α. επέβαλε από την 1.1.1998 με την αναδρομική εγγραφή στο Μητρώο Φ.Π.Α. είναι λανθασμένη και βασισμένη σε στοιχεία τα οποία δεν ήταν ικανά να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι τα ημερήσια εισοδήματα του δικηγορικού γραφείου ήταν τέτοια που να δικαιολογούσε την εγγραφή. Περαιτέρω, η ενέργεια των καθ΄ ων στη βάση ανεπαρκών και αυθαίρετων δεδομένων έγινε καθ΄ υπέρβαση δικαιοδοσίας διότι δεν χρησιμοποιήθηκε η καταλληλότερη υπό τις περιστάσεις μεθοδολογία εφόσον η έρευνα δεν ήταν καλόπιστη και η απόφαση για την καταβολή Φ.Π.Α., βασίσθηκε σε υλικό άσχετο με το δικηγορικό γραφείο και του αιτητή προσωπικά.

Οι καθ΄ ων αντίθετα θεωρούν ορθή και εύλογη την προσβαλλόμενη πράξη στη βάση των εξής δεδομένων: Ότι η εκ μέρους του αιτητή υποβολή της αίτησης για εγγραφή στο Μητρώο Φ.Π.Α. έγινε την 1.6.2007, αλλά υπάρχει παραδοχή ότι ενεργούσε ως δικηγόρος και σε προηγούμενα χρόνια και ιδιαίτερα ότι από το 2001 λειτουργούσε γραφείο προσωπικά. Έστω και κάτω από την επωνυμία Klydes Carter Solicitors, δεν προβλήθηκε ισχυρισμός κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου από τους αρμόδιους λειτουργούς της Υπηρεσίας Φ.Π.Α., ότι τα εισοδήματα ήσαν υπό την ιδιότητα υπαλλήλου δικηγόρου σε άλλο γραφείο ή εισοδήματα προερχόμενα από τον συνεταιρισμό. Ούτε και παρουσιάστηκαν στοιχεία ή δεδομένα κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου και των επαφών των λειτουργών του Φ.Π.Α. με τον αιτητή που να στηρίζουν τους ισχυρισμούς που εκ των υστέρων προβάλλονται μέσω της προσφυγής και της αγόρευσης.

Είναι η θέση των καθ΄ ων περαιτέρω ότι τα στοιχεία που λήφθηκαν υπόψη από τον Έφορο Φ.Π.Α. ήταν λογικά και συναρτώμενα προς τα στοιχεία που βρέθηκαν στα αρχεία του δικηγορικού γραφείου. Αντί να υποβληθεί εκ μέρους του γραφείου αυτοβούλως και έγκαιρα η διαδικασία συμμόρφωσης και εγγραφής στο Μητρώο Φ.Π.Α., ο αιτητής ανέμενε τον εντοπισμό του από τις φορολογικές αρχές του Κράτους. Δεν τηρούνταν βιβλία, αρχεία και στοιχεία κατά τις διατάξεις της νομοθεσίας, ενώ διαπιστώθηκε ότι δεν συμφωνούσαν οι δηλωμένες εκροές και ο φόρος εκροών όπως δηλώθηκαν στη φορολογική δήλωση της περιόδου 1.6.2007-30.9.2007, με τις εκροές και το φόρο εκροών των τιμολογίων που εκδόθηκαν την ίδια περίοδο. Όπου οι φορολογικές δηλώσεις κρίνονται από τον Έφορο ως ελλιπείς ή περιέχουσες σφάλματα, τότε ο Έφορος μπορεί να βεβαιώσει το ποσό του οφειλόμενου φόρου κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο κατά την κρίση του. Με δεδομένο ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με την υποχρέωση του δικηγορικού γραφείου να υποβληθούν ορθές φορολογικές δηλώσεις, οι καθ΄ ων εύλογα και ενεργώντας μέσα στα πλαίσια του σχετικού άρθρου 49, βεβαίωσαν τον οφειλόμενο φόρο χωρίς να είχαν ταυτόχρονα οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση για διεξαγωγή έρευνας που μπορούσε ή όχι να φέρει στην επιφάνεια περαιτέρω αποδεικτικό υλικό.

Σύμφωνα με πλούσια επί του θέματος νομολογία, το Τμήμα Φ.Π.Α. δικαιούται να προβεί σε καθορισμό του οφειλόμενου φόρου από μια επιχείρηση όταν δεν δίδονται επαρκείς εξηγήσεις ή όπου η τήρηση των αναγκαίων βιβλίων δεν είναι πλήρης ή ορθή ή διαπιστώνονται ελλείψεις στα λογιστικά βιβλία. Αυτό επιτρέπεται από το άρθρο 49 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου αρ. 95(Ι)/2000, ως τροποποιήθηκε, το οποίο και ρητά μνημονεύεται στην προσβαλλόμενη πράξη. Όπως αναφέρθηκε στην P. Zazoo Unisex Boutique Ltd v. Δημοκρατίας (2010) 3 Α.Α.Δ. 266, ο Έφορος Φ.Π.Α. δικαιούται να χρησιμοποιεί την καλύτερη δυνατή κρίση του υπό το φως των δεδομένων που έχει στη διάθεση του και να χρησιμοποιήσει τη μεθοδολογία που είναι αναγκαία για να εξαγάγει το οφειλόμενο φόρο. Λέχθηκαν τα εξής, τα οποία ισχύουν και στην υπό κρίση περίπτωση:

«Σύμφωνα με τη νομολογία, ο Φ.Π.Α. είναι αυτοβεβαιούμενος φόρος, στην έλλειψη δε στοιχείων και πληροφοριών που οφείλει ο επιχειρηματίας να κρατεί, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει το φόρο χρησιμοποιώντας εκείνη τη μεθοδολογία που προσφέρεται υπό τις περιστάσεις (δέστε Κ.Ε.Μ. Tours Ltd v. Δημοκρατίας (2007) 3 Α.Α.Δ. 211, Σουβλάκια Γύρος «Κρητικός» Λτδ ν site web. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 935, Δημοκρατία ν. Nicolas Tyrimos Tavern Restaurant Ltd (2000) 3 Α.Α.Δ. 679 και Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 21.) Περαιτέρω, σύμφωνα με πάγια νομολογία, δεν ισχύει η αρχή της αυτοτέλειας της φορολογίας κάθε φορολογικής περιόδου στην περίπτωση του Φ.Π.Α., ο δε Έφορος διατηρεί την ευχέρεια να χρησιμοποιεί στοιχεία ορισμένων περιόδων για προσδιορισμό του Φ.Π.Α. που αφορά τη συνολική, κατά περίπτωση, περίοδο (δέστε F & A Car Supermarket Ltd v. Δημοκρατίας, (2010) 3 Α.Α.Δ. 77».

Η πρώτη παρατήρηση που πρέπει να γίνει σε σχέση με την παρούσα προσφυγή είναι ότι προηγήθηκε της προσβαλλόμενης πράξης, η αναγκαστική εγγραφή του αιτητή στο Μητρώο Φ.Π.Α. από 1.1.1998, η οποία πράξη είναι αυτοτελώς διοικητική πράξη και, ως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, αποτελεί αντικείμενο άλλης προσφυγής, της υπ΄ αρ. 225/2011, η οποία εκκρεμεί ενώπιον άλλου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η κα Καρακάννα κατά τις διευκρινίσεις υπέδειξε στο Δικαστήριο ότι έγινε προσπάθεια εκ μέρους των καθ΄ ων να συνενωθεί η παρούσα προσφυγή με τις υπ΄ αρ. προσφυγές 225/2011, 226/2011 και 394/2011, όλες των οποίων ασκήθηκαν από τον αιτητή, πλην όμως αντιμετώπισαν την ένσταση της άλλης πλευράς με αποτέλεσμα να αποσυρθεί η αίτηση για συνεκδίκαση στις 6.3.2013. Επομένως, στην υπό κρίση υπόθεση το μόνο ζήτημα που μπορεί να εξεταστεί είναι η ορθότητα της εδώ προσβαλλόμενης πράξης ημερ. 19.1.2011, (Παράρτημα 3 στην ένσταση), η οποία και αναφέρεται αποκλειστικά στη βεβαίωση φόρου για την περίοδο 1.6.2007 μέχρι 31.3.2009.

Η βάση αυτής της απόφασης σχετίζεται με την μη τήρηση βιβλίων, αρχείων και στοιχείων ως προνοείται από τον Κανονισμό 22 της Κ.Δ.Π. 314/2001, εφόσον δεν παρουσιάσθηκε στον Έφορο Φ.Π.Α. οποιοσδήποτε από τους λογαριασμούς Φ.Π.Α. εισροών και εκροών, ούτε και οποιαδήποτε άλλα βιβλία ή αρχεία. Οι δηλωμένες εκροές και αντίστοιχα ο δηλωμένος φόρος εκροών για την περίοδο 1.6.2007-30.9.2007 δεν συμφωνούσαν με τα ποσά που προέκυπταν από τα προσκομισθέντα τιμολόγια. Περαιτέρω, ότι εκδόθηκαν τιμολόγια στο όνομα του αιτητή από το 2004 στα οποία φαίνεται κανονική χρέωση του ποσού του Φ.Π.Α., χωρίς όμως ταυτόχρονα την έγκαιρη εγγραφή της δικηγορικής δραστηριότητας στο Μητρώο Φ.Π.Α. Και, τέλος, ότι από το αρχείο υποθέσεων που τηρούσε το δικηγορικό γραφείο και από τις τραπεζικές καταστάσεις διαπιστώθηκε ότι ο κύκλος εργασιών ξεπερνούσε το όριο εγγραφής από το έτος 1992, χωρίς όμως να υπήρξε εγγραφή στο Φ.Π.Α.

Τα όλα δεδομένα της επιχείρησης, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη πράξη, οδήγησαν τους καθ΄ ων στο συμπέρασμα ότι έγινε «.. εσκεμμένη απόκρυψη του Φ.Π.Α. που οφείλετε προς την Υπηρεσία Φ.Π.Α.». Στη βάση των παραλείψεων και αδυναμιών που παρουσίαζε το σύστημα τήρησης του δικηγορικού γραφείου έγινε εξωλογιστικός προσδιορισμός των εισπράξεων στην εξής βάση: Για τα έτη 1998-2005 και το έτος 2007, λήφθηκε ο κατάλογος των υποθέσεων με καταμέτρηση του αριθμού που διεκπεραιώθηκε κατ΄ έτος. Στη συνέχεια υπολογίστηκε μια μέση τιμή χρέωσης για κάθε υπόθεση διαφορετική ανά έτος, πολλαπλασιάζοντας την τιμή χρέωσης επί τον αριθμό των υποθέσεων ώστε να υπολογιστούν οι ετήσιες εισπράξεις. Στη βάση αυτή υπολογίστηκε ο οφειλόμενος φόρος εκροών στο ποσό των €22.372,73 με λεπτομέρειες να καταγράφονται στο Παράρτημα 1 της προσβαλλόμενης πράξης, με επιπλέον ποσό πρόσθετου φόρου σε ποσοστό 10%, δηλαδή, €2.237,27, ενώ στο σύνολο του ποσού των €24.610, που είναι το ποσό για το οποίο επιδιώκεται η ακύρωση, επιβλήθηκε τόκος 9% για τα έτη μέχρι το 2006 και 8% για τα επόμενα έτη.

Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, αντικείμενο της παρούσας προσφυγής δεν είναι η αυτεπάγγελτη εκ μέρους του Εφόρου εγγραφή του αιτητή στο Μητρώο Φ.Π.Α., ενέργεια που είναι δυνατή, εν πάση περιπτώσει, με βάση τη νομολογία στη βάση δέουσας έρευνας και την υποχρέωση του υποκείμενου σε φορολογία να εγγραφεί στο Μητρώο, (Δημοκρατία ν. Δεκράνι Τουριστικές Επιχειρήσεις Λτδ (2002) 3 Α.Α.Δ. 415 και Δημοκρατία ν. Νικοδήμου (2002) 3 Α.Α.Δ. 504). Η αναδρομική εγγραφή λόγω παράλειψης εγγραφής είναι επιτρεπτή στη βάση των άρθρων 13 και 14 του Νόμου αρ. 246/1990, (Peters v. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 249).

Υπό αναθεώρηση εδώ είναι το ύψος του επιβληθέντος φόρου. Το βάρος για να πείσει το αναθεωρητικό Δικαστήριο ότι η επιβολή της φορολογίας ήταν λανθασμένη, το φέρει ο αιτητής, (Βιομηχανία Υποδημάτων Αφροδίτη Λτδ ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 47). Αυτό το βάρος συναρτάται και προς την ταυτόχρονη υποχρέωση του φορολογούμενου να τηρεί βιβλία και αρχεία και να προσκομίζει τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία. Στην έλλειψη τέτοιων στοιχείων και αποδείξεων, επιτρέπεται στον Έφορο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (2005) 3 Α.Α.Δ. 509).

Είναι επίσης αναγνωρισμένη διαχρονικά η αρχή ότι το αναθεωρητικό Δικαστήριο δεν προβαίνει σε πρωτογενή έλεγχο της επιβληθείσας φορολογίας εφόσον το έργο του εξαντλείται στον έλεγχο της νομιμότητας, επεμβαίνει δε μόνο όταν διαπιστώνεται πλάνη περί τα πράγματα ή το νόμο ή υπέρβαση ή κατάχρηση εξουσίας, (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας – πιο πάνω – Σχίζα ν. ΑΤΗΚ (2004) 3 Α.Α.Δ. 339 και Logicom Ltd v. Δημοκρατίας (2003) 3 Α.Α.Δ. 287). Η κρίση του Εφόρου παραμένει επί των τεχνικών θεμάτων της φορολογικής εξέτασης και επιβολής του φόρου, ανέλεγκτος, (Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345), και εφόσον η κρίση αυτή δεν εκφεύγει των ορίων του λογικά εφικτού, αυτή δεν ανατρέπεται, (Λ. Γεωργιάδης ν. Εφόρου Φόρου Εισοδήματος (2000) 3 Α.Α.Δ. 106 και Jacomino Enterprises Ltd v. Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, Α.Ε. αρ. 54/2010, ημερ. 4.12.2014).

Τα όσα θέματα εγείρει εδώ ο αιτητής δεν μπορούν να ανατρέψουν την κρίση του Εφόρου, ο οποίος βεβαίωσε το φόρο με την προσβαλλόμενη πράξη με πλήρη και επαρκή αιτιολογία. Έχει ήδη καταγραφεί ανωτέρω ο αριθμός των φορολογικών παραλείψεων του αιτητή όπως προσδιορίζονται στην επιστολή του Εφόρου ημερ. 19.1.2011. Η αναλυτική κατάσταση του Παραρτήματος Ι, ανά φορολογική περίοδο δείχνει τις αναμενόμενες εισπράξεις για κάθε περίοδο, τον ανάλογο συντελεστή Φ.Π.Α. και τον φόρο εκροών επί των αναμενόμενων εισπράξεων. Παρέχεται επίσης ο δηλωμένος φόρος εκροών για κάθε περίοδο και εν τέλει ο οφειλόμενος φόρος εκροών. Η κρίση αυτή του Εφόρου έγινε στη βάση του ελέγχου των εγγράφων και δεδομένων που οι λειτουργοί του Φ.Π.Α. βρήκαν ή είχαν στη διάθεση τους, με πλήρη στοιχεία να περιέχονται στο Παράρτημα ΙΙ στην ένσταση.

Πέραν των επί μέρους δεδομένων που καταγράφονται αναλυτικά στις σελίδες 000009-000050, οι αρχικές εξηγήσεις που καταγράφονται στις σελίδες 000003-000005, αναφέρονται στην αξιοπιστία των βιβλίων και αρχείων που κρατούσε ο αιτητής, εισηγήσεις για βεβαίωση του φόρου και άλλες ενέργειες, τη φορολογική βεβαίωση και την ταμειακή βεβαίωση. Διαπιστώθηκε ότι τα βιβλία και αρχεία της επιχείρησης δεν ήταν αξιόπιστα και επομένως παρέστη ανάγκη για εξωλογιστικό προσδιορισμό των πωλήσεων. Στη συνέχεια εξηγείται ο τρόπος υπολογισμού των εισπράξεων κατ΄ έτος και κατά υπόθεση. Με μέση τιμή χρέωσης καθ΄ υπολογισμό υπολογίστηκε το εισπραχθέν ποσό και τέλος ο οφειλόμενος φόρος.

Η φορολογική περίοδος για την οποία επεβλήθη ο φόρος είναι η 1.6.2006-31.3.2007. Τα όσα επομένως λέγει ο αιτητής αναφορικά με το ότι είχε γραφείο ως δικηγόρος το 1997 και όχι προγενέστερα και επομένως λανθασμένα γίνεται αναφορά στο σημείο (δ) της προσβαλλόμενης πράξης ότι από το αρχείο υποθέσεων είχε διαπιστωθεί ότι υπήρχε κύκλος εργασιών που ξεπερνούσε το όριο εγγραφής από το 1992, δεν είναι σχετικά με την υπό κρίση υπόθεση. Το (δ) ως άνω, παρέχει απλώς ένα ιστορικό δεδομένο ως προς την ημερομηνία που ο αιτητής όφειλε να εγγραφεί στο Φ.Π.Α. και δεν το έπραξε. Αλλά αυτό είναι αντικείμενο άλλης προσφυγής. Αφορά στην αναδρομική εγγραφή του αιτητή στο Μητρώο Φ.Π.Α. και δεν σχετίζεται με την παρούσα. Περαιτέρω, τα αναφερόμενα κατ΄ ισχυρισμόν λάθη στις διαπιστώσεις των λειτουργών του Φ.Π.Α., αναφορικά με εισπράξεις το 1992, 1994, 1996, κλπ., απαντώνται με την εξής απλή επισήμανση και ταυτόχρονα υπενθύμιση. Ότι στον αιτητή επεβλήθη φόρος για συγκεκριμένη περίοδο 1.6.2006-31.3.2007, όπως ορθά εντοπίζει και επαναλαμβάνει και η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ΄ ων στη δική της αγόρευση.

Γενικά, όλες τις αιτιάσεις που προβάλλονται με την αγόρευση του αιτητή, απαντώνται με το επιχείρημα ότι οι λειτουργοί του Φ.Π.Α. ενήργησαν στη βάση των δεδομένων, στοιχείων, καθώς και όσων βιβλίων και αρχείων βρήκαν και τις εξηγήσεις που παρέθεσε ο ίδιος ο αιτητής. Στις εκ των υστέρων θέσεις ότι πολλές από τις εισπράξεις αφορούσαν συνεταιρισμό, ή, εργασία ως υπάλληλος ή για άλλους, η εύλογη απάντηση των καθ΄ ων είναι, και αυτό χωρίς αντίκρουση, ότι ουδέποτε ο αιτητής προέβαλε τέτοιους ισχυρισμούς κατά τη διάρκεια του φορολογικού ελέγχου. Το ότι υπήρξε εν πάση περιπτώσει επαρκής και ορθός έλεγχος των δεδομένων επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι χρήματα που ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμό με τη Λαϊκή Τράπεζα, και αφορούσαν κατά τον ισχυρισμό του αιτητή, χρήματα εισπραχθέντα υπό μορφή καταπιστεύματος για την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας ξένων επενδυτών στην Κύπρο, δεν λήφθηκαν υπόψη, ούτε θεωρήθηκαν ως εισπράξεις και πωλήσεις του αιτητή, έστω και αν ο λογαριασμός ήταν απλώς στο όνομα του αιτητή.

Το ίδιο αφορά και τις εισπράξεις από πιστωτικές κάρτες, τα στοιχεία των οποίων με βάση δεδομένα από τη JCC για προηγούμενα έτη, επιβεβαίωναν τον τρόπο υπολογισμού για την επίδικη φορολογική περίοδο. Η συνήγορος των καθ΄ ων παραθέτει επιμελώς στις σελ. 6-7 της αγόρευσης της τα ορθά ποσά από εισπράξεις μέσω πιστωτικής κάρτας επί των οποίων ενήργησε ο Έφορος Φ.Π.Α. Και ορθά περαιτέρω αναφέρεται ότι η εταιρεία Andrew Klydes LLC συστήθηκε μόλις στις 10.11.2008, (Παράρτημα 2 στην αγόρευση των καθ΄ ων), και κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί ότι οι εισπράξεις με πιστωτική κάρτα για προηγούμενα της πιο πάνω ημερομηνίας έτη, αφορούσαν την πιο πάνω εταιρεία, παρέμειναν μετέωροι.

Οι καθ΄ ων ενήργησαν ορθά, δίκαια και εύλογα. Στο Παράρτημα 1 της αγόρευσης τους παρουσιάζεται περαιτέρω επεξήγηση και για τον συνεταιρισμό Carter Marion Joyce & Klaedes Andrew Tony Panteli, ο οποίος χρησιμοποιείτο κάποτε για έκδοση τιμολογίων από τον ίδιο τον αιτητή και ο οποίος συνεταιρισμός λειτούργησε για μικρή μόνο περίοδο από 2.4.2007 μέχρι 31.5.2007.

Η κα Κλαΐδη παρέπεμψε στην υπόθεση Pegasos Birds Ltd v. Commissioner of HM Custom and Excise (2004) EWCA Civ 1015, (Court of Appeal), ως προς τις βεβαιώσεις φόρου κάτω από το Value Added Tax Act 1994, “to best of their judgment” που χρησιμοποιείται από τους φοροθέτες. Η φράση απαντάται στο s.73(1) του 1994 Act. Μετά από σφαιρική ανάλυση του θέματος και με αναφορά στις προηγούμενες υποθέσεις Rahman v. Customs and Excise Commissioners (1998) STC 826 και Rahman (No. 2) (2003) STC 150, καθώς και σε αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Αγγλικό Εφετείο έδωσε κατευθυντήριες γραμμές στο Tribunal, ότι το πρωταρχικό του καθήκον είναι να καθορίσει το ορθό ποσό φόρου σύμφωνα με τα δεδομένα που είναι διαθέσιμα, και με το βάρος να κείται στο φορολογούμενο. Ότι εάν ο φορολογούμενος επιδιώκει να αμφισβητήσει τη φορολογία από τους Commissioners ενώπιον του Tribunal στη βάση του “best of their judgment ground”, οι λόγοι πρέπει να καταγραφούν με σαφήνεια και πληρότητα πριν την έναρξη της ακρόασης. Ότι ισχυρισμοί περί ανεντιμότητα ή άλλη ατασθαλία εναντίον του Commissioner και των λειτουργών του πρέπει να τίθενται με καθαρότητα και λεπτομερέστατα. Το “best of judgment rule” σημαίνει την εύλογη, δίκαιη και έντιμη εκτίμηση των ενώπιον του φοροθέτη δεδομένων. Το πρόβλημα συνήθως έγκειται στη διαπίστωση του ποσού του φόρου και όχι στο κριτήριο που ασκείται. Η απόφαση αυτή δεν βοηθά τον αιτητή. Αντίθετα, υποστηρίζει το εύλογο της κρίσης των καθ΄ ων. Εκεί επιβεβαιώθηκε η απόφαση του Commissioner ως έχουσα εφαρμόσει το ορθό κριτήριο και ακυρώθηκε η κρίση του Tribunal που ακύρωσε τη φορολογία για το λόγο ότι εφάρμοσε αντικειμενικό κριτήριο, με αναφορά στα στοιχεία υπό φορολόγηση.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, το Ανώτατο Δικαστήριο εφαρμόζει στην ουσία το ίδιο κριτήριο όσον αφορά την εκτίμηση των γεγονότων και της φορολογίας που επιβάλλεται στην απουσία στοιχείων ή στην παροχή ελλιπών στοιχείων από τον φορολογούμενο, (Βαρναβίδης ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 3376, Jacomino Enterprises Ltd v. Δημοκρατίας μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας – πιο πάνω – και Exantas Marine Enterprises Ltd v. Έφορου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, υπόθ. αρ. 1162/2012, ημερ. 28.11.2014).
Καμιά από τις αιτιάσεις του αιτητή δεν μπορεί να ανατρέψει την εύλογη κρίση των καθ΄ ων, οι οποίοι ενήργησαν με δέουσα έρευνα και εξέδωσαν την επίδικη απόφαση με εύλογη και επαρκή αιτιολογία.

Η προσφυγή απορρίπτεται με €1.300 έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των καθ΄ ων.

Η προσβαλλόμενη πράξη επικυρώνεται με βάση το Άρθρο 146.4(α) του Συντάγματος.

Στ. Ναθαναήλ,
Δ.

Source

Appeal for second assault case

3
Cypriot Court System

Αριθ. 28-ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ ΕΦΕΣΕΩΣ (Ο.35,r3)

ΚΛΙΜΑΚΑ: €50.000 – €100.000

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

Κατ’ έφεσιν εκ του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (συνδεριάζον στην Λάρνακα) στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 197/2008

Μεταξύ:

CORNELIUS DESMOND ODWYER

Ενάγοντα / Εφεσείοντα

-και-

  1. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ, ΑΠΟ ΛΙΟΠΕΤΡΙ

  2. ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ, ΑΠΟ ΦΡΕΝΑΡΟΣ

  3. ΜΑΡΙΟΣ ΤΤΙΓΓΗΣ, ΑΠΟ ΛΑΡΝΑΚΑ

Εναγομένων / Εφεσίβλητων

Έστω εις γνώσιν υμών ότι o Ενάγοντας δια της παρούσης εφεσιβάλλει την απόφαση την δοθείσαν εν την άνω αγωγή κατά την 18/12/2014 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται εις την παρούσα ειδοποίηση.

Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι η έφεσις του είναι εναντίον ολοκλήρου της εν λόγω αποφάσεως.

ή

Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι η έφεσις του είναι εναντίον του μέρους εκείνου της έν λόγω αποφάσεως (ή διαταγής) δι’ού αποφασίζεται (ή διατάσσεται): (α) το ύψος και το είδος των αποζημιώσεων; (β) την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμονών γιατρών και του Ενάγοντα/Εφεσείοντα(β) την μη επιδίκαση όλων των πραγματικών και/ή ειδικών ζημιών του Ενάγοντα/Εφεσείοντα

Διεύθυνση επιδόσεως: Το Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Γωνία Αγίου Παύλου & Κάδμου αρ.2, WisdomTower, 3ος όροφος, 1511 Λευκωσία, Τ.Κ.24144, 1701 Λευκωσία, Θυρίδα Δικαστηρίου 179.

Φ/δι το Δικηγορικό Γραφείο του κου Αναστάσιου Ζ. Μυλωνά, Λόρδου Βύρωνος αρ.64, 1ος όροφος, 6023 Λάρνακα, Θυρίδα Δικαστηρίου 69.

Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Δικηγόροι Ενάγοντα/Εφεσείοντα

Προς: κον ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ
Συνοικισμός Λιοπετρίου αρ.16Α
Λιοπέτρι – Αμμόχωστος

Κον ΜΑΡΙΟ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ
Οδός Οδυσσέα Ελύτη αρ.7
Φρέναρος

Κον ΜΑΡΙΟ ΤΤΙΓΓΗ
Οδός Μόρφου αρ.28
Περβόλια – Λάρνακα

*Ενάγων ή Εναγόμενος, ως ή εκάστοτε περίπτωσις.

Διαγράψετε εάν δεν χρειάζεται. Δηλώσατε τους όρους του μέρους εκείνου της αποφάσεως ή διαταγής δια τον οποίον γίνεται παράπονον.

Περαιτέρω δε έστω εις γνώσιν υμών ότι οι λόγοι της εφέσεως του και τα αιτιολογικά τούτων είναι (α):

ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη και/ή ανεπαρκή αξιολόγηση της μαρτυρίας και/ή παρερμήνευσε την επιστημονική μαρτυρία που είχε ενώπιον του και/ή κατέληξε σε συμπεράσματα που δεν προκύπτουν από τα γεγονότα και/ή τα τεκμήρια που είχε ενώπιον του και/ή δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη στοιχεία της μαρτυρίας και/ή έλαβε υπόψη του επουσιώδη στοιχεία της και/ή απέρριψε εσφαλμένα την ιατρική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και η οποία σχετίζεται με το ύψος των αποζημιώσεων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

  1. Δια το σύνολο της απόφασης, εμφαίνεται πως το Σεβαστό Δικαστήριο παραγνώρισε και/ή παρέβλεψε και/ή παρερμήνευσε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, προβαίνοντας σε εικασίες και/ή πιθανολογήσεις και/ή συμπεράσματα τα οποία δεν πηγάζουν και/ή δεν στηρίζονται από τη δοθείσα μαρτυρία, επιδικάζοντας με αυτόν τον τρόπο χαμηλά ποσά αποζημιώσεων, θέτοντας τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους σε ευνοϊκότερη θέση.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν υιοθέτησε ολοκληρωτικά και/ή στο σύνολο της τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων γιατρών που κατέθεσαν για την πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και/ή εσφαλμένα επιλεκτικά απέρριψε μέρος και/ή ολόκληρη τη μαρτυρία τους και/ή κατέληξε σε αυθαίρετα συμπεράσματα τα οποία δεν υποστηρίζονται από ιατρικά και/ή επιστημονικά εργαλεία και/ή έστω από άλλη αντίθετη ιατρική γνωμοδότηση. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε στο σύνολο της τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων γιατρών της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή δεν αντικρούστηκε, παραλείποντας να λάβει υπόψη ότι η πλευρά των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων δεν προσκόμισε άλλη ιατρική μαρτυρία η οποία να αντικρούει και/ή να καταρρίπτει τα όσα κατέθεσαν οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες για τη πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε αντιφατικά συμπεράσματα τα οποία δεν αιτιολογούνται από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του. Συγκεκριμένα, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ενώ από τη μια αποδέκτηκε ως αληθινή τη μαρτυρία του Νικόλα Νικολάου, ΜΕ5, και ενώ αποδέκτηκε πως τα ευρήματα του στηρίζονται σε κλινικές και άλλες ιατρικές εξετάσεις, εντούτοις απέρριψε την κατάληξη του ΜΕ5, ήτοι πως ο Ενάγων/Εφεσείων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με την αιτιολογία πως πρόκειται για αυθαίρετο συμπέρασμα το οποίο δεν υποστηρίζεται από ιατρικές εξετάσεις και επιστημονικά τεκμήρια. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν αποδέκτηκε τη μαρτυρία του εν λόγω γιατρού περί κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, από τη στιγμή που δεν υπήρχε άλλη αντικρουστική μαρτυρία, και ως εκ τούτου εσφαλμένα δεν επεδίκασε αποζημιώσεις για κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν υιοθέτησε και/ή απέρριψε σχεδόν ολοκληρωτικά τη μαρτυρία του Dr. Ian Drever, ΜΕ6, o oποίος ήταν ο μοναδικός ψυχίατρος ο οποίος προσήλθε και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα, χορηγώντας του την κατάλληλη θεραπεία. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέκτηκε πως ο Ενάγων/Εφεσείων συνεπεία της επίθεσης, παρουσιάζει μόνο συμπτώματα συναισθηματικής διαταραχής, άγχους και αναστάτωσης, απορρίπτοντας το εύρημα του εν λόγω ψυχίατρου, ήτοι πως ο Ενάγων/Εφεσείων πάσχει από συμπτώματα κατάθλιψης και πως είχε εκφράσει στο παρελθόν τάσεις αυτοκτονίας. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη την ιατρική έκθεση, Τεκμ.53, δια της οποίας περιγράφεται η πάθηση “Adjustment Disorder with Disturbances of Emotions”, την οποία εξήγησε ο εν λόγω γιατρός δια της προφορικής του μαρτυρίας, ήτοι πως πρόκειται για μια αντίδραση στα διάφορα γεγονότα της ζωής που χαρακτηρίζεται από τη διακύμανση συναισθηματικής διαταραχής, δυσκολία προσαρμογής, την έντονη καταθλιπτική διάθεση, άγχος, αϋπνία, έντονη διαταραχή του ύπνου, απώλεια βάρους, απώλεια της ενεργητικότητας, απώλεια όρεξης, σκέψεις ή απόπειρες αυτοκτονίας. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε και/ή παρέλειψε και/ή εσφαλμένα απέρριψε πως λόγω της προαναφερόμενης κατάστασης ο Ενάγων/Εφεσείων λαμβάνει φαρμακευτικές και ψυχοθεραπευτικές αγωγές και/ή αντικαταθλιπτικά χάπια. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω εσφαλμένης αξιολόγησης, το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα επεδίκασε μειωμένο ποσό αποζημιώσεων και δεν ακολούθησε την υφιστάμενη νομολογία σε σχέση με τις αποζημιώσεις για σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα.

  1. To Σεβαστό Δικαστήριο, εν απουσία οποιασδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας η οποία να αμφισβητεί τη διαδικασία εξέτασης και ευρημάτων του Dr. Ian Drever, ΜΕ6, εσφαλμένα έκρινε πως ο ΜΕ6 παρέλειψε να παραθέσει στοιχεία από τα οποία να εξακριβώνεται κατά πόσο ακολούθησε κάποια διαδικασία που βασίζεται σε σταθερές ιατρικές μεθόδους για να καταλήξει σε αξιόπιστες μεθόδους.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν ακολούθησε και/ή δεν υιοθέτησε στην ολότητα της τη μαρτυρία του Dr. Ian Drever, ΜΕ6, με την αιτιολογία πως ο μάρτυρας «απέτυχε να εξηγήσει με σαφήνεια και με επιστημονική τεκμηρίωση πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα συμπτώματα του Ενάγοντα με τα χαρακτηριστικά κατάθλιψης οφείλονται στον ξυλοδαρμό που έχει υποστεί».Το Σεβαστό Δικαστήριο παρερμήνευσε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και/ή συγκεκριμένα πως σε περίπτωση που κάποιος ασθενής έχει υποστεί ψυχολογικά τραύματα και/ή κατάθλιψη συνεπεία πολλών παραγόντων, τότε ο θεράπων ιατρός είναι το κατάλληλο πρόσωπο να αναφέρει ποιος λόγος διαδραμάτισε κύριο ρόλο στην εμφάνιση των εν λόγω τραυμάτων. Ως απόρροια της εσφαλμένης αυτής αξιολόγησης, το Σεβαστό Δικαστήριο κακώς έκρινε αρνητικά το γεγονός πως ο ΜΕ6 ανέφερε πως τα ψυχολογικά και/ή ψυχιατρικά προβλήματα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα οφείλοται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στην επίθεση που έχει δεκτεί. Ως εκ τούτου, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν επιδίκασε αποζημιώσεις σε σχέση με τα όσα προβλήματα κατέθεσε ο εν λόγω γιατρός.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τη κατάληξη του ΜΕ6, ήτοι πως τα ψυχολογικά προβλήματα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα οφείλονται στο μεγαλύτρο ποσοστό στην επίθεση που έχει δεκτεί, με την αιτιολογία πως αυτή είναι γενική και/ή αόριστη και/ή πως στηρίζεται σε υποκειμενικά κριτήρια, ήτοι μόνο στα όσα του έχει αναφέρει ο Ενάγων/Εφεσείων. Ελλείψει οποιασδήποτε αντίθετης ιατρικής άποψης και/ή εναλλακτικής ιατρικής εξέτασης, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τα ιατρικά κριτήρια στα οποία στηρίκτηκε ο ΜΕ6 για τη διεξαγωγή των ευρημάτων του.

  1. Περαιτέρω, το Σεβαστό Δικαστήριο φαίνεται πως παρερμήνευσε τα όσα τέθηκαν ενώπιον του από τον ΜΕ6, αφού εσφαλμένα θεώρησε πως η κατάληξη του εν λόγω γιατρού, ότι τα ψυχολογικά προβλήματα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα οφείλονται ως επί των πλείστων στην επίθεση, συγκρούεται και/ή δεν συνάδει με τη μαρτυρία του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ο οποίος ανέφερε πως ο νευρικός κλονισμός που υπέστη οφειλόταν σε συνδυασμό παραγόντων. Ο ΜΕ6 ανέφερε πως τα ψυχιατρικά προβλήματα οφείλονται στην επίθεση και στην παράβαση συμφωνίας σε σχέση με την αγοραπωλησία του σπιτιού και κατέληξε πως με βάση τις συνεδρίες που είχε με τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατέληξε πως τα ψυχιατρικά προβλήματα οφείλονται περισσότερο στην επίθεση παρά στην παράβαση της συμφωνίας, αφού βασιζόμενος στις συνεδρίες που είχε με τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατέληξε πως η επίθεση ήταν πιο επίπονη εμπειρία για τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε τη μαρτυρία του Dr. Υeoh, ΜΕ7, o οποίος ήταν ο μόνος εμπειρογνώμονας υπό την ιδιότητα του ως Consultant AudioVestibular Physician, (με εξειδίκευση στην ωτορινολαρυγγολογία), ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη ιατρική μαρτυρία, η οποία να είναι ικανή να καταρρίψει τα όσα κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας. Λόγω της εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα και/ή λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν επεδίκασε ζημιές για την πρόκληση του συνδρόμου Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV).

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τη μαρτυρία του Dr. Υeoh, ΜΕ7, αναφέροντας πως τα συμπεράσματα του ήταν αυθαίρετα και/ή στερούνται επιστημονικής τεκμηρίωσης με αποτελέσμα να μην επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Το Σεβαστό Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη όταν θεώρησε πως τα όσα έχουν λεχθεί από το μάρτυρα σε σχέση με τα συμπτώματα ίλιγγου τέθηκαν με γενικότητα και/ή χωρίς να υποστηριχθούν από συγκεκριμένα στοιχεία και δεδομένα. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη, αφού ο εν λόγω μάρτυρας τόνισε πως το σύνδρομο Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV) (παροξυσμικός ίλιγγος θέσης) από το οποίο υποφέρει ο Ενάγων/Εφεσείων, μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο δύο αιτιών, είτε λόγω τραυματισμού στο κεφάλι είτε λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του ασθενή. Διέλαθε της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου, πως ο εν λόγω γιατρός τόνισε επανειλλημένως πως μοναδική αιτία ύπαρξης της εν λόγω πάθησης στη περίπτωση του Ενάγοντα/Εφεσείοντα είναι ο τραυματισμός στο κεφάλι μετά τον ξυλοδαρμό που υπέστη το τότε χρονικό διάστημα, αποκλείοντας με βεβαιότητα το προχωρημένο της ηλικίας, αφού ως εξήγησε ο Ενάγων/Εφεσείων ήταν μόλις 39 ετών, γεγονός που αυτομάτως απέκλειε τον παράγοντα – ηλικία, αφού δεν ενέπιπτε στην κατηγορία των ασθενών με προχωρημένη ηλικία.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη όσο αφορά τη δοθείσα μαρτυρία, όταν κατέληξε πως, ο Dr. Υeoh, ΜΕ7, απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση αναφορικά με το κατά πόσο ένας σοβαρός τραυματισμός θα έπρεπε να φανεί κατά την εξέταση του Ενάγοντα/Εφεσείοντα στον αξονικό τομογράφο, αφού o εν λόγω μάρτυρας τόνισε πως η πάθηση ΒPPV, δεν εμφαίνεται μέσω αξονικής ή ακτινογραφικής τομογραφίας και/ή εξήγησε το εύρημα του βασίζεται στην εξέταση της μανούβρας για να διεξάγει τα συμπεράσματα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο κακώς αξιολόγησε αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο ο ΜΕ7, Dr. Υeoh, ανέφερε πως ο Ενάγων/Εφεσείων πάσχει από το σύνδρομο ίλγγου θέσης (BPPV). Αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «ισχυρίστηκε με απλουστευμένο τρόπο και χωρίς την απαραίτητη επιστημονική τεκμηρίωση που αναμένεται από ένα εμπειρογνώμονα, πως ο Ενάγων/Εφεσείων πάσχει από το συγκρκιμένο σύνδρομο ίλιγγου που παρουσίασε ο Ενάγοντας». Διέλαθε της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου, πως ο, Dr. Yeoh, ΜΕ7, εξήγησε τόσο επιστημονικά και/ή θεωρητικά όσο και παραστατικά την διαγνωστική εξέταση στην οποία υπεβλήθη ο Ενάγων/Εφεσείων, με τρόπο ώστε να αντιληφθούμε τη διαγνωστική μέθοδο που χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως σε τέτοιες περιπτώσεις ο γιατρός ζητά από τον ασθενή να βρίσκεται σε όρθια θέση, έχοντας τα 2 χέρια κολλημένα στο κορμί, ενωμένα τα πόδια και κλειστά τα μάτια, ενώ στη συνέχεια ζητά από τον ασθενή να σταθεί με ενωμένα τα πόδια και τα χέρια υψωμένα μπροστά από το στήθος κάνοντας επί τόπου βηματισμό, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ο ασθενής ισορροπεί ή κατά πόσο γέρνει προς τη μια πλευρά.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρερμήνευσε τα όσα είχαν λεχθεί από τον Dr. Yeoh, ΜΕ7 και/ή εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο εν λόγω μάρτυρας περιέπεσε σε αντίφαση, αφού σε ένα σημείο της μαρτυρίας τους ανέφερε πως το συγκεκριμένο σύμπτωμα εμφανίζεται μετά από σοβαρό τραυματισμό στο κεφάλι και όχι μικροτραυματισμός, ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης δήλωσε πως θα παρέμενε στην ίδια γνωμάτευση έστω και αν ο Ενάγων/Εφεσίων δεν είχε υποστεί σοβαρό τραυματισμό. Εν πάση όμως περιπτώσει, το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα προσκολλήθηκε σε λεπτομέρειες, αφού ούτως ή αλλως η μαρτυρία ενός μάρτυρα αξιολογείται μέσα από το σύνολο της και όχι μεμονωμένα και/ή αποσμασματικά.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως ως διαπιστώνεται μέσα από τη μαρτυρία o ME7 δεν ήταν γνώστης των τραυμάτων του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα αγνόησε και/ή δεν έλαβε υπόψη ότι τα όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΕ7 επιβεβαιώνονται και/ή ενισχύονται από τον Νευρολόγο Paul Hart, ο οποίος εξέτασε για πρώτη φορά τον Ενάγοντα/Εφεσίοντα και/ή τον παρέπεμψε στον ΜΕ7 για περαιτέρω εξέταση. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε το Τεκμ.52, επιστολή του Νευρολόγου Paul Hart, δια της οποίας επιβεβαιώνεται η πάθηση Concussive Vestibulopathy, η οποία αφορά τον τραυματισμό του εσωτερικού αυτιού.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται πως έστρεψε τη προσοχή του σε επουσιώδη στοιχεία στα οποία δεν έπρεπε να είχε δώσει καμία βαρύτητα και/ή τα οποία δεν διαφοροποιούσαν τα πραγματικά γεγονότα και/ή παρέμεινε εσφαλμένα προσκολημμένο σε κατ’ ισχυρισμό λέξεις που χρησιμοποίησε ο ΜΕ7, καταλήγοντας εσφαλμένα πως κάποια πράγματα τα οποία ανέφερε δεν συνάδουν με τα γεγονότα ως τα παρουσίασε ο Ενάγων/Eφεσείων, αξιολογώντας αρνητικά τη μαρτυρία του. Παραδειγματικά αναφέρουμε, πως το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα επιμέτρησε αρνητικά το γεγονός πως ο ΜΕ7 ανέφερε πως ο Ενάγων/Εφεσείων «κλωτσήθηκε» στο κεφάλι ενώ ο Ενάγων/Εφεσείων κατέθεσε πως «πατήθηκε» το κέφαλι του. Το Σεβαστό Δικαστήριο αγνόησε το γεγονός πως τα όσα ανέφερνε ο μάρτυρας μεταφράζονταν και/ή καταγράφονταν στην ελληνική γλώσσα, επομένως δεν θα έπρεπε να είχε στρέψει τη προσοχή του σε τέτοιου είδους λεπτομέρειες, οι οποίες εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο για το επίδικο θέμα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο αυτοκαθοδηγήθηκε λανθασμένα και/ή προσκολλήθηκε σε ασήμαντες λεπτομέρειες και/ή στοιχεία, διεξάγοντας εσφαλμένα το συμπέρασμα πως η μαρτυρία του ΜΕ7 στηριζόταν σε αντιφάσεις. Παραδειγματικά, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως η βεβαιότητα με την οποία προσπάθησε ο ΜΕ7 να στηρίξει το εύρημα του πως τα συμπτώματα ίλιγγου που παρουσίασε ο Ενάγων/Εφεσείων οφείλονται στην επίθεση που δέκτηκε, βρίσκονται σε αντίθεση με το Τεκμ.51 που παρουσίασε, στο οποίο αναγράφεται πως «είναι σχεδόν σίγουρο» πως το σύνδρομο οφείλεται στην επίθεση.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα ως υπερβολικό σε σχέση με τον τρόπο που παρουσίαζε τα γεγονότα, αναφέροντας πως προσπαθούσε να παρουσιάσει τους τραυματισμούς του και τη σωματική του βλάβη σοβαρότερη από ότι ήταν στη πραγματικότητα, υπογραμμίζοντας πως «η μαρτυρία του για το ζήτημα αυτό όχι μόνο χαρακτηρίζεται από υπερβολή αλλά ούτε υποστηρίζεται απόλυτα από την ιατρική μαρτυρία». Το Σεβαστό Δικαστήριο ως εμφαίνεται έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στη συναισθηματική φόρτιση του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, αγνοώντας και/ή παραβλέποντας αφενώς πως δεν επρόκειτο για ειδήμων μάρτυρα ο οποίος θα κατέθετε αναφορικά με τις σωματικές βλάβες τις οποίες έχει υποστεί, αφού αυτό είναι έργο των εμπειρογνωμόνων γιατρών και αφετέρου, πως τα όσα κατέθεσε σε σχέση με το ζήτημα αυτό επιβεβαιώθηκαν και/ή διευκρινίστικαν από τους εμπειρογνώμονες γιατρούς που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, εβρισκόμενο σε πλάνη ως προς τα πραγματικά γεγονότα και/ή παρερμηνεύοντας τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του και/ή δίδοντας υπέρμετρη σημασία σε μη ουδιώδη σημεία, χαρακτηρίζοντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα/Εφεσείοντα ως υπερβολική. Παραδειγματικά, αναφέρουμε πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως ο Ενάγων/Εφεσείων ήταν υπερβολικός επειδή ανέφερε πως «μετά που έλαβε εξιτήριο από το νοσοκομείο για κάποιο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούσε δεκανίκια, κάτι που δεν συνάδει με την μαρτυρία των θεραπόντων γιατρών του οι οποίοι δεν ανέφεραν ότι ο Ενάγοντας μετά που έλαβε εξιτήριο δεν ήταν σε θέση να περπατίσει κανονικά».Το Σεβαστό Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη, αφού δια της κατατεθείσας μαρτυρίας ενώπιον του και/ή των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του και/ή δια της μαρτυρίας του ΜΕ5, υποστηρίζεται και/ή αναφέρεται πως ο Ενάγων/Εφεσείων δεν ήταν σε θέση να περπατήσει κανονικά.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο Ενάγων/Εφεσείων ενώ προσπαθούσε να πείσει κατά τη κυρίως εξέταση πως τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει οφείλονται αποκλειστικά στον ξυλοδαρμό που έχει υποστεί τη συγκεκριμένη ημέρα από τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους, στην αντεξέταση, ανέφερε ότι ο νευρικός κλονισμός που υπέστη οφείλεται σε συνδυασμό πολλών παραγόντων. Το Σεβαστό Δικαστήριο ως εμφαίνεται παρέλειψε να λάβει υπόψη πως ο Ενάγων/Εφεσείων δεν θα μπορούσε ποτέ να αξιολογηθεί ως ειδήμων σε σχέση με τα αίτια ύπαρξης των ψυχιατρικών του προβλημάτων και πως ο μόνος ειδήμων μάρτυρας που κατέθεσε σε σχέση με την ψυχολογική του κατάσταση και τα αίτια, ήταν ο Dr. Drever, του οποίου η μαρτυρία έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή στο σύνολο της.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ενεδιέτριψε τη προσοχή του σε επουσιώδη στοιχεία και/ή παρεμφερή και/ή άσχετα με τα επίδικα ζητήματα, τα οποία αφορούσαν την παράβαση συμφωνίας εκ μέρους των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων, σε σχέση με την αγορά της κατοικίας του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και σε σχέση με τη δυσφήμιση, ζητήματα τα οποία απασχόλησαν το Δικαστήριο και/ή εκδικάστηκαν σε άλλη υπόθεση ήτοι την 365/08 και τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εν τη προκειμένη περίπτωση επιγραμματικά και μόνο για σκοπούς συνοχής. Παραδειγματικά αναφέρουμε, πως ενώ το επίδικο θέμα ήταν το ύψος των αποζημιώσεων, το Σεβαστό Δικαστήριο έδωσε έμφαση και/ή επιμέτρησε αρνητικά το γεγονός πως ο Ενάγων/Εφεσείων, κατά την κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε πως ήρθε σε επαφή με τη νέα αγοράστρια της κατοικίας και πως αυτά τα ανέφερε μόνο κατά το στάδιο της αντεξέτασης, γεγονός το οποίο ουδώλως σχετίζεται και/ή αφορά στα επίδικα θέματα. Το Σεβαστό Δικαστήριο, ανέφερε και σχολίασε αρνητικά το γεγονός πως ο Ενάγων/Εφεσείων απαντώντας σε σχετικές υποβολές που του τέθηκαν από το συνήγορο της υπεράσπισης, παραδέκτηκε πως πριν ακόμη δεχτεί τις δύο αναρτήσεις ανάρτησε συγκεκριμένη ιστοσελίδα που έλαβε κατά τη διάρκεια συναντήσεων που είχε με τους Εναγόμενους 1 και 2, χωρίς τη συγκατάθεση τους. Με το ίδιο σκεπτικό, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη σε συμπεράσματα και/ή καταλήξεις απορρίπτοντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, αναφέροντας πως δεν πείθεται πως μοναδικός σκοπός της επίσκεψης του Ενάγοντα/Εφεσείοντα στην κατοικία, ήταν η λήψη μετρήσεων που θα χρησιμοποιούσε ως μαρτυρία για την υπόθεση της παράβασης συμφωνίας που εκκρεμούσε στο Δικαστήριο, με την αιτιολογία πως δεν είχε την εμπειρογνωμοσύνη να λάβει μετρήσεις οι οποίες θα γίνονταν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Το Σεβαστό Δικαστήριο, δρώντας εκτός των εξουσιών του, σχολίασε και απέρριψε τα όσα ανέφερε ο Ενάγων/Εφεσείων σε σχέση με τον εξευτελισμό, την απελπισία, την στενοχώρια που ένιωσε μετά την επίθεση που δέκτηκε επειδή ως ο ίδιος ανέφερε πήγε να δει το σπίτι του.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας, προβαίνοντας σε ευρήματα όχι μόνο εξ αντικειμένου ανυπόστατα και αυθαίρετα, αλλά από το κείμενο της απόφασης φαίνεται πως παρερμήνευσε τη μαρτυρία και/ή καθοδηγήθηκε από λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία δεν υποστηρίζεται από τη πραγματική δοθείσα μαρτυρία.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο αξιολογώντας εσφαλμένα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του και/ή εβρισκόμενο σε πλάνη σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα και/ή αξιολογώντας τη μαρτυρία με λανθασμένο τρόπο, εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως υπό τις περιστάσεις δεν αιτιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, με την αιτιολογία πως ελλείπει το στοιχείο της ύπαρξης έκδηλης αλαζονείας ή αθέμιτου κινήτρου εκ μέρους των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογώντας εσφαμένα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, εσφαλμένα έκρινε πως η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα ήταν προκλητική.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο με βάση την ενώπιον του μαρτυρία εσφαλμένα δεν επεδίκασε όλες τις πραγματικές ζημιές του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Παραδειγματικά αναφέρουμε πως εσφαλμένα έκρινε πως δεν αποδείκτηκαν οι ειδικές ζημιές σε σχέση με τα τεκμήρια 47Α και 47Β επειδή κατ’ ισχυρισμό η απόδειξη δεν είχε εκδοθεί επ’ ονόματι του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου πως ως ο ίδιος ο Ενάγων/Εφεσείων εξήγησε κατά τη μαρτυρία του από το συνολικό ποσό των 180,99 Στερλινών που αναφέρεται στο Τεκμήριο 47(α), διεκδικεί μόνο το πρώτο ποσό των 95,00 Στερλινών (covertcamerakit), ενόψει του ότι το Τ.47(α) περιλαμβάνει και άλλα εξαρτήματα τα οποία δεν απωλέσθησαν ή καταστράφηκαν από το περιστατικό. Διέλαθε επίσης της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου πως η απόδειξη πληρωμής φέρει ημερομηνία 12/06/07 και εκδόθηκε επ’ ονόματι του Ενάγοντα, με την αναγραφή «πληρωμένο» στη κατάσταση πληρωμής (paymentstatus: paid). Η αγορά έγινε από την ιστοσελίδα dogcamsport.Το τεκμήριο 47(β) αποτελεί απόδειξη πληρωμής ημερ. 03/01/2008, όπου αναφέρεται η τιμή αγοράς της κάρτας μνήμης και δύο δίσκων της βιντεοκάμερας, που ανέρχεται στο ποσό των 315,00Στερλινών και ως εμφαίνεται πληρώθηκε με visa. Περαιτέρω, διέλαθε της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου πως η απώλεια των πιο πάνω επιμαρτυρείται από την ποινική απόφαση Τεκμήριο39, από την κατάθεση του Αστ. 3488 Μάριου Χρίστουτεκ. 19, από την κατάθεση του Αστ. 1192, Στ. Ανδρέουτεκ.. 34 και από την κατάθεση του Αστ. 860 Στ. Θεοδούλου τεκ. 28. Λόγω της εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων γιατρών, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την επιδίκαση ιατρικών εξόδων ως εμφαίνονται από την παράγραφο Ε και Ζ της Έκθεσης Απαίτησης, με τον ισχυρισμό ότι με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει αποδειχθεί πως τα εν λόγω έξοδα σχετίζονται και/ή συνδέονται με τον τραυματισμό του Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατά την επίθεση. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν επεδίκασε έξοδα σε σχέση με τα έξοδα επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου μετά τη σύγκρουση του αυτοκινήτου που ενοικίαζε από τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη το Τεκμήριο 48, που αποτελεί απόδειξη εισπράξεως ημερ. 26/01/08, λίγες ημέρες μετά το επίδικο συμβάν καθώς επίσης και το Τεκμήριο 19, στο οποίο εμφαίνεται πως το εν λόγω αυτοκίνητο είναι το αυτοκίνητο που κτύπησαν οι Εναγόμενοι/Εφεσίβλητοι. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν επεδίκασε τα έξοδα για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου, με την αιτιολογία πως ο Ενάγων/Εφεσείων δεν απέδειξε πως η σύγκρουση οφειλόταν στους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους, αφού το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό και/ή δεν αμφισβητήθηκε.Το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν επεδίκασε τα έξοδα μετακίνησης και διανομής τα οποία επιβαρύνθηκε ο Ενάγων/Εφεσείων σε σχέση με τη διεξαγωγή της συνδεόμενης με την παρούσα υπόθεση, ποινικής υπόθεσης 4155/08, προβάλλοντας ως αιτιολογία ότι κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όγκος εγγράφων που δεν επεξηγήθηκε, αφού έγινε ρητή αναφορά πως πρόκειται για έξοδα αεροπορικά, μετακίνησης,και διαμονής για τις ημερομηνίες διεξαγωγής των ακροαματικών διαδικασιών στην ποινική υπόθεση.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του, ευρισκόμενο σε πλάνη σε σχέση με την ισχύουσα Νομοθεσία και τις καθιερωμένες αρχές της Νομολογίας

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά και/ή δεν ακολούθησε τις καθιερωμένες αρχές σε σχέση με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, παραλείποντας να καταλήξει στο συμπέρασμα πως τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα παρέμειναν αναντίλεκτα και/ή αδιαμφισβήτητα, αφού αφενός δεν έγινε κατορθωτό να πληγεί η αξιοπιστία τους μέσω της αντεξέτασης και αφετέρου δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τη πλευρά των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων, που να θέτει σε αμφισβήτηση και/ή να αντικρούει τα όσα εμπεριστατωμένα και καθόλα τεκμηριωμένα παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και/ή παραγνώρισε πως οι εμπειρογνώμονες της πλευράς των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων απέτυχαν να παρουσιάσουν με επιστημονικά κριτήρια πως θα έπραττε κατά την γνώμη τους ο μέσος συνετός γιατρός και/ή απέτυχαν να παρουσιάσουν εμπεριστατωμένα πως τα όσα ισχυρίζονται υποστηρίζονται από μια άλλη σχολή ιατρών, με τρόπο που το Δικαστήριο έπρεπε να καθοδηγηθεί μόνο με βάση την ιατρική γνώμη των εμπειρογνωμόνων της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη και/ή εσφαλμένα δεν ακολούθησε τα όσα αναφύονται από την καθοδηγητική υπόθεση The Jones v. Dunkel Inference [2004] NSWCA 123, στην οποία τέθηκε πως όταν η Υπεράσπιση δεν προσκομίζει μάρτυρες προς αμφισβήτηση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά των Εναγόντων, τότε αυτό ενδυναμώνει τη θέση των τελευταίων και το Δικαστήριο δύναται με περισσότερη σιγουριά και/ή βεβαιότητα να αποδεχτεί τις θέσεις των Εναγόντων ως αληθείς και/ή πειστικές.

  1. Tο Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε όλα όσα τέθηκαν από τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, από τη στιγμή που ήταν η μοναδική ιατρική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και/ή εν απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας από την πλευρά των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων η οποία να αντικρούει τα όσα κατέθεσαν, και ιδιαιτερα ενόψει της έλλειψης ικανοποιητικής εξήγησης αναφορικά με τον λόγο που δεν προσήλθαν ουσιαστικοί μάρτυρες ή εμπειρογνώμονες προς υποστήριξη των ισχυρισμών των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε σωστά τις νομικές αρχές που αφορούν την αποδοχή μαρτυρίας από εμπειρογνώμονα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε και/ή εφάρμοσε λανθασμένα τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων, σύμφωνα με τη Νομολογία. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα υιοθέτησε και/ή διεξήγαγε αυθαίρετα συμπεράσματα αναφορικά με ιατρικά ζητήματα, τα οποία δεν υποστηρίκτηκαν από καμία απολύτως ιατρική γνώμη και/ή βιβλιογραφία, ενώ από την άλλη λανθασμένα δεν αποδέκτηκε τις θέσεις των εμπειρογνωμόνων που κατέθεσαν για την πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, οι οποίες ήταν απολύτως τεκμηριωμένες. Επομένως εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει πως η πλευρά των Εναγομένων/Εφεισβλήτων δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με το κατάλληλο επιστημονικό υλικό προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα το επίπεδο απόδειξης, αφού με βάση τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του και δεδομένου πως η μόνη ιατρική μαρτυρία που είχε ενώπιον του ήταν αυτή των γιατρών που κατέθεσαν για τη πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, θα έπρεπε να είχε καταλήξει πως με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, οι ζημιές που υπέστη ο Ενάγων/Εφεσείων από την επίθεση ήταν αυτές που περιέγραψαν οι εν λόγω γιατροί, η μαρτυρία των οποίων παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή δεν αντικρούστηκε από άλλη ιατρική μαρτυρία. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να ακολουθήσει την καθοδηγητική υπόθεση Morrison v. Barton 1994 SLT 657, στην οποία παρόλο που τα επιχειρήματα της υπεράσπισης ήταν πως ο Ενάγων δεν είχε αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πόνου και του επίδικου συμβάντος, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, είχαν αποδειχθεί τα πιο πάνω μέσω της ιατρικής μαρτυρίας.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο, κατά παράβαση των εξουσιών που του παρέχονται από το Νόμο, προέβη σε πιθανολογήσεις και/ή συμπεράσματα και/ή καταλήξεις, που δεν αντικατοπτρίζονται στις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόμενων/Εφεσιβλήτων και/ή δεν ανταποκρίνονται στην δοθείσα μαρτυρία και/ή στα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θέτοντας σε ευνοϊκότερη θέση τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις νομολογιακές αρχές καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως υπό τις περιστάσεις δεν αιτιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, με την αιτιολογία πως ελλείπει το στοιχείο της ύπαρξης έκδηλης αλαζονείας ή αθέμιτου κινήτρου εκ μέρους των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν ακολούθησε τη σχετική επί του θέματος νομολογία, δια της οποίας αιτιολογείται υπό το φως των περιστάσεων, υψηλότερο ποσό γενικών και επαυξημένων αποζημιώσεων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε τις καθόλα διαφωτιστικές μαρτυρίες που τέθηκαν ενώπιον του σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων για κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ίλλιγγου θέσης και ψυχιατρικών/ψυχολογικών προβλημάτων, λόγω της εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΕ5, ΜΕ6 και ΜΕ7, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την επιδίκαση πολύ χαμηλού ποσού αποζημιώσεων.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο λανθασμένα δεν ακολούθησε την υφιστάμενη νομολογία και/ή τις πάγιες αρχές της ισχύουσας νομολογίας οι οποίες συμφωνούν με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ6, Ian Drever, ήτοι πως σε περίπτωση που κάποιος ασθενής έχει υποστεί ψυχολογικά τραύματα και/ή ψυχιατρικά προβλήματα και/ή κατάθλιψη συνεπεία πολλών παραγόντων, τότε ο θεράπων ιατρός είναι το κατάλληλο πρόσωπο να αναφέρει ποιος λόγος διαδραμάτισε κύριο ρόλο στην εμφάνιση των εν λόγω τραυμάτων και σε ποιο ποσοστό.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε την ισχύουσα νομολογία τόσο την κυπριακή όσο και την αγγλική που τέθηκε αναλυτικά ενώπιον του σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις που αφορούν παρόμοια τραύματα με αυτά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ιδιαίτερα αναφορικά με την κρανιοεγκεφαλική κάκωση, σύνδρομο Adjustment Disorder with Disturbances of Emotions και Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV), που θα αιτιολογούσαν πολύ υψηλότερα ποσά αποζημιώσεων.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα υπό τις περιστάσεις τη νομολογία αναφορικά με την απόδειξη των πραγματικών και/ή ειδικών ζημιών. Συγκεκριμένα, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε πως με βάση τη σχετική επί του θέματος νομολογία δεν αποδείκτηκαν οι ειδικές ζημιές σε σχέση με τα τεκμήρια 47Α και 47Β επειδή κατ’ ισχυρισμό η απόδειξη δεν είχε εκδοθεί επ’ ονόματι του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, καθώς και με τα ιατρικά έξοδα ως εμφαίνονται από την παράγραφο Ε και Ζ της Έκθεσης Απαίτησης, με τον ισχυρισμό ότι με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει αποδειχθεί πως τα εν λόγω έξοδα σχετίζονται και/ή συνδέονται με τον τραυματισμό του Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατά την επίθεση. Το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν επεδίκασε τα έξοδα μετακίνησης και διανομής τα οποία επιβαρύνθηκε ο Ενάγων/Εφεσείων σε σχέση με τη διεξαγωγή της ποινικής υπόθεσης 4155/08, με την αιτιολογία ότι κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όγκος εγγράφων τα οποία δεν επεξηγήθηκαν. Με τον ίδιο τρόπο εσφαλμένα δεν επεδίκασε τις ειδικές ζημιες για την επισκευή του ενοικιαζόμενου αυτοκινήτου του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και των ενδυμάτων του.

  1. To Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα επιδίκασε νόμιμο τόκο επί του επιδικασθέντος ποσού από την ημερομηνία 01/01/2010 και όχι από την ημερομηνία της επίθεσης ήτοι 14/01/08, θεωρώντας πως προκλήθηκε αναιτιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη και/ή να επιμετρήσει τις ιδιαιτερότητες της παρούσης υπόθεσης, οι οποίες τυχόν να προκάλεσαν οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διεξαγωγή της διαδικασίας, και που προέρχονται κυρίως από το γεγονός πως ο Ενάγων/Εφεσείων πρόκειται για διάδικο διασυνοριακών διαφορών που τυγχάνει νομικής αρωγής. Παραδειγματικά, το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη μεταξύ άλλων, διαδικαστικά κωλύματα λόγω της έλευσης του Ενάγοντα/Εφεσείοντα από την Αγγλία για σκοπούς προσαγωγής της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, τη διαμεσολάβηση της εκδίκασης της αίτησης για νομική αρωγή, και τη διευθέτηση προσαγωγής μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, τα οποία δικαιολογούσαν την επιδίκαση τόκου από την ημερομηνία έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος.

  1. Για σκοπούς επιδίκασης νόμιμου τόκου, το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και/ή αγνόησε το γεγονός πως η εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν εξαρτάτο αποκλειστικά και μόνο από τον έλεγχο του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, αφού η οποιασδήποτε προκληθείσα καθυστέρηση ήταν συνεπεία της νομικής αρωγής και της δύσκολης οικονομικής του κατάστασης. Παραδειγματικά αναφέρουμε πως για σκοπούς αποκρυστάλλωσης των πραγματικών ζημιών που υπέστη ο Ενάγων/Εφεσείων, κατέστη αναγκαία η προσκόμιση της κατάλληλης μαρτυρίας μέσω των θεράποντων ιατρών του, οι οποίοι βρίσκονται στην Αγγλία. Ενόψει του ότι ο Ενάγων/Εφεσείων είναι διάδικος με νομική αρωγή για διασυνοριακές διαφορές και ενόψει του ότι όλα τα έξοδα τα οποία βαραίνουν την πλευρά του, επιβαρύνουν ουσιαστικά την Κυπριακή Δημοκρατία, το Σεβαστό Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα μας, όπως δοθεί η μαρτυρία των εν λόγω γιατρών, μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης προς αποφυγή μεγαλύτερων εξόδων εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Σεβαστό Δικαστήριο παραγνώρισε και/ή δεν έλαβε υπόψη, πως ως εμφαίνεται από τον ογκώδη φάκελο της υπόθεσης καθώς επίσης και ως επιμαρτυρείται από τα πρακτικά του Πρωτοκολλητείου, ο συντονισμός και η επικοινωνία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με το Royal Court of Justice του Λονδίνου για προγραμματισμό και διευθέτηση της εικονοτηλεδιάσκεψης, ήταν έργο χρονοβόρο και δύσκολο και/ή η οποιαδήποτε καθυστέρηση προκλήθηκε δεν ήταν υπό τον έλεγχο του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πως ως απόρροια των πιο πάνω διαδικαστικών κωλυμάτων, αιτήματα αναβολής ή αυτεπάγγελτες αναβολές ήταν καθόλα δικαιολογημένες και κατ’ ουδένα λόγο δεν θα μπορούσαν να επενεργήσουν εναντίον του Ενάγοντα. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο όχι μόνο παραγνώρισε τα πιο πάνω διαδικαστικα κωλύματα αλλά τουναντίον παρέλειψε να επιμετρήσει θετικά πως η πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσειοντα, ήταν καθόλα βοηθητική αφού ενεπλάκη ενεργά, επίμονα και πέραν των υποχρεώσεων της, για την ετοιμασία και αποστολή όλων των σχετικών εγγράφων προς τις αρμόδιες αρχές της Αγγλίας καθώς επίσης και μέσω των τηλεφωνικών και άλλων παρεμβολών για επίσπευση της όλης διαδικασίας.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο, επιδικάζοντας νόμιμο τόκο από την 01/01/2010, έμμεσα έθεσε τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ο οποίος είναι διάδικος με νομική αρωγή, σε μειονεκτική και/ή δυσμενέστερη θέση έναντι των διαδίκων με την οικονομική δυνατότητα, οι οποίοι έχουν την ευχέρεια να καταβάλουν τα σχετικά έξοδα για την προσαγωγή αναγκαίας και/ή ουσιώδους μαρτυρίας από το εξωτερικό προς απόδειξη της υπόθεσης τους, χωρίς όλα τα πιο πάνω διαδικαστικά και τυπικής φύσεως κωλύματα. Το Σεβαστό Δικαστήριο αγνόησε πως η μη επιδίκαση νόμιμου τόκου από την ημερομηνία του επίδικου συμβάντος, ουσιαστικά λαμβάνει τη μορφή τιμωρίας έναντι στο διάδικο που τυγχάνει νομικής αρωγής και που αντιμετωπίζει διαδικαστικά κωλύματα, παραβλέποντας το δικαίωμα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα για δίκαιη δίκη, σύμφωνα με το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το Άρθρου 30 του Συντάγματος, τον Περί Νομικής Αρωγής Νόμου 165 (Ι)/2002.

ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε και/ή δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή δεόντως την απόφασή του και/ή τα ευρήματά του.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή δεόντως τους λόγους για τους οποίους δεν αποδέκτηκε σημαντικό μέρος της μαρτυρίας των ΜΕ5, ΜΕ6 και ολόκληρης της μαρτυρίας του ΜΕ7, από τη στιγμή που η άλλη πλευρά απέτυχε να προσκομίσει μαρτυρία δια της οποίας να αντικρούει τα όσα έθεσαν οι προαναφερόμενοι μάρτυρες και/ή έστω να αμφισβητήσουν τη διαγνωστική μέθοδο την οποία ακολούθησαν.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να αιτιολογήσει με ποιον τρόπο υιοθέτησε τις θέσεις των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων, από τη στιγμή που δεν εφοδίασαν το Δικαστήριο με την κατάλληλη ιατρική μαρτυρία και τα κατάλληλα επιστημονικά εργαλεία δια των οποίων να υποστηρίζονταν οι θέσεις τους.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή δεόντως τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τη μαρτυρία του ΜΕ5, Νικόλαου Νικολάου, σε σχέση με το εύρημα του για κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη πως η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή δεν αντικρούστηκε από άλλη ιατρική μαρτυρία. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε με ποια κριτήρια και/ή τους λόγους για τους οποίους ενώ αποδέκτηκε τα υπόλοιπα ευρήματα του εν λόγω γιατρού, απέρριψε το εύρημα για κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή παρέλειψε να εξηγήσει δεόντως γιατί έκρινε πως ο ΜΕ6, Ian Drever, απέτυχε να εξηγήσει με σαφήνεια και με επιστημονική τεκμηρίωση πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα συμπτώματα του Ενάγοντα/Eφεσείοντα με τα χαρακτηριστικά κατάθλιψης οφείλονται στον ξυλοδαρμό που έχει υποστεί.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε πως διεξήγαγε το συμπέρασμα πως ο ΜΕ7 δεν ήταν γνώστης των τραυμάτων του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και πως κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο ΜΕ7 κατέληξε «αβίαστα» στο συμπέρασμα πως το σύνδρομο ίλλιγγου παρουσιάστηκε ένεκα του τραυματισμού από την επίθεση.

  1. . Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή παρέλειψε να αιτιολογήσει δεόντως γιατί δεν αποδέκτηκε τη μαρτυρία του ΜΕ7, Dr.Yeoh, αναφορικά με τις δύο μόνες αιτίες εμφάνισης του συνδρόμου Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV) (παροξυσμικός ίλιγγος θέσης), είτε λόγω τραυματισμού στο κεφάλι είτε λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του ασθενή.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή προέβη σε εσφαλμένη αιτιολόγηση ως προς την μη επιδίκαση όλων των πραγματικών ζημιών που υπέστη ο Ενάγων/Εφεσείων.

(Περαιτέρω λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την ακρόαση της Εφέσεως)

(Υπογρ.) Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Δικηγόροι Ενάγοντα/Εφεσείοντα

Καταχωρήθηκε την / / 2015

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής

(α) Έκαστος λόγος και τα αιτιολογικά τούτου δέον να εκτίθενται κεχωρισμένως και πλήρως.

Second Assault: Civil Case 197/2008: Decision 18-12-2014

0

District Court of Famagusta
Before: S. Loukidou-Vasiliou, District Court Judge

Action number: 197/2008

Between:

CORNELIOUS DESMOND O’DWYER

PLAINTIFF

and

1. CHRISTOFOROS KARAYIANNAS, of Liopetri
2. MARIOS KARAYIANNAS, of Frenaros
3. CHARALAMBOS TTIGGIS, of Larnaka

DEFENDANTS

Date: 18.12.2014
Appearances:
For the Plaintiff: Mr Georgiades
For the Defendants: Mr Vasilakkas

JUDGMENT

The Plaintiff is claiming against defendants 1, 2 and 3 special and general damages, as well as exemplary and/or punitive damages plus interest and costs as a result of unlawful assault against him by the defendants and causing him bodily harm and other damage.

According to the legally documented allegations made in the amended claim report, on 14.01.2008, in the village of Frenaros in the district of Famagusta village, defendants 2 and 3 stopped the hire car that was being driven by the plaintiff and after throwing him out of the car, dragging him to the ground, together with defendant 1, they attacked him and hit him in the face and all over his body in front of village residents, thus humiliating him publicly and causing him physical injuries.

In their joint defence, the defendants deny the plaintiff’s allegations. Putting forward their own allegations in relation to the incident, they allege that the plaintiff intentionally cut off the car that defendant 2 was driving, since the plaintiff knew where his vehicle was located due to the fact that he was following and videoing defendants 1 and 2 at that particular time or/and repeatedly. Defendants 1 and 2 further allege that, as a result of the collision of the above-mentioned vehicles, they have suffered material damage and physical injuries and consequently are counter-claiming damages against the plaintiff.

On the plaintiff’s part, the plaintiff himself made a submission (ME2) and produced a total of six witnesses, the Registrar of the District Court of Larnaka-Famagusta, Fotini Larkou (ME1), constable Marios Christou (ME3), doctor Vasilios Baka (ME4, and doctor Nikolaos Nikolaou (ME5). In addition, with the assistance of the competent court authorities, doctors Ian Robert Drever and Lan Yeoh (ME6 and 7) from the United Kingdom made their submissions by means of videoconferencing.

For the defendants’ part, no evidence was produced. In addition, during the initial stages of the hearing proceedings and in particular, prior to the commencement of the cross-examination of the plaintiff, the defendants for their part admitted the fact that they attacked the plaintiff. Furthermore, during the hearing proceedings, it became clear that the defence did not doubt that the plaintiff had suffered physical injuries as a result of the attack. As a result, all that remains to be decided upon is the matter of the type and extent of the physical injuries and material damages that were suffered by the plaintiff as a result of the attack and hence, the determining of the amount of damages.

During the hearing proceedings, it was further declared that the content of the statements given by police officers in relation to the incident at issue (Exhibits 28, 31, 33 and 34), the number of photos (Exhibits 12, 13 and 14), and the plaintiff’s payment receipts for obtaining the medical certificate and police report (Exhibits 55 and 56) were accepted facts. Finally, it is noted that the defendants’ counter-claim was not put forward during the trial and consequently, I consider that it has been abandoned.

The counsel for both parties in their submissions made a relevant reference to the evidence and referred to the relevant case law in support of both of their clients.

Defendants 1 and 2 at the material time were directors of a specific company that dealt with the construction and sale of buildings. From the evidence produced as well as the content of numerous published court judgments, it derives that there have been other previous court battles between the defendants and the plaintiff. The conclusion of a contract of sale triggered the above, on the basis of which the plaintiff, who is a British national, at the material time, was 37 years old, had agreed to purchase from the company of defendants 1 and 2 a house in Cyprus, more specifically, in the village of Frenaros. There was a breach of the aforementioned contract. Of course, the liability for the breach of contract does not concern this case. It should just be noted that, according to the plaintiff’s version, at the material time, he became aware that this specific house had then been sold to a third party. Based on the evidence submitted, it also appears that the plaintiff has been attacked by defendants 1 and 2 in the past as well. In this regard, a relevant action was filed and damages were awarded in favour of the plaintiff by virtue of a judgment dated 25.1.2011 (Exhibit 46). In addition, with regard to the incidents that this case concerns, criminal action 4155/08 was filed against defendants 1, 2 and 3 and since they were found guilty of the charges that they faced, a suspended prison sentence was imposed upon defendants 1 and 2, and a fine of 2000 Euros on defendant 3 (exhibits 39 and 40).

Everything that witnesses of each party have stated at court is duly recorded in the transcripts which have been kept and it is being taken into consideration by the Court together with the submitted exhibits as a whole, so there is no point in repeat all of these. A relevant reference to the evidence is made when it is considered necessary for the purpose of evaluating witness evidence. It should also be mentioned that this case, which is a civil case, is being decided upon on the balance of probabilities and a witness may become reliable either wholly or in part (see Agapiou v Panagiotou (1988) 1 AAD 263 and Attorney General v Manoli (1995) 2 AAD 207). It has also been mentioned that the selective acceptance of part of the evidence of one witness is not objectionable (see Charis Christou v Evgenia Khoreva (2002) 1 AAD 454).

Evidence (ME1)

Evidence of ME1 was of a formal nature, it was not doubted and, consequently, is recorded at this stage as having been accepted. This witness was called in her capacity as the Registrar of the District Court of Larnaka – Famagusta, and she submitted exhibits from the file on criminal case 4155/08 during the hearing proceedings in the aforesaid case, as well as the written text of the judgment and the penalty that had been imposed upon defendants 1, 2 and 3 (Exhibits 1-45). The exhibits that were acknowledged by the witnesses were referred to in their evidence.

Evidence of the Plaintiff (ME2)

The Plaintiff submitted an affidavit (Document A and A1), the content of which formed part of his main witness examination. Describing the incident according to his own version, he mentioned that on that particular day, he had gone to see the house that he had bought from the company of defendants 1 and 2 to take photographs and measurements with a view to using them as evidence in the court proceedings that were pending at court. He asked his friend, Martin Mott, to accompany him and to use a video camera to video him from a distance so that he would have evidence that he was not doing anything bad. In addition, he himself was wearing underneath his jacket a small camera (“microcamera”, as he himself referred to it), with which he was also recording the scene. It was produced before the court as exhibit 6 and he acknowledged that it was the camera that he had hidden under his jacket. When he arrived at the place, he met there the new buyer of the house, who complained about the fact that he was taking photographs of her house without her permission and he saw her speaking to someone on the phone. Then his friend, Martin Mott, who was at a distance of 100 metres away, called him and mentioned to him that he had been cut off by Defendant 1. Then, the Plaintiff started heading towards the place where his friend was. While he was driving in the direction of Frenaros village, a car, driven by Defendant 2 with Defendant 3 as the co-driver, crashed into the plaintiff’s car. When he got out of the car, the defendant 2 punched him in the face and his nose started bleeding. He tried to use his mobile phone but Defendant 2 grabbed it from his hands. Then, while he was sitting on the stairs of a coffee shop, Defendant 1 appeared on the scene and was shouting in a threatening manner. The word “camera” was heard and he realised that defendants 1 and 2 had seen the micro-camera that he had hidden under his jacket. Then, he took the camera in his hands and started running but defendants 1 and 2 managed to catch up with him and after they had thrown him on the floor, Defendant 1 stood on his face. Defendant 2 hit him, mainly on the lower part of his back and stomach, while defendant 3 was holding him down and trying to get the camera, which he eventually got. After this incident, he was taken to hospital, where he stayed for six days and then his friends took care of him for weeks. He did not return to the United Kingdom since, he claimed, he did not want his daughters to see him using crutches. When he was walking normally again, a problem with his balance was discovered and he was suffering from dizziness. He visited a specialist doctor in the United Kingdom, who diagnosed benign paroxysmal positional vertigo that had been caused by the “crushing” of his head. Finally, the plaintiff, while describing how he felt as a result of the trauma, mentioned that when he returned in the United Kingdom, he had suffered a nervous breakdown and had to stay in hospital for three weeks.

He acknowledged and adopted the content of the written submissions that he gave to the police in relation to the incident, Exhibit (1,2,5,7 and 11). Furthermore, he acknowledged the Exhibits 3 and 4 referring that it was the shirt and the jacket he was wearing when he was battered and on which there were stains of blood.

Acknowledging the contents of the photographs, Exhibit 9 and 10, that illustrate the scene of the incident, and Exhibit 16 referring to the camera that he was holding when he was battered for the first time in 2006 by the defendants 1 and 2. He claimed that the camera that he was holding during the scene was worth £ 410 and he testified behind the Court the invoice that was dated on 12.06.2007, Exhibit 47A, and he also testified the receipt that was dated on 3.01.2008, Exhibit 47B. He claimed that he paid €450 to the car rental company for the car that he was using the day of the scene, for the damages caused to it by the collision with the car of the defendants’ and he testified the receipt that was dated on 26.01.2008, Exhibit 48. He also mentioned that the value of his mobile phone taken by the defendants was worth £129 and he testified the receipt of it, Exhibit 49. Moreover, he claimed that he paid the amount of £150 for medical expenses and he testified the voucher, Exhibit 50. The Plaintiff also testified the medical reports. Exhibits 51,52 and 53. He claimed that because of the attack suffered by the defendants, he faces up bodily and psychological problems today, he suffers from depression and he takes medication. He added that the symptoms of dizziness and nausea presented because of the injury to his ear have been lasting for six months and received physiotherapy. Finally, he claimed that for his presence as a crown witness in the criminal case 4155/08, he had to spend on flights, accommodation and movement around €9.965,46. Therefore, he testified documents package behind the Court, Exhibit 54.

During the cross-examination of the plaintiff, he said that during his stay in the hospital, he underwent Computed Tomography and he was examined by many doctors but he does not remember whether examined by a coroner. Asked about this, he clarified that when he said during his examination that the referring house that agreed to be bought by the defendants, had been registered to him, he meant that he had registered the Contract of Salewith the Land Registry. He claimed that the reported residence was illegally sold to a third part and as a consequence, he filed in court a private criminal case against the defendants 1 and 2, the Company and the new buyer. Answering to related questions, he mentioned that during 2007, in some cases he contacted with the new buyer of the house by phone and by email to express his views on the issue. He agreed that when he was battered for the first time in 2006 by the defendants 1 and 2, he was holding the camera and he was out of the reported residence. He also agreed that the website that there is in the internet belongs to him and on this page there is taped material taken during various meetings with the defendants 1 and 2, without them knowing of such action and without their consent. Asked in relation to it, he mentioned that Exhibit 47A refers to the purchase of the camera’s lens, while Exhibit 47B refers to the purchase of the camera, stating that the attached brochure on the Exhibit 47A shows the model of camera that he was holding when he was battered. In relation to the receipt on Exhibit 49 and the attached invoice, he explained that the receipt indicated the same transaction number that is indicated on the invoice, that was issued in his name. Asked about Exhibit 54, he answered that the expenses associated with his presence behind the Court are not concerned to it, but the Exhibit refers to the expenses in relation to his presence behind the Court to the criminal case 4155/08. He also mentioned that he requested, through his lawyer, to be paid all these expenses by the prosecution, but he still has not received any answer. Indicated on the medical report of the General Hospital of Larnaca, it was mentioned that when he was discharged from the Hospital, the given instructions referred that he should visit the Hospital again after a few days in order to be re-examined again by the doctors, the Plaintiff declared that probably he did not return for a re-examination.

Evidence of the Plaintiff (ME3)
The Policeman 3488, Marios Christou, adopted all the contents of his written testimony, Exhibit 19. He visited the Plaintiff in the Hospital where he was bedridden and he received his written testimony. He also received investigating deposition in relation to the attack and he accused in writing the defendants. The defendant 2 indicated to him the place where the camera was hidden and the Plaintiff was holding the day of the attack. Asked about the photographs of Exhibit 15, he mentioned that they were given to him by the Plaintiff on 23.1.08, who told him that they were taken by his friend. It is noticeable that these are ten photographs, four of which illustrate the Plaintiff being injured. The rest of the photographs illustrate some body parts that have bruises without revealing the face of person that they belong to. During his cross-examination, he mentioned that the photographs were not being taken in his presence and he accepted that six photographs did not reveal the Plaintiff’s face.

ME3 testimony was typical and the submitted questions during the cross-examination were illustrative. As a result, it is noticeable that his testimony is admissible evidence.

Evidence of the Plaintiff (ME4)
ME4 is a general practitioner doctor and he is working at the First Aid Departure of Ammochostos Hospital. He acknowledged and adopted all the content of his written submissions (Exhibit 27). On 14.1.2008, at the First Aid Departure, he examined the Plaintiff and he found that he brought lesion in the left zygomatic bone and behind the mandible on the left side. He also shows a large swelling on the right waist. An orthopedic was invited and then he recommended a surgical examination to be done. Then, the Plaintiff was transferred to the General Hospital of Larnaca. When he was asked about that, he clarified that the right waist located in the back area and specifically under the shoulder blade. Referring to the photos are shown on Exhibit 14, the photos that were taken on 15.1.08 at the General Hospital of Larnaca during the forensic examination, he indicated on the photographs 3-6 the injuries that were brought by the Plaintiff. Specifically, he pointed out on the third photograph a lesion and small scratches on the back of the left mandible on temporomandibular joint area, on the fourth photograph he pointed out lesion in the region of the left cheekbone below the left eye and minor abrasions, on the fifth photograph he indicated lesion and small abrasions on the back of the left mandible, and on the sixth photograph he indicated swelling in the right loin located below the shoulder. Answering to some relevant questions, he referred that bruises may occur at a later time of the injury. Finally, he referred that the injuries brought by plaintiff are consistent with the appearance of dizziness and headache, insomuch bruises cause pain, dizziness and headache and sometimes the injured has the sense of balance loss.
At the cross-examination stage, he clarified that some injuries brought by plaintiff were not described on his written submissions because these injuries had not been appeared since he examined him. He also referred that the Plaintiff did not complain to him about dizziness and headache. In relation to the photographs of Exhibit 15, he referred that he had no idea who took these photos and then he referred that that photographs 5-10 do not reveal the person to whom they belong. Answering to a relevant question, he referred that bruises usually occur up to 24 hours after an injury.

Evidence of the Plaintiff (ME5)
ME5 referred that he is a general surgeon and he works at the General Hospital of Larnaca. He adopted his written submissions that he had prepared in relation to the Plaintiff’s injuries, Exhibit 32. At his medical report, he referred that the Plaintiff was examined on 14.1.2008 after his transport from the Hospital of Ammochostos. He complained about headache, dizziness, nausea, abdominal pain, right renal area, waist and cervical vertebrae of the spine. During the clinical examination, it was found sensitivity on the right abdomen, right renal area, abrasions and bruising on the face and sensitivity at cervical vertebrae of the spine and the lumbar spine. It was also found that there were bruises below the surface of the right thigh and of the right renal area. The diagnosis of the traumatic brain injury, fracture of cervical vertebrae of the spine and fracture of the right renal area were found. He was introduced in the surgical clinic in order to be monitored. The following day, he was examined by an orthopedic, who diagnosed fracture of cervical vertebrae of the spine and the lumbar spine and he recommended analgesics.

During his hospitalization, the Plaintiff complained about pain on the right renal area, lumbar spine and difficulty in walking. He was discharged on 19.1.08 and he was given instructions to rest and be re-examined at the external infirmaries. ME5, when he had to answer to a relative question, he told that for those injuries that the Plaintiff had, it was required short stay in hospital. In relation to the photographs of Exhibit 15, he referred that the injuries that are shown in photographs 5,6,8 and 9 are consistent with the findings unlike to the injuries that are shown in photographs 7 and 10. Finally, he referred that bruises may occur up to 24 hours after an injury.

At the cross-examination stage, ME5 clarified that traumatic brain injury is any blow to the head and based on the patient’s symptoms and the clinical examination, it can be divided into light, medium and heavy. As far as Plaintiff’s case is concerned, the traumatic brain injury was light. He also referred that Plaintiff’s examination with a CT scanner was negative. He supported that in the Plaintiff’s case, the diagnosis that he suffered from traumatic brain injury, was based on the injuries he had, and on the symptoms he appeared, dizziness and headache, and on the findings of the clinical examination that appeared injuries to the face. Finally, he explained that the plaintiff had any trauma to the kidney but he had an external injury on the right renal area.

Evidence of the Plaintiff (ME6)
ME6 referred that he is a doctor with specialization in psychiatry. He adopted all the content of his medical report on 18.5.2009, that he prepared in relation to the Plaintiff (Exhibit 53). At his medical report he refers that the Plaintiff suffers from emotional disorder provoked by considerable stress due to injury of the attack that took place in Cyprus and due to the difficulties that he faced in relation to the purchase of the property. It is stated that the Plaintiff receives group and individual psychotherapy which will continue for several months. He also takes medication to stabilize the situation of his health and reduce the stress and anxiety he feels. Supporting that the sentimental disorder that the Plaintiff feels, is the result of the attack he suffered, he referred that his situation presents characteristics of depression and anxiety, and also supporting that the Plaintiff had lost its mood, he referred that the Plaintiff presents lack of mood and sleep. He added that when the Plaintiff visited him for the first time, he was thinking about hurting himself and up to date he continues to present stress and depression and as a result he takes antidepressants.

At the cross-examination stage, answering to relative questions, he supported that his findings were based on an objective examination of the plaintiff. As he mentioned, in order to have a reliable diagnosis, the procedure he followed was based on stable medical methods. He claimed that in order to conclude in a diagnosis, he usually discusses with the patient through interviews and observes his behavior. In the Plaintiff’s case, he observed that all the things that he mentioned to him and generally all its behavior were consistent with the diagnosis of sentimental disorder. For this diagnosis, he took account of the witness of the Plaintiff’s wife who was present at the last meeting in October 2013, but saying that his duty is to treat the patient and not to investigate whether he is telling the truth. ME6 was aware of the Plaintiff’s attack at the past. Specifically, he mentioned that the first attack took place in 2006 and the second attack took place in January 2008. At a relative question, he mentioned that the symptoms described in the medical report are expected to occur within days or weeks after the attack, but he examined the Plaintiff on the 16th February 2009 for the first time. He mentioned that the Plaintiff told him that the symptoms he presented, occurred from the time of the attack. He also supported that the General doctor who examined him, diagnosed depression in July 2008, but probably the depression could be existed. He was not aware of the Plaintiff’s symptoms before the 16th February 2009.

Evidence of the Plaintiff (ME7)
When ME7 was asked about his qualifications, he mentioned that he is an expert since 1989 at Audio Vertibular Medicine and he explained that it is a specialty of otolaryngology. He adopted all the content of his letter dated on 12.5.2008 (Exhibit 51). He examined the Plaintiff only on May 2008. Reading and simultaneously explaining the content of Exhibit 51, he mentioned that in January 2008 while the plaintiff was in Cyprus, he was attacked and as a result he was injured at his head. He hospitalized for about six days, and when he rose up, he presented acid paroxysmal vertigo that was lasting for a few minutes. Since then, the situation has been improved gradually, but he continues to have vertigo when sitting, lifting and expanding his head. During the Plaintiff’s examination, he found that his hearing had not been affected and the tympanum were untouched, although there is very little «chondrinsi». The attack did not provoke any damage to the middle ear and the hearing measurements were normal. He reported that the measurement of movement functions in the brain was good but the “tachymanouvra” of cerebral motion made him dizzy. Examining the inside of the ear which processes the balance, the measurement showed that there is little damage on the balance within the inner ear. The ear measurement showed that there is normal hearing in both ears. When examined the Plaintiff, he found that there was there “paroxysmal positional vertigo” and as he claimed it means that it has to do with both ears. ME7 supported that these symptoms are due to two main reasons, and he told that either presented to older people, something that does not fit to the case of the plaintiff that was neither 40 years, or to persons who have been wounded in the head. In his letter, Exhibit 52, he referred that the Plaintiff’s history is consistent with the diagnosis of “benign paroxysmal positional vertigo”, which, as stated, is almost certain to be the result of the attack suffered by the Plaintiff. Finally, his letter refers that although the situation of the plaintiff gets better, a treatment will be required by a balance therapist.

At the cross-examination stage, ME7 mentioned that he did not ask for re-examination the Plaintiff at any stage and he does not know whether he has become better. Answering to a relative question, he mentioned that the harm presented by the plaintiff, i.e. vertigo syndrome, is provoked by serious injury in the head. He was not able to say whether the injuries which caused the vertigo syndrome should be visible at the Computed Tomography because as he mentioned it was not a matter that falls within his specialty.

Evaluation Evidence
During the hearing behind the Court, I had the chance to pay attention to all the persons who gave their evidence under oath. I watched the way they were giving their testimony, their answers and their behavior at the witness dock, and I am able to evaluate their evidence. The factors that I took into consideration, without being exhaustive in assessing the evidence, is the immediacy of responses, the clarity they contained, the way in which the answers were given by the witnesses, the contradictions that existed in their responses and the relevance between those claimed and the claims at the pleadings.

The witness that was given by ME1 and ME3, as already said, it has been accepted.

Concerning to ME4, ME5, ME6, ME7 having examined their occupation, their experience, and their qualifications, which are not controversial, and bearing in my mind all the principles that determine when a witness is an expert, I came to the conclusion that these witnesses are experts (Evangelou v. Ambizas (1982) 1 CLR 41). According to case law, the experts’ behavior in the dock is the same as every other common witness, factor by which reliability can be diagnosed (see Nicolaou v Stavrou (1992) 1(B) CLR 746). Adding that it is well-known the principle that the behavior that some special witnesses, such as doctors, have on the witness dock, is not such an important factor in assessing their reliability, as important is in the case of a witness who relies on the events (Athinis v. Republic (1990) 2 C.L.R. page 47,62). According to the case law, the expert in exception to the general rule that prohibits the expression of opinion by a witness, he is able to express his opinion regarding to issues that are consistent to his specialty (see Vasillico Cement Work V. Stavrou (1978) 1 CLR 663). In such case, the expert provides the Court with all the necessary scientific criteria for the assessment of the accuracy of his conclusions, in a way that the Court will be able to form its own independent judgment by the application of these criteria on the facts shown by the evidence (see Philippou v. Odysseos (1989) 1 CLR 1). Moreover, the Court is not bound to adopt the views of an expert, even if they remain without cross-examination. The testimony of the experts is offered in order to be presented the scientific basis on which they worked, so as to assist the court to draw its own conclusions that will form the independent judgment which is based on the facts that have been proved by the testimony.

Evidence of the Plaintiff (ME2)
According to the Plaintiff’s evidence, it has been said that he was attacked by the defendants and he was injured, which in turn is an admissible fact.Moreover, it is indisputable by his words, that the attack took place in the presence of other people and this caused disruption and insult to him.

It is ascertained that during his sworn evidence, the Plaintiff was exorbitant and it was obvious that he attempted to present his injuries more serious than they really were. All the above are demonstrated through the evaluation of the medical evidence that presented in the court and through those that supported himself in relation to the injuries and damages he suffered. His evidence on this issue not only was characterized by exaggeration,but also it was not supported perfectly by the medical testimonyas it is assessed below in my decision. In an attempt to exaggerate for his injuries, he supported that when he was discharged from the hospital, for a while he was using crutches, something that is not consistent with the testimony of his doctors who did not report that the plaintiff could not walk properly when he was discharged from the hospital. On the contrary, ME5 mentioned that for the type of injuries that the Plaintiff had, it was required hospitalization for only a few days. In addition, while he was claiming that when he was discharged from the hospital, he continued to have some problems and he was taken care by his friends for weeks and there was a problem with his balance, but he could not remember if needed to visit the hospital again for re-examination, as recommended by his doctors.

He also tried to accuse the defendants for other health problems that he was facing, which was not sufficiently supported by the medical evidence presented for this purpose in the court. While he attempted to persuade the court that his psychological problems are exclusively due to the attack and the beating he suffered by the defendants, when he was asked about it during the cross-examination, he mentioned that the nervous breakdown he suffered, was due to a combination of factors. It is also noticeable that the Plaintiff’s claims that the blows he received presented brain tumorand discomfort in his ear, were not supported by the relevant evidence of ME7.

Inconsistency to his claims –as they were in his pleadings- can be observed in the fact that in his claim report he referred that the Defendants took him out of the car by pushing him with force and throwing him to the ground, while in his sworn evidence he referred that he descended from the car alone and asked for the Defendant 2 to behave properly. Exaggeration can also be observed on the Plaintiff’s evidence in relation to the property damages that he stated that he suffered from the attack, to which there is detailed reference below in my decision.

According to the following findings, it is clear that the Plaintiff was not completely honest in relation to the facts surrounding the case. At the cross-examination stage, it appeared that he did not reported honestly on the events of the case, in order to relieve any responsibility himself and present that the attack he suffered was completely unprovoked. While at the stage of his main examination he claimed that in relation to the sale of the said housing to a third party is pending a criminal case, during his cross-examination he accepted that the case was dismissed by the court. He also failed to mention in his main examination, that in the past he attempted to make contact with the new buyer of the home by telephone and via e-mail andinstead of her answering he received a letter from her lawyer. According to what he mentioned during his cross-examination, he referred that he sent through his lawyer a letter inviting the new buyer to leave the house. It was revealed that during the last episode of the previous attack he suffered by defendants 1 and 2, again he possessed a camera and he stood outside the reported residence. Finally, answering to related questions asked by the defense counsel, he admitted that before the two attacks he suffered by the defendants, he has registered in the website that he had posted online, taped material which was received during the meetings with the defendants 1 and 2, without them knowing about it and without their consent.

The Plaintiff also has not convinced the Court for the truth of his assertion and as a result it cannot be accepted that the day of the event the only purpose of his visit to the house was to take measurements to be used as evidence in the court. During his cross-examination, his answers over this matter were unclear and indefinite. Moreover, he did not claim that he had the expertise or other qualifications to obtain measurements that could be accepted in court and even measurements that,as he claimed, hereceived while he was in the street outside the residence.All the above raise questions about the veracity of the Plaintiff in relation to the course of events, but also in relation to the real reason for his visit to the place that is the reported residence.Also,it is very important the revelation that his friend Martin Mott afterhis own suggestion was present to the place and not only was he filming the scene using a camera, but also he had a small camera mounted onto his hat.

He told that he felt humiliated, desperate and distressful because of the attack because he went to see “his own residence”, as he mentioned. The plaintiff’s statement is not characterized by sincerity, since, according to other statements, he went there with a friend and they filmed the scene both armed with hidden cameras while they were aware that the said house was occupied by a third person. Being asked whether, when going that day in the area of the residence, expected similar behavior to that encountered in the past and in particular when he was last attacked by the defendants 1 and 2, the Plaintiff avoided to answer and he told that the camera carrying himself was hidden, while the camera on his friend’s hat was visible and was a “shield” to prevent any attack. Then, in contradiction with all the above, he claimed that he did not believe that the defendants would attack him for second time because he just stared at the residence. In connection with the website that he uploaded online, he said that he had personally informed the defendants 1 and 2 of its existence and even he told them that he would attempt to identify more “victims” to be added to the website. In relative submission that before he posted the reported website online, he had not been suffered any attack by the defendants, the Plaintiff avoided to answer and claimed that the website was not defamatory.While initially he denied that the Court issued a decision in which it was decided that the content of this website was defamatory for defendants 1 and 2, then he accepted it and said with contempt to the Court which issued the reported decision, that an appeal has been submitted by him.

Evidence of the Plaintiff (ME4 and ME5)
Both doctors who examined the complainant after the attack he suffered by the defendants, i judge that they told the truth in the Court. The testimony in relation to the injuries of the plaintiff in most points is identified. A few discrepancies between their findings that are due to the time when everyone examined the plaintiff, does not appear capable of weakening their credibility. Their findings were based on clinical and other medical examinations in which the plaintiff was submitted, and they are consistent with the injuries indicated by the plaintiff in the photos of Exhibit 14 and in some photos of Exhibit 15. In conclusion, the findings of the two doctors are accepted by the Court except for the conclusion of ME5 that the plaintiff had been suffered traumatic brain injury. This happened because his conclusion was not supported by any satisfactory information. I think that this is an arbitrary conclusion which seems to be based solely on the fact that the plaintiff complained of dizziness and headache without relying on specific medical tests or documented by scientific criteria. Also, ME4 has not claimed that the plaintiff has suffered a head injury, but he only said that the injuries brought by the applicant justified the appearance of dizziness and headache.

Evidence of the Plaintiff (ME6)
In relation to the evidence of ME6, I accept that by examining the applicant, he diagnosed that he presented affective disorder with features of anxiety and turmoil. But I reject the remaining conclusions which the witness had reported without giving specific information and data to support them. He failed to explain clearly and with appropriate scientific documentation how he concluded that the symptoms of the plaintiff to the characteristics of depression were due to the beating he suffered by the relevant attack. While arguing that the symptoms of the Plaintiff were expected to appear within days or weeks after he had been attacked, however he examined the claimant for the first time in February 2009. Also, the view that depression that was presented by the plaintiff existed before the examination was not scientifically documented, but only based on assumptions and what had been said by the Plaintiff. Additionally, he noted that according to the statements of the general practitioner who examined the plaintiff earlier, he diagnosed that he suffered from depression in July 2008, i.e. six months after the attack.

ME6 did not appear to explain precisely the above conclusions and failed to cite evidence from which to ascertain whether he followed a procedure based on stable medical methods to arrive at a reliable diagnosis. On the contrary, during the cross-examination, he diversified somewhat from his initial view, and he said that the psychological situation of the plaintiff, was accounting for the largest percentage of the attack that he suffered. A view that came from the witness in general, vaguely and not provide the court with any scientific criteria so that it can check the accuracy of the conclusions of which as it was shown, relied only on what’s been said by the Plaintiff. Without any scientific documentation elsewhere in his testimony, he said that the psychological problems of the plaintiff “probably” would have not appeared, if he had not be attacked. Answering questions in relation to the content of the report which refers that the psychological problems of the plaintiff not only are due to the attack he suffered but also they are due to the difficulties he faced with the purchase of the said residence, he claimed that his opinion is based on one of the interviews he had with the plaintiff and the fact that an attack creates more stress than the process of finding a property. In any case, his views are not consistent with the facts as they emerged through the testimony and mainly what the plaintiff described in the court in connection with the “adventure”, as he called it, he had in his attempt to buy a residence in Cyprus. Also, it is noted that the plaintiff himself during his sworn evidence, said that the nervous breakdown that he claimed to have suffered was due to a combination of various factors. Therefore, in the basis of the above, it is acceptable to the testimony of ME6, his conclusion that any psychological problems in connection with depression characteristics that presented or until now are presented by the Plaintiff, are due to the attack that he suffered by the defendants. This, without rejecting that the plaintiff’s attack, caused to him upset and affront, which were also claimed by himself in his sworn evidence, without being doubted.

Evidence of the Plaintiff (ME7)
In connection with ME7 evidence, it can be observed that while he examined the Plaintiff as a specialist otolaryngologist, however, during his testimony he did not make any reference to the Plaintiff’s claim that the blows he received during the attack, showing tumor and discomfort in the ear for which special treatment needed. But he did not supported that when he examined the Plaintiff, he has identified the existence of tumor in the ear.

While he claimed that the damage presented by the plaintiff was provoked by severe head injury, he declined to give a clear answer whether such a serious injury should be seen in the examination of the plaintiff in CT. Answering to relative questions, he continued to say that he could not respond to this question because it was not within to his specialty.

His position was that the vertigo symptoms presented by the plaintiff were the result of the attack that has been entered with generality and not be supported by specific facts and data. While he said that these symptoms occur if there is a serious head injury and not minor injury, to another point of his cross-examination, he expressed the opinion that he remains to the same opinion even if the plaintiff has not been suffered a serious head injury. While it can be observed through his testimony that he was really not aware of the plaintiff’s injuries, however, he effortlessly reported that he presented the above mentioned vertigo syndrome because of his injury in the attack. He noted that the position that the plaintiff in the attack was kicked in the head, it is not entirely consistent with the plaintiff’s testimony, who had not claimed that he was kicked in the head, but that the defendant stepped on his face. It is also important that the ME7 has not considered necessary to see the tests in which the plaintiff was submitted after his injury, either to take any details in relation to these nor asked the others treating doctors to give him any information about his medical history, even stating that, without any scientific evidence, that for him the best source is only patient, not his doctor.

All the above show that ME7 cited in the court opinions that were general and not sufficiently justified. He presented his conclusions without them being supported and documented by the necessary scientific criteria to enable the Court to distinguish the correctness and to reach its own conclusions. He claimed in a simplified manner and without the necessary scientific documentation expected from an expert, that this vertigo syndrome presented by Plaintiff only comes from two causes, the old age or the head injury. But then revising somehow his position, he said that “usually” the vertigo syndrome is caused by the above reasons. While the certainty with which he tried to support that the vertigo symptoms presented by the plaintiff were due to the attack he suffered, it can be proved as a fault and even by the content of the letter of the Exhibit 51 where at some point indicates that it is “almost certain” that the syndrome is due to the attack. Legitimate questions remain unanswered and without explanation by ME7, resulting from the fact that, while according to the content of Exhibit 51 the plaintiff felt symptoms of vertigo just when he got out of the hospital bed, however during his hospitalization in the hospital, he did not refer to his treating doctors to check it and he did not go to the hospital in order to be re-examined, but he did it after a few months later. It is also noted that doctors who examined the plaintiff in Cyprus did not report that the plaintiff complained at any stage to have vertigo and unsteadiness in his balance.

In the light of all the above, I consider that the findings of ME7 are arbitrary and lacking scientific documentation so they do not allow the court to arrive at any safe conclusion. Therefore they cannot be accepted and discarded.

Findings
Given the above assessment, I reached to the following findings. At the relevant time, between the plaintiff and the defendants 1 and 2 there were differences that led them to the court. These differences aroused from the purchase by the applicant of a residence by the company of the defendants 1 and 2. On 14/01/08 the Plaintiff together with his friend Martin Mott, with separate cars, they went in the place where is the reported residence. The friend of the plaintiff had in his possession a video camera as well as a second camera was mounted on his hat, he remained in the car from a distance, in accordance with the instructions of the plaintiff, he was filming while the Plaintiff was taking photos and measurements of the reported residence. While the plaintiff himself possessed a small camera which was hidden inside the jacket with which he was filming by himself. While he was out of the house and took photos, he met the new buyer of the house, which after having complained about the fact that he was taking photographs without her permission, then he saw her talking to someone on the phone. Immediately after that, his friend Martin Mott phoned him, who was within 100 meters away, and he stated that he had been excluded by the defendant. Then the plaintiff went to the place where his friend was. While driving towards the village center Frenaros, a car driven by the defendant 2 and defendant 3 was a passenger, it collided with the car that was driven by him. After getting out of the car the defendant 2, punched him in his face. He tried to use his mobile phone but the defendant 2 took it from his hands. Then, after he sat on the steps of a cafeteria, the defendant 1 appeared on the scene, who was shouting in a threatening way. The plaintiff heard the word “camera” and realized that the defendants 1 and 2 saw the small camera that was hidden in his jacket. Then the plaintiff took the camera in his hand and began to run but the defendants 1 and 2 managed to catch him and after they dropped him to the ground and the defendant 1 pushed him in the face. The defendant 2 hit him in the lower back and stomach while the defendant 3 held him down and tried to take his camera, which was finally taken by him. The plaintiff, after the incident was transferred to the department A of the Hospital of Ammochostos and then he transferred to the General Hospital of Larnaca. Doctors who examined him found that he had bruises and minor scratches on the back of the lower jaw bone, in the left area of the temporomandibular joint, bruises and minor abrasions in the area of the left cheekbone under his left eye, lumps in the right loin and bruises through surface of the right thigh and right renal member area. He complained about headache, dizziness, abdominal pain, right renal area, waist and cervical vertebrae of the spine. During the clinical examination, it was noticed susceptibility of right abdomen, right renal area and susceptibility of waist and cervical vertebrae of the spine. He was hospitalized in a surgeon clinic in order to be examined. The next day, he was examined by the orthopedist, who diagnosed a contusion of waist and cervical vertebrae of the spine and recommended analgesics. He was discharged on 19/01/08 with instructions to rest and to be re-examined by doctors in the external department of the hospital. Finally, a finding of the court that the attack against the plaintiff was in a public place in the presence of third parties and caused him inconvenience and affront.

Legal Aspect
The tort of assault is under Article 26 of the Law of Tort, Chapter 148. According to the article 26 of the saying Law, “attack is to intentionally use any kind of violence against the person of another, or hit, touch, move, or otherwise directly or indirectly, without his consent, or with his consent if the consent for this was obtained by fraud, or at attempted or threatened by an act or gesture to use such violence against another person, if the person attempting or threatening the use of force causes to the other the belief which is established at reasonable cause, that he has at this time the intention and ability to fulfill that goal.”

The provisions of the above article reveal that in order to be established the tort of assault, it must be proved the threat of violence or use of violence, proof of intent and the lack of consensus. The tort is actionable per se, that is meaning that the damage is not required.
In the decision of the case Letana v. Cooper, (1964) 2 All E.R 919, the following were reported:

“If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or if you so please to describe it, in trespass to the person.”

In the Halsbury’s Laws of England book, 3rd edition, volume 38, page 760, par. 1251, under the title “Trespass to the person (classification)” the following are reported:

“Trespass to the person is a wrong committed against the personal security liberty of any man by another. There are three varieties of trespass to the person, namely, assault, assault and battery, and wrongful imprisonment. The act complained of must be either intentional or negligent. The onus of proof lies on the plaintiff who must plead either that the act was intentional or that the defendant was negligent, stating the facts alleged to constitute the negligence. The act must be done against the will of the person who sues for the wrong.”

With regard to the first component, the contact must be direct, either with the body of the defendant, or through an organ. In the English case law Fagan v. Metropolitan Police Commissioner (1968) 3 All E R 442, it was admitted that, violence may be exercised either directly from the body of the offender or through an organ, which is controlled by his actions. So it is attack, either the hand of the offender, that is in contact with the body of the complainant, whether an organ, which the offender holds in his hand and uses it to bring violence. The intention is the factor which distinguishes the crime of aggression from the crime of negligence. It is required the proof of intent violence against the person of another. But where violence is a result of an act of negligence, then the basis of the pleading should be negligence and not attack (See also, Rasid v. Braybrook (1972) 8 jsc 1092).

In this case, in the basis of the above findings of the court, there is no doubt that the acts of the defendant against the plaintiff, within the behavior described as trespass to the personality or person and which constitutes the tort of assault. Also, it must be notified that in this case the attack on the plaintiff declared as an admissible fact. Furthermore, it is not disputed that the plaintiff has suffered injuries from the attack. These injuries are described in the findings of the court above. Consequently, it remains the compensation issue.

General Damages
Based on the principles that should govern the determination of the amount of general damages, it should be mentioned that the compensation for tort, aims to restore the injured party and not the punishment of the offender. (see decision in the case Dimitris koumpari v. Dimou Christou Foutri (2001) 1(B) C.L.R. 921).

In the decision of the case Ioannou Paraskevaides (Overseas) Ltd and another v. Christofis (1982) 1 CLR 789, the following were mentioned:

“The object of an award of damages is to do justice to the loss and damage of the injured party without imposing an inordinate burden upon the tort-feasor. (See Fletcher v. Autocar Transporters Ltd. {1968} 1 All E.R. 726; Constantinou v. Salahouris (1969) 1 C.L.R. 416). In other words the award must be socially acceptable. Consequently, social ethos at the material time is invariably a consideration relevant to our task particularly with regard to non pecuniary loss. Pecuniary loss being more amenable to mathematical calculation is less dependent on social norms. The object of the exercise is to arrive at a figure at the end of the process, that is fair and reasonable in the circumstances of the base.”

Furthermore in the decision of the case Georgios Tampouras v. Kiriaki Kolani (2008) 1 C.L.R. 384, the following were mentioned:

“Regarding wider adequacy of compensation given, is given and accepted by the Court the upward trend in compensation for the human pain and suffering, bearing in mind the importance of compensation (A. Panayides Contracting Ltd. V. Charalambous (2004) 1 C.L.R. 416). The compensation performance should also reflect the market value of money in time so a reasonable manner to be approached at least monetary compensation for damage (Lankuttis v. Nikola (2002) 1 CLR 1128). Certainly, it is correct the other finding in law that previous decisions on the issues of compensation are not necessarily binding precedent (G & L Calibers Ltd v. Lemesianou (2003) 1 CLR 948), while the upward trend in compensation is not a road map to justify providing increasing amounts in any case (Spyros Melas and Eleni Ltd v.Politi (2003) 1 CLR 590)”

As it has been repeatedly said, the compensations should constitute fair and equitable restoration of the plaintiff (Ioannou and Paraskevaides (Overseas) Ltd, above), but the court should not attempt to award damages for the full amount or make perfect financial rehabilitation (Paraskevopoullos v. Georghiou (1970) 1 CLR 116 and Xenophontos and another v. Anastassiou (1981) 1 CLR 521). On the other hand, the compensations should be socially acceptable.

Augmented- Punitive Damages
As it happens in any tort, in the tort of assault, the compensations are essentially compensatory in nature and are intended to the victim’s restoration. This may include aggravated compensations which within the usual compensation aimed at achieving the objective of the victim’s recovery to the situation prior to the commission of the offense. By an award of aggravated punitive damages, are enabled awarded damages, not as a measure of punishment of the defendant, but in order to reflect the increased amount of damage suffered by the dignity of the plaintiff because of the defendant’s conduct. They are rehabilitation compensations, which contribute to the rehabilitation of the affected dignity and pride of the victim and therefore, they are distinguished by punitive or exemplary damages, which intend to punish the offender and deter.

The issue of exemplary damages have been analyzed in the case Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides (1979) 1 CLR 254. The case concerned an attack on room of “Hilton” hotel in the presence of several people. The Court of Appeal upheld the award of damages about £700, but finding that in fact were awarded by the first instance court as aggravated damages and not as exemplary damages, as the damages were given in reference to the sense of dignity and pride of the victim. As it is mentioned in the passage of Winfield and Jolowicz on Tort (10th edition, pages 555-556):

“These “aggravated damages” are truly compensatory, being given for the injury to the plaintiff’s proper feelings of dignity and pride. Exemplary damages on the other hand, are not compensatory but are awarded to punish the defendant and to deter him from similar behavior in the future.”

The case Gregoriades v. Kyriakides (1970) 1 CLR 120 was concerned about unprovoked attack in the area of Nicosia District Court. At the first instance and then on appeal, it was said that the transaction constituted assault under aggravating circumstances and that there was need for awarding exemplary damages. The court of Appeal augmented the amount of general damages from £100 to £300.

An extensive analysis of the issue was made in the case Papakokkinou and others v. Kanther (1982) 1 CLR 65 in which the following have been referred in the page 77:

“The fact is that conduct accompanied by a marked element of arrogance, insolence or malice, may justify an award of exemplary damages, particularly if it tends to humiliate the victim of the tort. Therefore, no conflict is discernible between the decisions of the Supreme Court in Gregoriades v. Kyriakides (1971) 1 CLR 120, and Eliades v. Lyssarides (1979) 1 CLR 254, and the decision in Rookes, supra. Arguably, the damages awarded in the above cases classify as “aggravated” an intermediate category between compensatory and exemplary damages; a kind of inflated compensatory damages inflated to the extent of indicating the disapproval of the Court of the conduct of the defendant but within the range of compensatory damages.”

An extensive analysis of the issue in the case was biased towards the adoption of a broader approach that allows an award of exemplary damages where the tort is so reprehensible as to merit punishment by civil law. Furthermore, with reference to the case Casell & Co Ltd v. Broome (1972) 1 All E.R. 801, it was booed the position that it is wrong to separate the general compensation from exemplary. In the end, the fee that should be paid, is an amount based on the overall perception of the facts of the case.
In the case Giannaki Erotokritou v. Eirinarchou Theodorou (1997) 1 CLR 1800 the president of the Supreme Court, Mr. Pikis, as it was then, confirmed the possibility of awarding punitive damages in cases of torts. Finally, in the case Adrian Holdings Ltd v. Cyprus Republic through the Attorney General (1998) 1 CLR 1836 it was confirmed the approach taken by the authority of the Cypriot courts, that the award of punitive damages allowed in cases where the defendant’s conduct is so reprehensible, so that appropriate punishment by a civil court should be enforced. Reprehensible is the conduct that is accompanied by intense arrogance elements, insolence or unfair incentive or when tends to humiliate the victim of the offense.

Because of the exceptional nature of punitive damages, they are awarded only where there are circumstances that give rise to such claims (Antoniou v. The Attorney General (1977) 2 JSC 275, Giallourou v. Nicolaou (2001) 1 CLR 558, Koumpari v. Foutri 2001 1B CLR 921). In the case of Karamesini (in the following the court decided that it was right not adjudicated “punitive” damages, underlining that such damages are attributed mainly when the objective is to punish the defendant as a sign of disgust with which the law treats such reckless behavior.

But the court has the discretion to award aggravated damages, where damages are necessary in relation to the feelings dignity, pride and generally attack of the victim (see Eliades v. Lyssarides (above), Nicolaou v. Episimou Paralipti (2009) 1 B CLR 1339, Constantinou v. Karamesini, (2011) 1A CLR 715). In this case, I think that these conditions are met, since the attack was carried out in a public place, was perceived by others and the Plaintiff felt humiliation and reduction of personality.

Specifying General Damages
The principles that guide the courts in determining the amount of general damages are summarized in the Case Charilaou v. Nicolaou (2003) 1 CLR 1460. Previous decisions are not binding precedent in the sense of principle of stare decisis, but provide guidance. It must also be taken into account of the continuous decline in the value of money. In the case Giannakis Erotocritou v. Karaoli, (1998) 1 CLR 445) it is noted that previous decisions regarding compensation only indicative value may have, because each individual case is different depending on the type and extent of the injury and the circumstances of each case.

I draw guidance from a number of decisions in which there is an analogy with the case to the extent of injury to the plaintiff, by making sure the necessary adjustments and keeping in mind that each case has its peculiarities and it is almost impossible to find cases with identical elements (see Spyrou . Charalambous (1989) 1 E CLR 298).

In the naval pleadings number 79/02, 80/02 and 82/02 James Harmsworth and Salamis Clory (2003) 1C CLR 1617, the plaintiff suffered from sprained neck and lumbar, left thigh hematoma and contusion of abdominal wall. It was placed cervical collar to her and provided analgesics and anti-inflammatory drugs. She underwent physiotherapy. She developed post-traumatic stress. The amount of £25,000 was considered as reasonable compensation.

In the case Kasiana Charalambous v. Giannaki Anastasiadi (2003) 1C CLR 1709) where the plaintiff – appellant suffered from serious injury and a wound on the occipital skull, concussion, severe sprains and contusions neck chest, spine and lumbar, it was given to her the amount of £35,000.

In the case of Giorgos Constantinou v. Despo Avraam Stavro (1995) 1 CLR 453 where the claimant suffered from concussion, bruising and contusions of the right temporal scalp, bruising and pain of the lumbar spine and gastritis court awarded him £1,750 as general damages.
In the case Georgios Tampouras v. Kyriakis Kolani otherwise Kikas Kolani (2008) 1A CLR 384 a man aged 38 years had been suffered, among other, abrasions and bruises on the forehead and nose fracture with external piggyback slight displacement nose, slight deformity of the nose and deviated septum, the payment awarded general damages £4,000 were deemed manifestly inadequate and they were risen to £11.000 after the appeal.

In the case Vasos Adamidis, minor through his father and mother Georgios Avramidis and Stavroyllas Avramidou, who had the parental responsibility of him v. Kostas Chatzinicolaou civil appeal no. 139/2005 dated 25 September 2007, the claimant suffered bruises in the left eye, hematoma inferior turbinate, sprained neck, abrasions and soft tissue contusion of the left shoulder, elbow and forearm. The first instance court considered as fair and reasonable compensation the amount of £6,000. The Supreme Court considered the amount rather low, however not seriously inadequate to intervene.

In the light of all the above, having regard to the nature and extent of the plaintiff’s injuries unsurprisingly led to him pain and suffering, and bearing in mind that the attack caused the plaintiff additional disruption and attack, I conclude that in the circumstances the rectum and fair amount for rehabilitation purposes is the amount of €13,000. This amount includes compensation for the injuries of the plaintiff, and aggravated compensation for the damage suffered by the applicant in his feelings and the blow suffered in dignity due to the behavior of the defendants.

Punitive Damages
Based on the above legal principles, the court without welcomes the conduct of the defendant for which indicates dislike, keeping in mind all the facts and circumstances surrounding this case and taking into account how behavior and the same the plaintiff, as described above, I consider that it is not the case that imposed an award larger amount, so the amount deemed as fair and reasonable for rehabilitation purposes to make adequate and for punitive purposes.

In this case is not clear from the facts that the defendants attack against to the plaintiff in order to make a profit nor that such behavior demonstrates the existence of manifest element of arrogance or unfair incentive. Instead, the entire testimony of the complainant revealed that the way he acted at the relevant time and by what had preceded in the past, he knew even the possibility that he would cause the defendants. As regards the damage to the feelings, honor and dignity of the plaintiff, the awards already augmented compensations which in combination with the general compensation, I think it is sufficient and therefore not enter adjudication issue of awarding exemplary damages.

Special Damages
The plaintiff is claiming additional and special compensations, as the details of special damages can be seen to the report claims (pleading), which are the following:
a. A camera that its cost is about €479,54
b. A mobile phone and its sim card £228,85 or €454,84
c. A jacket and a shirt…………………..£100 or €116,85
d. Expenses to repair the rented car €450
e. Hospital expenses…………………….. £150 or €175,32
f. Medical certificates………………………. €47,84
g. Medical report…………………………..£62,50 or €73,00
h. Police report……………………€85,00
i. Air tickets, subsistence, and car handling and rental in relation to the criminal case 4155/2008……………………………… €11.544,85
Based on the case law issue, the proof of special damages varies under strict. The plaintiff has the burden to prove by appropriate evidence, the amounts that constitute special damage, which he has included in its pleading. The damages must be proved by clear and specific information (see Eracleous v. Pitrou (1994) 1 CLR 239, Aleksandrou v. Ioannou (1996) 1 CLR 1157, Panayiotou v. Fragkiskou (1999) 1 A 687.
In this case, the plaintiff stated in costs caused by the disputed episode. It should be noted in advance that he has not provided the necessary evidence for the damage that requires the element no. c above, while it has been accepted as proof the payments made by the plaintiff to ensure medical certificate and police report Exhibits 55 and 56 for the amounts of €47, 84 and €85 respectively, elements f and h above.
In relation to the camera, element a above, the plaintiff testified in the court the invoice Exhibit 47A for the amount of £95, saying that it concerns the purchase of the camera lens and the Exhibit 47B, saying that this is the invoice of the amount of £315 that he paid for the purchase of the camera. Exhibit 47A found that this was an invoice and the receipt Exhibit 47B had not issued to the plaintiff’s name. Therefore, although the destruction of the said camera is not disputed, it has not been proven to the necessary extent that the plaintiff has incurred the above amounts.
In relation to the value of the mobile, element b above, also it is not disputed that it has been destroyed during the incident, the plaintiff submitted to the court the receipt and the undocked in this invoice. He explained that the receipt showing the same transaction number on the invoice, which was issued in its name. It appears therefore that the mentioned amount has been proved by the plaintiff.
The plaintiff failed to prove that he has paid the amount, element d above, for repair costs of the rented car. The receipt that he gave to the court Exhibit 48, is referred to the payment of the amount of €450 for the car rental and not for its repair. In any case, it should also be said that the plaintiff has not provided sufficient evidence to show that the defendants are responsible for the collision of the cars.
As far as the other medical expenses are concerned, elements e and f, that it is required by the plaintiff to report his claim in the pleadings, in the process of evaluation of evidence, the court did not accept that the health problems that were reported during the testimony of the doctors associated with injury of the plaintiff in the attack. As a result, I do not consider that the plaintiff is entitled to an award of such sums.
The plaintiff additionally requires the amount of €11544.85, element i above, claiming that they were the costs incurred in relation to the presence of the relevant criminal case 4155/2008 in relation to the attack he submitted. Highlighting the general, vague and imprecise claim that he has paid approximately €9.945,46, he testified in the court a set of documents without giving any further explanation and without reference to their content and concerning each of them separately. It is also noticed that the plaintiff failed to specify the reported damage in his claim report.
It is settled in accordance with the case law that losses should not only be specified in the applications, but also to be proved rigorously. The case law requires a party to prove the damage with positive testimony (see Spyrou v. Chatzicharalambous, 1989 1 E CLR P.288, Heracleous v. Skafous Niki, naval case 92182/94 1 CLR p.510 Lazouras v. Skyllouriotou (1992) 1 CLR 168, Themistokleous v. Paraskeva (1992) 1 CLR 498, Elisabet Heracleous v. Renou Pitrou (1994) 1 CLR 239, Aloupou and Another v. Hadjigeorghiou and Another (1984) 1 CLR 475 and Mc Gregor on Damages, 15th edition, paragraph 23, page 15).
The plaintiff in this case, failed to narrow in the claim report of the alleged damage, element i above, and mostly failed to demonstrate the rigor that is required by case law. As a result, I do not consider that the plaintiff is entitled to an award of these existing funds.
On the basis of all the above, the total amount that the plaintiff is entitled to special compensations, is the amount of €284.68.

Conclusion
In the light of the above, a decision is published in favor of the Plaintiff and against the defendants 1, 2 and 3 together and separately for the amount of €13,000 as general and aggravated damages and the amount of €284,68 in the form of special compensations. As a consequence, a decision is issued in favor of the plaintiff and against the defendants for the amount of €13.284,68.
Interest
This issue is a topic of interest that falls within the aim of the discretion of the court. In the case Foinikaridis v. Georgiou (1991) 1 CLR 475, inter alia, it is noted that one factor that cannot be overlooked is the way in which the action is promoted, since an unnecessary delay in promoting may have resulted in a limitation of the time scale setting of interest.
In this case, the attack took place on 14/01/2008, the lawsuit was filed on 17/04/2008 and the claim report on 24/10/2008. But there is a delay in the trial of the case, part of which is a fault of the plaintiff and therefore it is not fair to be deemed against the defendants.
The plaintiff on several occasions both before the start and during the hearing, asked for a postponement of the trial for reasons related to him, or for reasons relating to him, either for reasons related to his lawyer or his witnesses. An additional delay was caused by the modification of the claim report of the plaintiff for which preceded the hearing request, and then the examination of the request for further disclosure of documents.
Under these circumstances and without being not entirely possible to accurately calculate the delay time caused by the fault of the plaintiff, it is estimated at 14 months and therefore bearing in mind the date of registration of the claim report, I think fair to award statutory interest on the required sum from 01.01.2010 until redeemed.
Finally, the cost of the pleading, as it will be calculated by the Registrar and approved by the Court, are adjudicated in favor of the plaintiff and against the defendants. The costs be calculated on the success scale treatment.
The counterclaim is dismissed for failure to promote the case, without any order for costs.

(Sign.)
St. Loukidou-Vasileiou, D.J.
True Copy
Registrar

Correspondence from the Consumer Protection Service

4
Cyprus CCPS Consumer protection service
Cyprus CCPS Consumer protection service

A letter from Vassilis Sergiou of the Competition and Consumer Protection Service of Cyprus (CCPS).
The CCPS express willingness to reopen an investigation into our complaint. We had sent the CCPS a complaint in June 2011 detailing the double selling of our house by Christoforos Karayiannas & Son Ltd.

Download (PDF, Unknown)

 

Άνδρος Κλαΐδης / Ανδριάνα Κλαΐδη / Andrew Klydes: Case 47/2011

3
Άνδρος Κλαΐδης / Ανδριάνα Κλαΐδη / Andrew Klydes

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 47/2011

Μεταξύ:

Άνδρος Κλαΐδης, από Λάρνακα

Ενάγοντας

και

Γεώργιος Σιεχερλής, από τα Περβόλια, Λάρνακος

Εναγόμενος

12 Δεκεμβρίου, 2014

Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα: κα Λοϊζου για Andrew Klydes LLC
Εναγόμενος, αυτοπροσώπως

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει από τον Εναγόμενο €4.000 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα.

Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, το ποσό το οποίο αξιώνει αφορά συμφωνημένη και/ή εύλογη αμοιβή για την εκπροσώπηση του Εναγόμενου στην αγωγή υπ’ αριθμό 2090/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και άλλες νομικές υπηρεσίες. Ο Εναγόμενος έχει κληθεί, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, να εξοφλήσει το ποσό αλλά δεν το έχει πράξει.

Στην Υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος που εμφανίζεται αυτοπροσώπως στην αγωγή, ισχυρίζεται ανέθεσε «κάποια υπόθεση» στον Ενάγοντα και «τον πλήρωσ[α] €400 (τετρακόσια Ευρώ) ως προκαταβολή. Μου ζήτησε και παρουσιάστηκα στον περίβολο του Δικαστηρίου, συνομίλησε με τον αντίδικο δικηγόρο κύριο Κουκούνη και έκτοτε δεν είχαμε καμία άλλη συνάντηση ή συνομιλία. Πολύ αργότερα μου επέδωσε αγωγή για €4.000 (τέσσερις χιλιάδες Ευρώ) και τα ζήτησε να του τα πληρώσω». Καταλήγει λέγοντας ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ότι τα χρήματα που έχει ήδη πληρώσει είναι «αρκούντως ικανοποιητικά».

Προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η κα Γεωργία Χριστοδούλου, δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο του Ενάγοντα (ΜΕ1) και ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ2). Για την υπεράσπιση, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Κατά την ακρόαση κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα, ειδική αναφορά σε κάποια από τα οποία γίνεται κατωτέρω στο βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο. Αναφέρω όμως ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τη δια ζώσης μαρτυρία και έχω διεξέλθει με τη δέουσα επιμέλεια όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν.

Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, παραθέτω μόνο κατωτέρω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα.

Η ΜΕ1 κατέθεσε ότι εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντα και ότι έχει στην κατοχή της τα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης και προσωπική γνώση των γεγονότων που την αφορούν. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος στην παρούσα αγωγή είχε αναθέσει στον Ενάγοντα το χειρισμό της αγωγής 2090/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία, στην πορεία, διευθετήθηκε εξωδίκως. Ανέφερε επίσης ότι για τους σκοπούς της αγωγής εκείνης και προς υλοποίησης του συμβιβασμού στον οποίο τελικά κατέληξαν οι διάδικοι προέβησαν εκ μέρους του Εναγόμενου σε διάφορα άλλα διαβήματα τα οποία περιέγραψε.

Σημειώνω ότι η ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο πιστό αντίγραφο της συνταγμένης απόφασης στην αγωγή υπ’ αριθμό 2090/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήριο 1) από το οποίο προκύπτει ότι η αγωγή αποσύρθηκε ως εξωδίκως διευθετηθείσα και καταγράφεται συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι διάδικοι η οποία κατέστη κανόνας Δικαστηρίου. Παρουσίασε επίσης δέσμη εγγράφων (Τεκμήριο 2) αποτελούμενη από αντίγραφα αλληλογραφίας μεταξύ του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή και του συνηγόρου της άλλης πλευράς στην αγωγή 2090/2006 που φαίνεται να αφορούν συζητήσεις που γίνονταν για σκοπούς διευθέτησης της επίδικης διαφοράς στην αγωγή εκείνη. Κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού και βεβαίωση πληρωμής δημοτικών τελών στο όνομα του Εναγόμενου (Τεκμήριο 3), που κατά την ίδια αφορούσαν το επίδικο ακίνητο στην αγωγή 2090/2006. Κατέθεσε έντυπα, καταστάσεις και βεβαιώσεις του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (Τεκμήριο 4) που ανέφερε ότι αφορούσαν το ίδιο ακίνητο. Παρουσίασε επίσης αντίγραφα επιστολών του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 12.5.2009 και 13.5.2009 (Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα) που αφορούσαν την αγωγή 2090/2006 και απαίτηση για πληρωμή των δικηγορικών εξόδων που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή. Τέλος, κατέθεσε αντίγραφο επιστολής που φαίνεται να στάληκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Τεκμήριο 7) από τον Ενάγοντα προς τρίτο πρόσωπο, για ετοιμασία έκθεσης εμπειρογνωμοσύνης σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής 2090/2006. Σημειώνω ότι η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων.

Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας. Να αναφέρω παρενθετικά ότι ο Εναγόμενος αποδέχτηκε και κατέστη παραδεκτό ότι ο Ενάγοντας είναι το ίδιο πρόσωπο με την κυρία Ανδριάνα Κλαΐδη. Κατά την μαρτυρία του, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι ο Εναγόμενος τον πλήρωσε ποσό €400 έναντι του ποσού της αξίωσης και περιόρισε την απαίτηση του κατά €400, ήτοι περιόρισε το αξιούμενο με την αγωγή ποσό σε €3.600. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο ότι η αμοιβή τους για το χειρισμό και εκπροσώπηση του στην αγωγή 2090/2006 και παροχή εξωδικαστηριακών υπηρεσιών σε σχέση με την υλοποίηση εξώδικου συμβιβασμού της εν λόγω αγωγής θα ήταν €4.000 και ότι ανέλαβε την υπόθεση στη βάση αυτής της συμφωνίας. Ο Ενάγοντας επιβεβαίωσε τον εξώδικο συμβιβασμό στον οποία κατέληξε η αγωγή 2090/2006, όπως αποτυπώνεται στη συνταγμένη απόφαση, Τεκμήριο 1. Ανέφερε επίσης ότι της διευθέτησης προηγήθηκαν επικοινωνίες μεταξύ του ιδίου και του συνηγόρου της άλλης πλευράς στην εν λόγω αγωγή καθώς και επικοινωνία του με εμπειρογνώμονα στον οποίο θα ενέθετε διενέργεια μελέτης σε σχέση με τα επίδικα θέματα.

Ο Ενάγοντας κατέθεσε επίσης ότι προς υλοποίηση του εξώδικου συμβιβασμού, προέβηκε σε διάφορες ενέργειες, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το Φόρο Εισοδήματος, Φόρο Κεφαλαιουχικών Κερδών, Δήμο και διεργασίες που αφορούσαν το Κτηματολόγιο αλλά και σε συναντήσεις, συνομιλίες και αλληλογραφία με τον ίδιο τον Εναγόμενο. Ο Ενάγοντας κατέθεσε επίσης χειρόγραφο σημείωμα που αποδίδει στον Εναγόμενο και, κατά τον ίδιο, αποτελεί επιστολή του Εναγόμενου προς την τράπεζα του αναφορικά με την αγωγή 2090/2006 και με την οποία, μεταξύ άλλων, δίδει οδηγίες στην τράπεζα για έκδοση επιταγών προς το γραφείο του Φόρου Εισοδήματος καθώς και επιταγή €4.000 προς τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 8). Πέραν αυτού παρουσίασε δήλωση του Εναγόμενου ημερομηνίας 3.3.2009 σε σχέση με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή 2090/2006 και τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης εκείνης (Τεκμήριο 9) καθώς και άλλα έγγραφα που κατά τον ίδιο αφορούν την ίδια αγωγή, προς υποστήριξη της θέσης του για ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια των όρων εντολής του και τον χειρισμό της υπόθεσης μετά τον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε (Τεκμήρια 10, 11 και 12).

Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο, ο τελευταίος του έθεσε ότι δεν συμφώνησε να πληρώσει €4.000 αλλά ο Ενάγοντας αντέταξε ότι το ποσό της αμοιβής είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους εξ αρχής και ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος είχε προτείνει το ποσό αυτό.

Μέρος της αντεξέτασης του Εναγόμενου αφορούσε τον συμβιβασμό που δηλώθηκε προς διευθέτηση της αγωγής 2090/2006, με τον οποίο ο Εναγόμενος φαίνεται να διαφωνεί. Αυτά βεβαίως είναι εκτός των επιδίκων θεμάτων της παρούσας αγωγής που αφορά μόνο το κατά πόσο τα μέρη είχαν συνάψει σύμβαση, κατά πόσο έχει συμφωνηθεί η δικηγορική αμοιβή του Ενάγοντα και, εάν ναι, κατά πόσο η αμοιβή αυτή έχει εξοφληθεί.

Για την υπεράσπιση, όπως έχω ήδη αναφέρει, έδωσε μαρτυρία μόνο ο Εναγόμενος ο οποίος αρνήθηκε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ισχυρίστηκε ότι οι μοναδικές υπηρεσίες που παρείχε ο Ενάγοντας σε σχέση με την αγωγή 2090/2006 ήταν μια συνομιλία που είχε με τον συνήγορο των αντιδίκων στο καφενείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ενάγοντας του ζήτησε αρχικά μόνο €400 και σε μεταγενέστερο μόνο στάδιο ζήτησε τα υπόλοιπα. Κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας προσπάθησε να τον ξεγελάσει με τον συμβιβασμό ο οποίος επετεύχθη και δηλώθηκε στην αγωγή 2090/2006. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα €400 που ισχυρίζεται δεν επαρκούσαν για τη διεκπεραίωση της δικηγορικής εργασίας που έγινε από τον Ενάγοντα για την υπόθεση του, απάντησε ότι η αγωγή 2090/2006 δεν συμβιβάστηκε με τρόπο που τον ικανοποιούσε.

Τόσο ο Εναγόμενος όσο και η συνήγορος του Ενάγοντα προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Έχω ακούσει με προσοχή και μελετήσει τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς.

Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1].

Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι βεβαίως ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία.

Ξεκινώντας από τη ΜΕ1, δεν διέκρινα οποιαδήποτε διάθεση από μέρους της να μην καταθέσει στο Δικαστήριο την αλήθεια και επομένως θεωρώ τη μαρτυρία της αληθινή και την αποδέχομαι. Πρέπει να πω όμως ότι δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική μάρτυρας αφού διαφάνηκε ότι δεν είχε άμεση γνώση για το πιο σημαντικό επίδικο ζήτημα της αγωγής, ήτοι κατά πόσο οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η αμοιβή του Ενάγοντα θα ήταν €4.000. Η ΜΕ1 περιορίστηκε στο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κάποια έγγραφα, αρκετά εκ των οποίων δεν αμφισβητήθηκαν από τον Εναγόμενο ενώ επί άλλων, ουσιαστική μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο Ενάγοντας.

Στρέφομαι στη μαρτυρία του Ενάγοντα, ο οποίος κατά την κρίση μου κατέθεσε με τρόπο πειστικό, άμεσο και σταθερό. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του αλλά αντίθετα η πειστικότητα των θέσεων του ενισχύθηκε με τις απαντήσεις που έδινε. Συνεπώς η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή.

Αναφορικά με τον Εναγόμενο, πρέπει να πω ότι μου δημιούργησε την αντίθετη εντύπωση. Ο τρόπος με τον οποίο κατέθετε, και απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, δεν με ικανοποίησαν ως προς την πειστικότητα και αληθοφάνεια τους. Τα όσα κατέθετε στερούνται συνοχής ενώ διαφάνηκε ότι κυρίαρχο συναίσθημα που διέπνεε ολόκληρη τη μαρτυρία του ήταν η δυσαρέσκεια του αναφορικά με τον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε και δηλώθηκε στο Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής 2090/2006. Θεωρώ ότι η δυσαρέσκεια του αυτή προκάλεσε και τη συνακόλουθη άρνηση του στην καταβολή των εξόδων του δικηγόρου που τον εκπροσώπησε και είναι η γενεσιουργός αιτία των γεγονότων που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα της παρούσας αγωγής. Πέραν τούτων πρέπει να πω ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου δεν συνάδει ούτε με την δικογραφημένη του θέση αφού στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνήσει να πληρώσει €400 ως «προκαταβολή» ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του επέμενε ότι είχε συμφωνήσει να πληρώσει €400 ως συνολικό ποσό συμφωνημένης αμοιβής. Στην Υπεράσπιση που επίσης ισχυρίζεται ότι η μοναδική του συνάντηση ή συνομιλία με τον Ενάγοντα ήταν στον περίβολο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ενώ φάνηκε από τη μαρτυρία του ότι προηγήθηκαν και ακολούθησαν άλλες συναντήσεις, συνομιλίες και αλληλογραφία. Κρίνω επομένως τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη και θεωρώ ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ σε αυτή για εξαγωγή συμπερασμάτων και ευρημάτων αναφορικά με τα γεγονότα.

Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα:

(α) Ο Ενάγοντας είναι δικηγόρος και περί τις αρχές του 2009 ο Εναγόμενος του ανέθεσε το χειρισμό της αγωγής 2090/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και την παροχή άλλων υπηρεσιών που αφορούσαν την επίδικη στην αγωγή εκείνη διαφορά.

(β) Ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος συμφώνησαν προσωπικά ότι για τις πιο πάνω υπηρεσίες ο Ενάγοντας θα λάμβανε από τον Εναγόμενο το συνολικό ποσό των €4.000.

(γ) Έναντι του ως άνω συμφωνημένου ποσού αμοιβής, ο Εναγόμενος πλήρωσε στον Ενάγοντα ποσό €400.

(δ) Ο Ενάγοντας έχει παράσχει τις συμφωνημένες υπηρεσίες στον Εναγόμενο.

(ε) Ο Ενάγοντας έχει απαιτήσει από τον Εναγόμενο γραπτώς την πληρωμή της συμφωνημένης αμοιβής καθιστώντας αυτήν πληρωτέα (Τεκμήρια 5 και 6) όμως ο Εναγόμενος δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε άλλο ποσό έναντι της αμοιβής του.

Όπως προκύπτει από τα ευρήματα, οι διάδικοι είχαν συνάψει σύμβαση για παροχή υπηρεσιών από τον Ενάγοντα έναντι συμφωνημένης αμοιβής που θα λάμβανε από τον Εναγόμενο[3]. Ο Ενάγοντας προσέφερε τις συμφωνημένες δικαστηριακές και εξωδικαστηριακές υπηρεσίες προς τον Εναγόμενο, εκπληρώνοντας την αντίστοιχη υπόσχεση του δυνάμει της σύμβασης[4].

Η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν καθόριζε τον χρόνο πληρωμής της αμοιβής του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος οχλήθηκε γραπτώς από τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 6), ο οποίος απαίτησε τη συμφωνημένη αμοιβή καθορίζοντας το χρόνο εντός του οποίου έπρεπε να γίνει η πληρωμή. Ο χρόνος αυτός, ελλείψει αμφισβήτησης από τον Εναγόμενο και λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων και της μαρτυρίας, κρίνεται ως εύλογος[5].

Ο Εναγόμενος παρέβηκε την εν λόγω συμφωνία αφού παρά το ότι παρήλθε ο χρόνος πληρωμής της συμφωνημένης αμοιβής, δεν εξόφλησε αυτήν. Ένεκα της παράβασης του, ο Ενάγοντας υπέστη ζημιά η οποία ισούται με το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό. Για τη ζημιά αυτή, έχει δικαίωμα σε αποζημίωση από το υπαίτιο μέρος, ήτοι από τον Εναγόμενο[6].

Με δεδομένα τα πιο πάνω, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και της αξιολόγησης της, των ευρημάτων του Δικαστηρίου επί των γεγονότων και των νομικών αρχών που διέπουν τα επίδικα θέματα, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας, με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και έχει αποδείξει το αγώγιμο δικαίωμα και την αντίστοιχη βάση αγωγής που ισχυρίζεται καθώς και το ποσό το οποίο αξιώνει.

Συνακόλουθα, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €3.600 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν.

(Υπ.): ………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

[1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ 1273
[2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009
[3] Άρθρο 10(1), περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149
[4] Άρθρο 37(1), περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149
[5] Άρθρο 46, περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149
[6] Άρθρο 73(1), περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149

Source

Χριστόφορος Καραγιαννάς Λιμιτεδ v. Κυπριακή Δημοκρατία: Υπόθεση Αρ.1408/11

3
Chr Karayiannas Marios Karayiannas

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Υπόθεση Αρ. 1408/2011)

28 Νοεμβρίου, 2014

[K. ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ/στής]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 146 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ ΛΙΜΙΤΕΔ,

Αιτήτρια,

KAI

ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ/Ή ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ

ΚΑΙ/Ή ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ,

Καθ΄ων η αίτηση.

ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 19.3.2014 ΓΙΑ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Α. Κλαϊδη, για τον Αιτητή.

Ε. Καρακάννα, για τους Καθ΄ων η Αίτηση.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ, Δ.: Η υπό κρίση αίτηση επαναφοράς προσφυγής στηρίζεται στα ακόλουθα γεγονότα:

Στις 25.10.2011 καταχωρίστηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο προσφυγή, η οποία επιδόθηκε στους καθ΄ων η αίτηση στις 18.11.2011. Στις 6.12.2011, όταν η προσφυγή ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, εμφανίστηκαν οι καθ΄ων η αίτηση και ζήτησαν χρόνο για καταχώρηση γραπτής ένστασης και η υπόθεση ορίστηκε στις 9.2.2012, οπόταν είχε καταχωριστεί η ένσταση. Οι συνήγοροι της αιτήτριας ζήτησαν χρόνο για καταχώρηση γραπτής αγόρευσης και η υπόθεση ορίστηκε στις 3.4.2012, ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε περαιτέρω χρόνος για καταχώρηση της γραπτής τους αγόρευσης. Το αίτημα εγκρίθηκε και η προσφυγή ορίστηκε στις 7.6.2012, με οδηγίες να καταχωριστεί μέχρι τότε η αγόρευση της αιτήτριας. Στις 7.6.2012 δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους των συνηγόρων της αιτήτριας, η προσφυγή αναβλήθηκε για οδηγίες στις 5.7.2012, με οδηγίες να ειδοποιηθούν από το Πρωτοκολλητείο οι δικηγόροι της αιτήτριας. Στις 3.7.2012 καταχωρίστηκε η γραπτή αγόρευση της αιτήτριας. Στις 5.7.2012, όταν η υπόθεση ήταν και πάλι ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, η υπόθεση αναβλήθηκε με στόχο την καταχώρηση γραπτής αγόρευσης εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση στις 12.9.2012. Στις 12.9.2012 δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους της αιτήτριας, ζητήθηκε αναβολή εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση και η προσφυγή αναβλήθηκε για οδηγίες στις 9.11.2012, με στόχο την καταχώρηση αγόρευσης εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση και με οδηγίες να ειδοποιηθούν οι δικηγόροι της αιτήτριας από τον Πρωτοκολλητή. Στις 9.11.2012 δεν υπήρξε εμφάνιση από καμία πλευρά και το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή, χωρίς διαταγή για έξοδα. Παρατίθεται αυτούσιο το πρακτικό του Δικαστηρίου:

«ΔικαστήριοΚατά την εκδίκαση της παρούσας προσφυγής επανειλημμένα έχει παρατηρηθεί έλλειψη προώθησής της από πλευράς της αιτήτριας. Πιο συγκεκριμένα, στις 7.6.2012 που ήταν ορισμένη η υπόθεση δεν υπήρξε καμιά εμφάνιση εκ μέρους της αιτήτριας, ενώ είχε δοθεί παράταση χρόνου για τη γραπτή αγόρευσή της η οποία δεν είχε καταχωρηθεί μέχρι την ημέρα εκείνη, με αποτέλεσμα να δοθεί όπως τονίστηκε τελευταία παράταση χρόνου και, σε περίπτωση μη εμφάνισης, θα εξεταζόταν θέμα απόρριψης της προσφυγής. Δόθηκαν δε οδηγίες να ειδοποιηθεί ο δικηγόρος της αιτήτριας από τον Πρωτοκολλητή και η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 5.7.2012. Στις 12.9.2012 και πάλι δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους της αιτήτριας. Παρά ταύτα, η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 9.11.2012, με οδηγίες όπως ειδοποιηθεί και πάλι γραπτώς ο δικηγόρος της αιτήτριας από τον Πρωτοκολλητή, πράγμα που έγινε. Παρά τα ότι ο δικηγόρος της αιτήτριας ειδοποιήθηκε από τον Πρωτοκολλητή για τη σημερινή ημερομηνία, και πάλι δεν υπήρχε καμιά εμφάνιση εκ μέρους της. Όλα τα ανωτέρω συνιστούν έλλειψη πρόθεσης για προώθηση της παρούσας προσφυγής, η οποία και απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται καμιά διαταγή εξόδων.»

Μετά από πάροδο περίπου ενός έτους και τεσσάρων μηνών, υπεβλήθη η υπό κρίση αίτηση.

Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, οι δικηγόροι που εμφανίστηκαν στις 5.7.2012, οι οποίοι ήταν το γραφείο επιδόσεως των δικηγόρων της αιτήτριας, παρέλειψαν να ενημερώσουν τους δικηγόρους της αιτήτριας για τη νέα ημερομηνία, με αποτέλεσμα να μην εμφανιστούν στο Δικαστήριο στις 9.11.2012. Ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου εκκρεμούσε και άλλη προσφυγή θυγατρικής εταιρείας της αιτήτριας, η υπ΄ αριθμό 1407/2011, η οποία είχε καταχωριστεί την ίδια ημέρα και η οποία είχε προχωρήσει κανονικά και βρισκόταν στο στάδιο των διευκρινίσεων. Οι δικηγόροι της αιτήτριας έλαβαν γνώση για την απόρριψη της προσφυγής από την Υπηρεσία ΦΠΑ, λόγω της άλλης υπόθεσης, στις 17.3.2014.

Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι οι δικηγόροι της αιτήτριας είχαν αποστείλει τηλεομοιότυπα ημερομηνίας 5.8.2012 και 13.8.2012 στο Πρωτοκολλητείο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με τα οποία ζητούσαν ενημέρωση για την υπό κρίση προσφυγή. Επειδή πραγματικά δεν γνώριζαν για την απόρριψη της προσφυγής, απέστειλαν γραπτό αίτημα προς το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή ποινικής δίωξης της αιτήτριας, καθότι πίστευαν ότι εκκρεμούσε η εν λόγω προσφυγή, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε στις 4.2.2014.

Οι καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση, η οποία επικεντρώνεται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος και πως η αίτηση δεν υποβλήθηκε εντός ευλόγου χρόνου, παρά μόνο ένα χρόνο και τέσσερις μήνες μετά την απόρριψη της προσφυγής.

Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης, βασική θέση της συνηγόρου της αιτήτριας ήταν ότι αυτή ουδέποτε είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την προσφυγή και πως, δύο μέρες μετά τη διαπίστωση της απόρριψής της, ζητήθηκε η επαναφορά της. Παρέπεμψε δε σε νομολογία επί του θέματος.

Αντίθετη επί του προκειμένου η θέση της κας Καρακάννα η οποία ανέφερε ότι οι προσπάθειες των δικηγόρων της αιτήτριας να πληροφορηθούν για την τύχη της προσφυγής δεν ήταν οι ενδεδειγμένες.  Ως προς το νομικό πλαίσιο που διέπει τέτοιου είδους υποθέσεις όπου έχει διαρρεύσει μεγάλο χρονικό διάστημα μεταξύ της απόρριψης της προσφυγής και της υποβολής αίτησης για επαναφορά της, όπως στην παρούσα περίπτωση,  η συνήγορος παρέπεμψε στις υποθέσεις Αντρέας Δημητρίου ν. Υπουργείου Οικονομικών (2002) 4 ΑΑΔ 1131, Κυβέλη Αναστασίου ν. ΕΔΥ, Υπόθεση Αρ. 1208/2006, ημερομηνίας 12.3.2007, Γιάννης Μ. Δρυάδης ν. Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου κ.ά., Υπόθεση Αρ. 497/2005, ημερομηνίας 21.11.2005. Η κα Καρακάννα επίσης ανέφερε ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα κατέληγε σε κατάχρηση της διαδικασίας διότι θα χρησιμοποιηθεί ως μέσο ανακοπής των φορολογικών εκπληρώσεων της αιτήτριας εταιρείας. Το λάθος του δικηγόρου, τόνισε, δεν είναι τυπικό αλλά ζήτημα ουσίας το οποίο αγγίζει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης και την αρχή της τελεσιδικίας.

Η αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς 17, 18 και 19 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου 1962 και του 1996 Καν. 11, 12 και 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.14(2), Δ.20 θ.14, Δ.48 θ.1-9, Δ.26 θ.14, Δ.33 θ.5, Δ.47Δ.57 θ.2, Δ.64 θ.1, επί της Νομολογίας και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου.

Στην υπόθεση Tsingi vRepublic (1984) 3(BC.L.R.1262 και στην Rousos a.o. ν. Republic (1985) 3(ACLR 119, η οποία υιοθέτησε την ίδια προσέγγιση, τονίσθηκε ότι το βασικό κριτήριο σε τέτοιου είδους υποθέσεις είναι εκείνο της εγκατάλειψης της διαδικασίας.  Παρέχεται δυνατότητα επαναφοράς προσφυγής η οποία δεν έχει κατ΄ ουσία εγκαταλειφθεί. Καθώς υποδείχθηκε πρόκειται για προσέγγιση την οποία επιβάλλει η φύση της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας.  Υπό αυτό το φως είναι που αντικρίζονται εδώ οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι, σύμφωνα με τον Καν. 18 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962, όπως τροποποιήθηκε, εφόσον δεν καλύπτεται με ειδική πρόνοια το υπό εξέταση ζήτημα, «… εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών και εφ΄ όσον οι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο…».

Στην υπόθεση Theodosiadou a.ovRepublic (1985) 3(BCLR 863 γίνεται αναφορά στις αρχές που εγκρίθηκαν στην Tsingi (ανωτέρω) και παράλληλα υπογραμμίζεται ότι η εξουσία για επαναφορά απορριφθείσας προσφυγής δεν πρέπει να ασκείται με τρόπο που να απολήγει σε κατάχρηση της διαδικασίας ή σε ζημιά της δικαιοσύνης.

Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου ν. Υπουργείου Οικονομικών (πιο πάνω) παράλειψη εμφάνισης ενώπιον του δικαστηρίου κατά την καθορισμένη ημερομηνία δεν είναι θέμα απλής τυπικότητας, αλλά ζήτημα ουσίας το οποίο αγγίζει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης.

Στην παρούσα περίπτωση, πέραν του λάθους του δικηγόρου ως προς την μη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου, ακολουθούν προσπάθειες για να πληροφορηθούν για την τύχη της προσφυγής, όπου πάλι παρουσιάζεται λανθασμένος χειρισμός. Ο δε χρόνος που διέρρευσε είναι τέτοιος που υποδηλοί αδιαφορία της ίδιας της αιτήτριας για προώθηση της υπόθεσης.

Όπως υποδείχθηκε και στην υπόθεση Ανδρέας Δημητρίου ν. Υπουργείου Οικονομικών (πιο πάνω), «αποδοχή του αιτήματος θα απέληγε κατ΄ ουσία σε κατάχρηση της διαδικασίας κάτω από το Άρθρο 146 του Συντάγματος, προκύπτουσα από τη χρήση της όχι για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται, δηλαδή την αναθεώρηση της διοικητικής απόφασης, αλλά ως μέσο ανακοπής εκπλήρωσης των φορολογικών υποχρεώσεων του προσφεύγοντος». Η επιστολή ημερομηνίας 4.2.2014 που επισυνάπτεται στην αίτηση, δεν ξεκαθαρίζει το θέμα, ως εισηγείται η αιτήτρια. Αυτό που προκύπτει από την επιστολή είναι ότι, λόγω εκκρεμότητας προσφυγής την οποία δεν καθορίζει, αναστέλλεται η ποινική δίωξη εναντίον της αιτήτριας εταιρείας.

Με βάση όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου, όπως αναλύθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι τόσο το αιτιολογικό που δίδεται για την παράλειψη εμφάνισης στο Δικαστήριο και τα όσα ακολούθησαν, όσο και ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της αίτησης, υποδηλούν, αδιαφορία στη δικαστική διαδικασία και εγκατάλειψη της προσφυγής και δεν δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης.

Η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται εναντίον της αιτήτριας.

Κ. Σταματίου,

Δ.

source

Limassol court was ‘too lenient’ due to defendants’ social standing

3
Limassol district court Lemesos Cyprus

By Angelos Anastasiou

THREE court cases involving individual instances of negligent driving, which left two women dead and an underage girl paralysed, appear to have been tried with suspicious lenience due to the defendants’ social standing, state TV reported on Thursday.

According to the CyBC, head of Limassol traffic police Michalis Katsounotos has sent a letter to chief of police Zacharias Chrysostomou inquiring about the three cases, which involve accidents that took place in 2011 and 2012.

In each case, public prosecutors charged the drivers but the sentences handed down by the court were suspiciously merciful – for the two accidents resulting in the victims’ death the accused were fined with €3,000 and their driving licences were temporarily revoked, and they received five penalty points, while the driver in the third instance was not punished.

Katsounotos’ letter noted that all three cases were tried by the same judge, and two defendants used the same lawyer, raising the question of whether there might have been foul play.

According to the rulings, in each case the court accepted the fact that victims’ families had been paid substantial sums from insurance companies as a mitigating factor.

As well, the letter poses the question of whether the three defendants were tried on the basis of their social standing, as they are considered to be well-known individuals in Limassol.

The Limassol traffic chief claimed that his department was not informed of the rulings as per due process, and noted that public prosecutors failed to appeal the rulings.

Sources have confirmed that the first case involved former Commerce Minister from 1988 to 1993 Takis Nemitsas, who in 2012 had run over an underage Russian girl after running a red light, leaving the girl paralysed.

Nemitsas, who was represented in court by Andreas Charalambous, pleaded guilty to the charges, but District Court judge Toula Papapetrou did not impose a sentence.

The second case related to a fatal accident, in which 28-year-old lawyer Oliver Anastasis Neophytou, who had been driving under the influence of alcohol, drove into an immigrant woman who had been walking on the pavement.

Neophytou, also represented by Charalambous in court, faced four charges – manslaughter, driving while intoxicated, reckless driving, and not keeping his hands free while driving.

He was fined €3,000, suffered a six-month revocation of his driving licence, and was penalised with six penalty points for the first charge, while the rest were mysteriously withdrawn.

The third case concerned a fatal accident in which an elderly woman was killed.

Insurance agent Phedonas Michael was fined €3,000, had his licence revoked for one year and was penalised with five penalty points.

The leaked letter caused the furious reaction of deputy Attorney General Rikkos Erotokritou, as he considered that fingers were being unjustly pointed at the state’s Legal Services.

“Do not include the Legal Services in your questions,” he abruptly told the state radio’s anchor yesterday morning, after she asked whether the service had been at fault. “You are wrong.”

Erotokritou added that public prosecutors are not technically part of the state’s Legal Services, falling under the police’s organisational chart instead.

“However, as part of their work in the courtroom they have a duty to inform us,” he said.

The deputy AG said neither he nor his boss had been aware of the letter’s contents, until they encountered the story in the media.

“When we get the letter, Legal Services will offer its position and will ask for the prosecutors’ views in writing,” he said.

“We can’t wake up to news stories that the Legal Services are being accused by the Limassol traffic chief, when he failed to contact us in advance, as he should have,” Erotokritou said.

Katsounotos declined comment to the Cyprus Mail and referred all questions to police spokesman Andreas Angelides.

Speaking on state TV yesterday, Angelides rejected Erotokritou’s claim that public prosecutors are part of the police’s remit.

“Public prosecutors are accountable to the Legal Services,” he said. “They are public prosecutors, they don’t investigate anything.”

However, he did concede that the Legal Services had not yet been informed of the issue as the letter was leaked before it officially got to its intended recipient.

“Very recently, we had noted some traffic cases that were tried, and due to the sentences that were handed down, Limassol traffic police prepared a letter that was supposed to accompany the trial files to the Legal Services,” he said. “But of course, the issue was made public before the letter and the files were delivered.”

Yesterday afternoon, the AG’s office issued a statement by which it demanded a written report of the facts by noon Monday.

“Concerning the news report in relation to an allegedly poor execution, or deliberate violation, of duty by public prosecutors in the handling of three fatal criminal traffic cases before the Limassol District Court, the Attorney General has instructed the head of the Public Prosecutors’ office to prepare a full report of the facts and present it to the Attorney General’s office by noon on Monday, October 6,” Attorney General Kostas Clerides announced.

“Once the above-mentioned fact report has been received and studied, any further measures warranted will be determined,” he added.

Source: Cyprus Mail

ΑΝΔΡΟΥ ΚΛΑΙΔΗ Temple Court Chambers: Case 47/2011

3
Adrianna Klaedes Andrew Klydes Andriana Kledi

Αρ. Αγωγής: 47/2011

Μεταξύ:

ΑΝΔΡΟΥ ΚΛΑΙΔΗ

Ενάγοντα

και

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΙΕΧΕΡΛΗ

Εναγόμενου

Αίτηση ημερομηνίας 14.11.2013 για επαναφορά αγωγής

10 Απριλίου, 2014

Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα Λοΐζου για δικηγορικό γραφείο Temple Court Chambers
Εναγόμενος/Καθ΄ ου η Αίτηση: παρών, αυτοπροσώπως

ΑΠΟΦΑΣΗ

Εισαγωγή

Στις 13.11.2013 και 10:30π.μ. η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Από το πρακτικό του Δικαστηρίου φαίνεται ότι ο Ενάγων δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατά την καθορισμένη ώρα παρά το ότι έγιναν επανειλημμένες σχετικές ανακοινώσεις. Στις 10:45π.μ. κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου, η αγωγή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησης ένεκα της μη εμφάνισης του Ενάγοντα.

Με την παρούσα αίτηση που καταχωρήθηκε στις 14.11.2013 (στο εξής η «Αίτηση»), ο Ενάγων ζητά την επαναφορά της αγωγής. Η Αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.17 Θ.14(2), Δ.33 και Δ.48 Θ.1-9. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, ο ενόρκως δηλών κ. Χρίστος Κοσιάρης, εξηγεί ότι είναι δικηγόρος και εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Ενάγοντα / Αιτητή.

Προσθέτει ότι στις 13.11.2013 εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 11:05π.μ. και ενημερώθηκε ότι η αγωγή είχε απορριφθεί καθ’ ότι δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο κατά την ώρα που ήταν ορισμένη για ακρόαση. Προσθέτει επίσης ότι ενωρίτερα την ίδια μέρα βρισκόταν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστήριο Αμμοχώστου που συνεδριάζει στο Παραλίμνι, σε θανατική ανάκριση, και μετά το πέρας της διαδικασίας εκείνης μετέβη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας όπου συνάντησε τους μάρτυρες που θα παρουσίαζε στην ακρόαση της παρούσας αγωγής. Αναφέρει επίσης ότι εκ παραδρομής, νόμιζε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη στις 11:00π.μ. αντί στις 10:30π.μ. και η πλευρά του Ενάγοντα ήταν έτοιμη για ακρόαση την ημέρα εκείνη. Λέει ότι ο λόγος μη εμφάνισης των δικηγόρων του Ενάγοντα στο Δικαστήριο κατά την καθορισμένη ώρα ήταν η λανθασμένη εντύπωση τους αναφορικά με την ώρα ορισμού της αγωγής.

Συνεχίζει λέγοντας ότι, ως δικηγόροι του Ενάγοντα, έλαβαν όλα τα δέοντα μέτρα για την προώθηση της αγωγής και δεν επέδειξαν οποιαδήποτε αδιαφορία ή καταφρόνηση της Δικαστικής διαδικασίας.

Ο Εναγόμενος, ο οποίος εμφανίζεται προσωπικά, έφερε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του ιδίου που συνοδεύει την ένσταση του, αναφέρει ότι η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 13.11.2013, και ώρα 10:30πμ και ότι έγιναν επανειλημμένες ανακοινώσεις για τον Ενάγοντα πριν η αγωγή απορριφθεί. Προσθέτει ότι ο ίδιος φρόντισε να είναι στο Δικαστήριο την καθορισμένη ώρα και ο Ενάγων δεν δικαιολογεί γιατί δεν άκουσε ή δεν έλαβε υπόψη την ώρα που καθόρισε το Δικαστήριο για την ακρόαση.

Τα υπόλοιπα τα οποία αναφέρει ο Εναγόμενος τόσο στην ένορκη του δήλωση όσο και στην γραπτή αγόρευση του κατά την ακρόαση της Αίτησης, αναφορικά με το πρόσωπο του Ενάγοντα, δεν είναι σχετικά με την παρούσα διαδικασία και επομένως δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο.

Οι δικηγόροι του Ενάγοντα ανέπτυξαν τη θέση τους σε γραπτή αγόρευση με αναφορά στα γεγονότα και τη σχετική νομολογία.

Νομικές Αρχές και Ανάλυση

Εν αρχή, αν και δεν έχει εγερθεί το θέμα από τον Εναγόμενο στην ένσταση του, θα εξετάσω κατά πόσο η παρούσα διαδικασία είναι ο δικονομικά ενδεδειγμένος τρόπος για να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Διαπιστώνω ότι υπάρχει νομολογία η οποία εισηγείται ότι σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, το δικονομικά ορθό διάβημα εναντίον της απόρριψης της αγωγής είναι η καταχώρηση έφεσης[1]. Ταυτόχρονα, υπάρχει όμως και νομολογία η οποία εισηγείται ότι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί και στα πλαίσια αίτησης επαναφοράς όπως στην παρούσα περίπτωση[2].

Οι διιστάμενες αυτές θέσεις αναγνωρίζονται και εξετάζονται στην Toumbouros Estates Ltd ν Ιωαννίδου κ.α. (1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1512 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Η απόφαση που μας απασχολεί εδώ και που παραμερίστηκε αργότερα από το πρωτόδικο δικαστήριο, δεν εκδόθηκε επί της ουσίας της διαφοράς, μετά την αξιολόγηση οποιουδήποτε αποδεικτικού υλικού, αλλά ερήμην των εφεσίβλητων. Σύμφωνα με τη νομολογία μας, την οποία παραθέτουμε πιο πάνω, το Δικαστήριο είχε εξουσία να παραμερίσει την απόφαση. Προχωρούμε μάλιστα να υπενθυμίσουμε πως όταν το Εφετείο της χώρας μας, αλλά και της Αγγλίας, έχει παράλληλη, με το πρωτόδικο δικαστήριο, δικαιοδοσία, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αυτά εκφράζουν την άποψη πως είναι επιθυμητό να γίνεται πρώτα το διάβημα στο πρωτόδικο δικαστήριο.»

Στη βάση της πιο πάνω προσέγγισης, θεωρώ ότι η παρούσα διαδικασία είναι το ορθό διάβημα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος και η Δ.33 Θ.5 είναι η αρμόζουσα δικονομική διάταξή για να υποστηρίξει το αίτημα. Συγκεκριμένα, η Δ.33 Θ.5 προνοεί ότι:

«Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial.»

Αναφορικά δε με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να μπορεί ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος, παραπέμπω στην Ανδρέου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (2003)1Γ Α.Α.Δ. 1596 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Στην περίπτωση παράλειψης του εναγόμενου να εμφανιστεί κατά τη δίκη, δεν εγείρεται θέμα αποκάλυψης της υπεράσπισης του εφόσον αυτή έχει καταχωριστεί. Το κρίσιμο ερώτημα στην περίπτωση εκείνη είναι κατά πόσο η απουσία του υποδηλώνει εγκατάλειψη της υπεράσπισης του ή αδιαφορία για προώθηση της.»

Θεωρώ ότι τα όσα αναφέρθηκαν στην Ανδρέου ν Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω) ισχύουν κατ’ αναλογία και σε περιπτώσεις παράληψης του ενάγοντα να εμφανιστεί κατά την ακρόαση και συνακόλουθης απόρριψης της αγωγής λόγω μη προώθησης.

Βεβαίως η δυνατότητα επαναφοράς αγωγής η οποία απορρίπτεται λόγω μη προώθησης δεν επιτρέπεται να επενεργεί εις βάρος της αρχής της τελεσιδικίας και του περί δικαίου αισθήματος και το Δικαστήριο πρέπει να προσμετρήσει το γεγονός αυτό στην απόφαση του.

Στην παρούσα περίπτωση, ο μοναδικός λόγος απόρριψης της αγωγής ήταν η παράλειψη του Ενάγοντα να προσέλθει στο Δικαστήριο την καθορισμένη ώρα της ακρόασης. Όμως σημειώνω τη θέση του Ενάγοντα ότι εμφανίστηκε τελικά στο Δικαστήριο με ολιγόλεπτη καθυστέρηση, στις 11:05π.μ. αντί στις 10:30π.μ. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι προσήλθαν στο Δικαστήριο οι δικηγόροι του Ενάγοντα με αυτή την καθυστέρηση δεν αμφισβητήθηκε άμεσα από τον Εναγόμενο με την ένσταση του.

Διαπιστώνω επίσης ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση από μέρους του Ενάγοντα η οποία να προσμετρά με οποιοδήποτε τρόπο εναντίον του ή να συνιστά λόγο απόρριψης του αιτήματος[3]. Υπενθυμίζω ότι η αγωγή απορρίφθηκε στις 13.11.2013 και η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε στις 14.11.2013 την αμέσως επόμενη ημέρα και εντός των χρονικών πλαισίων που προβλέπει η Δ.33 Θ.5.

Η άμεση καταχώρηση της παρούσας Αίτησης συνηγορεί, κατά την άποψη μου, υπέρ των θέσεων του Ενάγοντα ότι στις 13.11.2013 η πλευρά του ήταν έτοιμη για ακρόαση, ότι η καθυστέρηση στην εμφάνιση τους την καθορισμένη ώρα ήταν ολιγόλεπτη και αποτέλεσμα καλόπιστου λάθους από μέρους των δικηγόρων του.

Παρά την αμφισβήτηση που τυγχάνουν από την πλευρά του Εναγόμενου, θεωρώ ότι οι λόγοι που προβλήθηκαν για την μη έγκαιρη εμφάνιση του Ενάγοντα στο Δικαστήριο στις 13.11.2013 φαίνονται λογικοί και κρίνονται ανθρώπινοι.

Επιπλέον, η διαγωγή του Ενάγοντα δεν είναι τέτοια που να συνιστά ασύγγνωστη αδιαφορία για την υπόθεση του ή για το θεσμό της δικαιοσύνης. Αντίθετα, κατά την άποψη μου, το δικαίωμα του Εναγόμενου να ακουστεί θα πρέπει, στην παρούσα περίπτωση, να υπερισχύσει της παράλειψης του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο την καθορισμένη ώρα της ακρόασης.

Κατάληξη

Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η διακριτική μου ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος του Ενάγοντα.

Η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα επαναφοράς της αγωγής.

Εντούτοις, παρά την επιτυχία της Αίτησης, δεν θεωρώ ότι τα έξοδα της επίδικης Αίτησης πρέπει να επιδικαστούν υπέρ του Ενάγοντα. Εφόσον ο Εναγόμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως και δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο, δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα.

(Υπ.) ………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

[1] Σχετικές οι Terzian v Liberty Life Insurance Ltd (2007) 1B Α.Α.Δ. 1283, Σοφοκλέους κ.α. ν Alfa Bank Ltd (2009)1Β Α.Α.Δ. 818.
[2] Σχετικές οι Θεοδώρου ν Θεοδώρου (1996)1(Α) Α.Α.Δ. 66, Χρυσάνθου κ.α. ν Mariala Construction Limited (1996)1B A.A.Δ. 1129 και The Annual Practice 1958, σελ 832.
[3] Σχετική η Κοντός ν Του Πλοίου “Denise” (1991)1 A.A.Δ.293

Source

Iacovou Quarries v. Karayiannas: Case 1598/2013

0
iacovou brothers quarries karayiannas developers famagusta

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου – Κίζη, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 1598/2013

Μεταξύ:

IACOVOU BROTHERS QUARRIES LTD (HE98496)

Εναγόντων

και

CHR. KARAYIANNAS & SONS DEVELOPERS LTD (HE172641)

Εναγομένων

————-

Αίτηση ημερομηνίας 15.7.2013 για Συνοπτική απόφαση

Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2014

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες – Αιτητές: κ.κ. Αντωνάκης Σωτηρίου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ( Για να ακούσει απόφαση ο κ. Σταύρος Σταύρου)

Για τους Εναγομένους – Καθ΄ού η Αίτηση: κα. Ανδριάνα Κλαίδη, Temple Court Chambers (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Κοσιάρης)

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ. 2 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους το ποσό των €1.729.89, με νόμιμο τόκο και έξοδα, ως «οφειλόμενο υπόλοιπο χρεοπιστωτικού λογαριασμού ή/και δυνάμει πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων ή/και παροχής υπηρεσιών ή/και δυνάμει τιμολογίων ή/και ως συμφωνηθείσα ή/και εύλογη αξία εμπορευμάτων ή/και υπηρεσιών ή/και δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και άλλως πως.»

Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι ενάγοντες ασχολούνται μεταξύ άλλων, με την πώληση υλικών οικοδομής ή/και σιδηρικών ή/και δομικών υλικών ή/και άλλων συναφών προιόντων ή/και εμπορευμάτων.

Με την υπό κρίση Αίτηση, οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης εναντίον των εναγομένων, ισχυριζόμενοι την έλλειψη υπεράσπισης εκ μέρους των.

Νομική βάση της Αίτησης είναι η Δ. 18 θ. 1-9, Δ.48, θ. 1-12, Δ64 και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αλέξη Τέκκη, υπαλλήλου των εναγόντων ο οποίος ομνύει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αποκαλύπτει και ότι υιοθετεί τα γεγονότα τις Έκθεσης Απαίτησης, ως αναπόσπαστο μέρος της δήλωσης του. Αναφέρει ότι οι αξιώσεις των εναγόντων είναι ορθές και γνήσιες και επιβεβαιώνει το αληθές του περιοεχομένου τους. Αναφέρει επίσης ότι στις 9.7.2007 οι ενάγοντες, στα πλαίσια της συνεργασίας τους με τους εναγομένους, άνοιξαν και διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό στο όνομα των Εναγομένων, στον οποίο καταχωρούντο όλες οι εμπορικές δοσοληψίες μεταξύ των, ήτοι συναλλαγές πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων υλικών οικοδομής και άλλων συναφών προϊόντων. Έναντι του εν λόγω λογαριασμού οι εναγόμενοι κατέβαλλαν διάφορα χρηματικά ποσά και στις 12.4.2013 ο λογαριασμός των εναγομένων δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο €1.729.89 (Κατάσταση Λογαριασμού ημερ. 12.4.2013, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α). Οι Ενάγοντες επανειλημμένα με επιστολές τους (αντίγραφα επιστολών με ημερομηνίες 10.10.2011 και 30.11.2011, επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Β) όχλησαν τους Εναγομένους, ώστε να εξοφλήσουν το χρέος τους, πλην όμως οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν στις οχλήσεις τους. Επιστολή, τους απέστειλαν και στις 16.4.2013 μέσω των δικηγόρων τους (αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 16.4.2013, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ) χωρίς όμως καμιά ανταπόκριση. Παρά τις οχλήσεις, οι εναγόμενοι παραλείπουν μέχρι και σήμερα να εξοφλήσουν το χρέος τους. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει τέλος ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση και ότι καταχώρησαν Εμφάνιση με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας.

Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Ένσταση, στη βάση του ίδιου θεσμικού πλαισίου.

Ως λόγοι Ένστασης προβάλλονται οι εξής:

«Α) Οι προυποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση Συνοπτικής απόφασης δεν ικανοποιούνται από τους Ενάγοντες – Αιτητές.

Β) Η Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων, εφ΄ όσον παρακάμπτει στην ουσία την πλήρη διεξαγωγή της δίκης.

Γ) Ο Ενόρκως Δηλών δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του αναφορικά με την εν λόγω υπόθεση και ως εκ τούτου είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στην εν λόγω Ένορκο Δήλωση.

Δ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά, καθ΄ ότι στερείται υπόβαθρο και/ή πειστικότητα διά την έκδοση Συνοπτικής Αίτησης.

Ε) Οι Ενάγοντες – Αιτητές δεν παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία διά υποστήριξη της θέσης των.

Στ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process), καθ΄ ότι αιτείται διάφορα διατάγματα τα οποία δεν μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο και η συμπεριφορά και ενέργειες των Εναγόντων – Αιτητών είναι κακόπιστη.

Η) Τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις εις τους Εναγόμενους – Καθ΄ ων η Αίτηση και δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη.

Θ) Οι Ενάγοντες – Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Σεβαστό Δικαστήριο και το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση χωρίς να εξετάσει την ουσία της.

Ι) Το αντικείμενο της αίτησης δεν υφίσταται και/ή δεν υπάρχει και η αίτηση νομικά είναι ανυπόστατη.

Κ) ΟΙ Ενάγοντες – Αιτητές δεν νομιμοποιούνται εις την παρούσα αίτηση.

Λ) Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση είναι αναληθή.

Μ) Οι Ενάγοντες – Αιτητές δεν έχουν έρθει ενώπιον της δικαιοσύνης με καθαρά χέρια (he who comes to equity must come with clean hands).

Ν) Δεν υπάρχουν εξαιρετικές περιπτώσεις που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος.

Ξ) Η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, καθ΄ ότι πάσχει νομικά και βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.»

Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του ΜάριουΧριστόφορου Καραγιαννά, εκτελεστικού Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου των εναγομένων ο οποίος, όπως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην Ένορκη Δήλωση.

Αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Αλέξη Τέκκη και ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του και ως εκ τούτου είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προχωρήσουν την Αίτηση εναντίον των εναγομένων, καθότι η εναγομένη εταιρεία είναι ανύπρακτο πρόσωπο, ενώ το ορθό όνομα της εταιρείας είναι Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ. (Αντίγραφο σύστασης της εταιρείας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α). Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι είχαν οποιαδήποτε συνεργασία ή δοσοληψία ή συναλλαγές με τους ενάγοντες. Περαιτέρω αναφέρει ότι «η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται αποκλειστικά σε τιμολόγια και χρεωστικό λογαριασμό, τα οποία αναφέρουν διαφορετικά πρόσωπα και φέρουν διαφορετικά νομικά ή φυσικά πρόσωπα, ενώ η αγωγή στρέφεται αποκλειστικά εναντίον ανύπαρκτης εταιρείας, ήτοι Chr. Karayiannas and Sons Developers Ltd. Περαιτέρω ουδέποτε η εταιρεία Chr. Karayiannas and Sons Developers Ltd, ως επίσης και η εταιρεία μας Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ παράγγειλε οποιαδήποτε εμπορεύματα ή δομικών υλικών και σιδερικών υλικών από τους Ενάγοντες – Αιτητές». Είναι τέλος η θέση του ότι οι εναγόμενοι έχουν καλόπιστη Υπεράσπιση (γεγονός που δεικνύεται με τους ισχυρισμούς στην ένορκη του δήλωση), στην οποία εγείρονται θέματα σε απάντηση της απαίτησης των εναγόντων που πρέπει να εκδικαστούν.

Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν κατ΄ επανάληψη διατυπωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτικές αποφάσεις δυνάμει της Δ. 18 ασκείται μόνο σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει υπεράσπιση για σκοπούς καθυστέρησης. Η Δ. 18 προνοεί μια ειδική διαδικασία καθορισμού δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και κατά τρόπο που να αποκλείει τον εναγόμενο να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Απόφαση δυνάμει της Δ. 18 δίνεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της Δ. 18 και όταν τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ. 18 είναι απαραίτητες για να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και αν ο ενάγων δεν ικανοποίησε πρώτα αυτές τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, το ζήτημα κατά πόσο ο εναγόμενος θα προβάλει ισχυρισμούς τέτοιους που θα του δίνουν δικαίωμα να υπερασπιστεί δεν εξετάζεται.

Σύμφωνα με τη Δ. 18 Θ.1(α) υπάρχουν τρείς προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προτού το δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγομένου.

(1) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6
(2) Ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί.
(3) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchoudi Banka A.S. (1972) 1 C.L.R. 130).

Εάν και εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται από τον ενάγοντα, τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. Kyprianides v. Ioannou (1966) 1 C.L.R. 265, CYEMS CO Ltd v. The Central Co-Operative Co. Ltd (1982) 1 A.A.Δ. 879, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (1983) 1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ΄΄Νέστωρος (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 Α.Α.Δ. 239, Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd, 1996 1 (Β) ΑΑΔ 1238, Ανδρέας Σωκράτους ν. Παναγιώτου Ανδρέου κ.α., 1997 1 (Α) ΑΑΔ, 40 και Χριστάκης Αυγουστή κ.α. ν. Γεώργιου Πίριλλου, 1997 1 (Α) ΑΑΔ, 5).

Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση τους, στερεί από το Δικαστήριο την δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska (ανωτέρω).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, το Κλητήριο Ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6 και οι εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 27.6.2013. Κατά συνέπεια, ικανοποιούμαι ότι η αίτηση πληροί τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις.

Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσο πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία της λήψης συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός της χαρακτήρας (Ανδρέας Θεμιστοκλέους &Υιοί Λτδ ν. Arizona Trading Co. Ltd, Πολιτική Έφεση 9728/22.10.1997, Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση 9670, ημερ, 10.7.1997.

Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του Θ1.α της Δ.18. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1970 στην σελ. 124, παράγραφος 14, 2 – 5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Διαταγής 14:

«The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: “the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £…./for and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action”.

H ορθή πρακτική όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική, επιβεβαιώνεται και από την νομολογία στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου (ανωτέρω).

Όσον αφορά την καταλληλότητα του προσώπου που καταθέτει ενόρκως σε σχέση με τα γεγονότα, το ζήτημα πραγματεύεται η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω) η οποία αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39 θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Αναγνωρίζεται επίσης, στην ίδια υπόθεση, ότι στην περίπτωση που ο ενάγων – αιτητής είναι εταιρεία κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Σύμφωνα όμως με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Επιπλέον στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ. 18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ. 18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.

Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία και στη θέση της ορκίζεται ο Αλέξης Τέκκης, υπάλληλος της και δεόντως εξουσιοδοτημένος, ο οποίος διαλαλεί ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Προκύπτει από τα λεχθέντα του ομνύοντα (στην ένορκη του δήλωση) πως είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18 θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής.

Με βάση τα όσα έχω αναφέρει μέχρι τώρα, έχω ικανοποιηθεί ότι η αίτηση πληροί και τις τρείς πιο πάνω προϋποθέσεις. Συνεπώς οι εναγόμενοι έχουν το βάρος να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής ή να αποκαλύψουν ή παραθέσουν τέτοια γεγονότα ή ισχυρισμούς που συνιστούν καλή υπεράσπιση.

Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 Α.Α.Δ. 239, στις σελ. 243 – 244, αναφέρεται ότι:

«Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd (1982) 1 Α.Α.Δ. 897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο».

Όπως πολύ εύστοχα και περιεκτικά ετέθη το ζήτημα στην υπόθεση Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd, 1996 1 (Β) ΑΑΔ 1238, η συζήτηση αφορά στην ύπαρξη ή μη υπεράσπισης και κατ΄ ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών.

Εκείνο το οποίο ουσιαστικά ενδιαφέρει είναι το περιεχόμενο της συνοδεύουσας την Ένσταση ένορκης δήλωσης του Μάριου – Χριστοφόρου Καραγιαννά, από το οποίο θα πρέπει να διαπιστώσω κατά πόσον οι εναγόμενοι με ικανοποιούν ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή κατά πόσον έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία μπορούν να κριθούν ικανοποιητικά για να τους παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν.

Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των εναγομένων κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση την Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατόν να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπισθεί την υπόθεση έστω και εάν η υπεράσπιση αυτή μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε «τελική ανάλυση (Jacobs v. Booths Distillery Co (1901) 85 LB 262 και Krapp-Fisher v Grish (1963) 2 All E.R. 500).

Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, και εφόσον το βάρος μετατοπισθεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί [Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (ανωτέρω)].

Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει Υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους:

(1) Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση τους εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του για να τα εξετάσει με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια, και
(2) Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου προσκρούει στην νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ. 18 θ.1(α) ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου.

Στην προκειμένη περίπτωση ο Μάριος Χριστόφορος Καραγιαννάς στην ένορκη του δήλωση αναπτύσσει κατ΄ αρχήν καταχρηστικά επιχειρηματολογία (αναφέρει ότι με την Υπεράσπιση των εναγομένων θα εγερθούν πολύπλοκα νομικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου), μορφή λόγου ασυμβίβαστη με το αναμενόμενο περιεχόμενο μιας ένορκης δήλωσης που θα πρέπει να περιορίζεται σε γεγονότα, σύμφωνα με την Δ. 39 θ.2 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και την Δ.48, θ. 4 η οποία προνοεί πως οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση και τα οποία δεν είναι εμφανή από τον φάκελο της υπόθεσης θα αναφέρονται σε μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την Ειδοποίηση Ένστασης.

Επί της ουσίας της υπόθεσης ο μοναδικός ουσιαστικός ισχυρισμός του ομνύοντα είναι ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε η εναγομένη εταιρεία όπως επίσης και η εταιρεία Χριστόφορος Καραγιαννάς &Υιός Λτδ, παρήγγειλε οποιαδήποτε εμπορεύματα από τους ενάγοντες. Ο ομνύων πέραν του ότι αντιφατικά ισχυρίζεται από την μία ότι η εναγομένη εταιρεία είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και από την άλλη ότι ουδέποτε είχε συμβατική σχέση με τους ενάγοντες, ως προς το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού του δεν παραθέτει, ενώ όφειλε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία ή λεπτομέρειες τα οποία να επιβεβαιώνουν την θέση του, αφήνοντας έτσι τον ισχυρισμό του ατεκμηρίωτο και συνακόλουθα μετέωρο.

Είναι έκδηλο από τα πιο πάνω ότι με τα όσα τέθηκαν από πλευράς εναγομένων, δεν παρέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες υπεράσπισης. Η αναφορά του κ. Καραγιαννά περί μη ύπαρξης συμβατικής σχέσης, μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, είναι γενική και αόριστη και δεν αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση. Σύμφωνα με την νομολογία, ο ισχυρισμός ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση, θα πρέπει να εξειδικεύεται με την παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων ώστε να ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι λογικά τα γεγονότα εγείρουν την υπεράσπιση την οποία ο εναγόμενος επικαλείται. Τίποτα από όλα αυτά δεν έχουν κάμει οι εναγόμενοι.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κ. Καραγιαννά ότι το όνομα της εναγομένης εταιρείας είναι λανθασμένο, θα ήθελα να πω τα εξής. Είναι σαφές ότι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ενάγει και ενάγεται με το εν χρήσει όνομα της, το οποίο είναι νόμιμα εγγεγραμμένο και το οποίο μπορεί να αλλαχθεί τηρουμένων των σχετικών νομοθετικών προνοιών. Φυσικά σε κάθε ουσιώδη χρόνο η εταιρεία δεν μπορεί να χρησιμοποιεί πέραν του ενός ονόματα, προφανώς και σε δικαστική διαδικασία. Νομολογιακά έχει λεχθεί ότι μια λανθασμένη επωνυμία δεν πρέπει να επηρεάζει την ουσιαστική απόφαση του Δικαστηρίου στα θέματα που εγείρονται ενώπιον του, γι΄ αυτό και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να διορθώνει λανθασμένες αναγραφές ονομάτων, εξουσία η οποία ασκείται να διορθώνει λανθασμένες αναγραφές ονομάτων, εξουσία η οποία ασκείται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην υπόθεση Williams & Glyn’s Bank Ltd v. The Ship “Maria” (1993) 1 ΑΑΔ 106, υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Nittan v. Solent Steel (1981) 1 L1. L.R. 633, όπου ο Λόρδος o Denning είπε, σε σχέση με την έμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διορθώνει λανθασμένα ονόματα, τα εξής:

“In this court we are very used to dealing with misnomers. We do not allow people to take advantage of a misnomer when everyone know what was intended.”

Εν προκειμένω όμως οι εναγόμενοι καταχώρησαν Εμφάνιση και ανέγραψαν στο Σημείωμα Εμφάνισης ότι υπερασπίζονται την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία η οποία αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής. Με την λανθασμένη επωνυμία, όπως οι ίδιοι φυσικά διατείνονται. Θα μπορούσαν οι εναγόμενοι αντί να καταχωρήσουν Εμφάνιση, να λάβουν άλλα μέτρα εάν πίστευαν ότι ήταν τόσο ουσιαστικό το γεγονός ότι το όνομα της εναγομένης εταιρείας, όπως αναγράφεται στον τίτλο της αγωγής, είναι λανθασμένο.

Με βάση τα όσα ανέφερα μέχρι τώρα κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία και την ασκώ υπέρ της έγκρισης της αίτησης.

Διά ταύτα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως η απαίτηση. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

(Υπ.:) ………………………………………………………
Στ. Τσιβιτανίδου – Κίζη, Ε.Δ.

Source