Άνδρος Κλαΐδης / Ανδριάνα Κλαΐδη / Andrew Klydes Case 47/11 Date 12/12/2014

0
1721

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 47/2011

Μεταξύ:

Άνδρος Κλαΐδης, από Λάρνακα

Ενάγοντας

και

Γεώργιος Σιεχερλής, από τα Περβόλια, Λάρνακος

Εναγόμενος

12 Δεκεμβρίου, 2014

Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα: κα Λοϊζου για Andrew Klydes LLC
Εναγόμενος, αυτοπροσώπως

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας αξιώνει από τον Εναγόμενο €4.000 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα.

Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα, το ποσό το οποίο αξιώνει αφορά συμφωνημένη και/ή εύλογη αμοιβή για την εκπροσώπηση του Εναγόμενου στην αγωγή υπ’ αριθμό 2090/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και άλλες νομικές υπηρεσίες. Ο Εναγόμενος έχει κληθεί, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, να εξοφλήσει το ποσό αλλά δεν το έχει πράξει.

Στην Υπεράσπιση του, ο Εναγόμενος που εμφανίζεται αυτοπροσώπως στην αγωγή, ισχυρίζεται ανέθεσε «κάποια υπόθεση» στον Ενάγοντα και «τον πλήρωσ[α] €400 (τετρακόσια Ευρώ) ως προκαταβολή. Μου ζήτησε και παρουσιάστηκα στον περίβολο του Δικαστηρίου, συνομίλησε με τον αντίδικο δικηγόρο κύριο Κουκούνη και έκτοτε δεν είχαμε καμία άλλη συνάντηση ή συνομιλία. Πολύ αργότερα μου επέδωσε αγωγή για €4.000 (τέσσερις χιλιάδες Ευρώ) και τα ζήτησε να του τα πληρώσω». Καταλήγει λέγοντας ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ότι τα χρήματα που έχει ήδη πληρώσει είναι «αρκούντως ικανοποιητικά».

Προς απόδειξη της απαίτησης του Ενάγοντα, έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο η κα Γεωργία Χριστοδούλου, δικηγορική υπάλληλος στο γραφείο του Ενάγοντα (ΜΕ1) και ο ίδιος ο Ενάγοντας (ΜΕ2). Για την υπεράσπιση, έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος (ΜΥ1). Κατά την ακρόαση κατατέθηκαν ως τεκμήρια διάφορα έγγραφα, ειδική αναφορά σε κάποια από τα οποία γίνεται κατωτέρω στο βαθμό που αυτό κρίνεται αναγκαίο. Αναφέρω όμως ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας παρακολούθησα με προσοχή τη δια ζώσης μαρτυρία και έχω διεξέλθει με τη δέουσα επιμέλεια όλα τα τεκμήρια που κατατέθηκαν.

Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, παραθέτω μόνο κατωτέρω μια σύνοψη των κυρίων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα.

Η ΜΕ1 κατέθεσε ότι εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του Ενάγοντα και ότι έχει στην κατοχή της τα έγγραφα της παρούσας υπόθεσης και προσωπική γνώση των γεγονότων που την αφορούν. Ανέφερε ότι ο Εναγόμενος στην παρούσα αγωγή είχε αναθέσει στον Ενάγοντα το χειρισμό της αγωγής 2090/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας η οποία, στην πορεία, διευθετήθηκε εξωδίκως. Ανέφερε επίσης ότι για τους σκοπούς της αγωγής εκείνης και προς υλοποίησης του συμβιβασμού στον οποίο τελικά κατέληξαν οι διάδικοι προέβησαν εκ μέρους του Εναγόμενου σε διάφορα άλλα διαβήματα τα οποία περιέγραψε.

Σημειώνω ότι η ΜΕ1 παρουσίασε στο Δικαστήριο πιστό αντίγραφο της συνταγμένης απόφασης στην αγωγή υπ’ αριθμό 2090/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (Τεκμήριο 1) από το οποίο προκύπτει ότι η αγωγή αποσύρθηκε ως εξωδίκως διευθετηθείσα και καταγράφεται συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι διάδικοι η οποία κατέστη κανόνας Δικαστηρίου. Παρουσίασε επίσης δέσμη εγγράφων (Τεκμήριο 2) αποτελούμενη από αντίγραφα αλληλογραφίας μεταξύ του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή και του συνηγόρου της άλλης πλευράς στην αγωγή 2090/2006 που φαίνεται να αφορούν συζητήσεις που γίνονταν για σκοπούς διευθέτησης της επίδικης διαφοράς στην αγωγή εκείνη. Κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού και βεβαίωση πληρωμής δημοτικών τελών στο όνομα του Εναγόμενου (Τεκμήριο 3), που κατά την ίδια αφορούσαν το επίδικο ακίνητο στην αγωγή 2090/2006. Κατέθεσε έντυπα, καταστάσεις και βεβαιώσεις του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (Τεκμήριο 4) που ανέφερε ότι αφορούσαν το ίδιο ακίνητο. Παρουσίασε επίσης αντίγραφα επιστολών του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 12.5.2009 και 13.5.2009 (Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα) που αφορούσαν την αγωγή 2090/2006 και απαίτηση για πληρωμή των δικηγορικών εξόδων που αξιώνονται με την παρούσα αγωγή. Τέλος, κατέθεσε αντίγραφο επιστολής που φαίνεται να στάληκε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (Τεκμήριο 7) από τον Ενάγοντα προς τρίτο πρόσωπο, για ετοιμασία έκθεσης εμπειρογνωμοσύνης σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής 2090/2006. Σημειώνω ότι η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων.

Ο δεύτερος μάρτυρας ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας. Να αναφέρω παρενθετικά ότι ο Εναγόμενος αποδέχτηκε και κατέστη παραδεκτό ότι ο Ενάγοντας είναι το ίδιο πρόσωπο με την κυρία Ανδριάνα Κλαΐδη. Κατά την μαρτυρία του, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι ο Εναγόμενος τον πλήρωσε ποσό €400 έναντι του ποσού της αξίωσης και περιόρισε την απαίτηση του κατά €400, ήτοι περιόρισε το αξιούμενο με την αγωγή ποσό σε €3.600. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο ότι η αμοιβή τους για το χειρισμό και εκπροσώπηση του στην αγωγή 2090/2006 και παροχή εξωδικαστηριακών υπηρεσιών σε σχέση με την υλοποίηση εξώδικου συμβιβασμού της εν λόγω αγωγής θα ήταν €4.000 και ότι ανέλαβε την υπόθεση στη βάση αυτής της συμφωνίας. Ο Ενάγοντας επιβεβαίωσε τον εξώδικο συμβιβασμό στον οποία κατέληξε η αγωγή 2090/2006, όπως αποτυπώνεται στη συνταγμένη απόφαση, Τεκμήριο 1. Ανέφερε επίσης ότι της διευθέτησης προηγήθηκαν επικοινωνίες μεταξύ του ιδίου και του συνηγόρου της άλλης πλευράς στην εν λόγω αγωγή καθώς και επικοινωνία του με εμπειρογνώμονα στον οποίο θα ενέθετε διενέργεια μελέτης σε σχέση με τα επίδικα θέματα.

Ο Ενάγοντας κατέθεσε επίσης ότι προς υλοποίηση του εξώδικου συμβιβασμού, προέβηκε σε διάφορες ενέργειες, μεταξύ άλλων, σε σχέση με το Φόρο Εισοδήματος, Φόρο Κεφαλαιουχικών Κερδών, Δήμο και διεργασίες που αφορούσαν το Κτηματολόγιο αλλά και σε συναντήσεις, συνομιλίες και αλληλογραφία με τον ίδιο τον Εναγόμενο. Ο Ενάγοντας κατέθεσε επίσης χειρόγραφο σημείωμα που αποδίδει στον Εναγόμενο και, κατά τον ίδιο, αποτελεί επιστολή του Εναγόμενου προς την τράπεζα του αναφορικά με την αγωγή 2090/2006 και με την οποία, μεταξύ άλλων, δίδει οδηγίες στην τράπεζα για έκδοση επιταγών προς το γραφείο του Φόρου Εισοδήματος καθώς και επιταγή €4.000 προς τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 8). Πέραν αυτού παρουσίασε δήλωση του Εναγόμενου ημερομηνίας 3.3.2009 σε σχέση με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης στην αγωγή 2090/2006 και τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης εκείνης (Τεκμήριο 9) καθώς και άλλα έγγραφα που κατά τον ίδιο αφορούν την ίδια αγωγή, προς υποστήριξη της θέσης του για ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια των όρων εντολής του και τον χειρισμό της υπόθεσης μετά τον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε (Τεκμήρια 10, 11 και 12).

Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο, ο τελευταίος του έθεσε ότι δεν συμφώνησε να πληρώσει €4.000 αλλά ο Ενάγοντας αντέταξε ότι το ποσό της αμοιβής είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους εξ αρχής και ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος είχε προτείνει το ποσό αυτό.

Μέρος της αντεξέτασης του Εναγόμενου αφορούσε τον συμβιβασμό που δηλώθηκε προς διευθέτηση της αγωγής 2090/2006, με τον οποίο ο Εναγόμενος φαίνεται να διαφωνεί. Αυτά βεβαίως είναι εκτός των επιδίκων θεμάτων της παρούσας αγωγής που αφορά μόνο το κατά πόσο τα μέρη είχαν συνάψει σύμβαση, κατά πόσο έχει συμφωνηθεί η δικηγορική αμοιβή του Ενάγοντα και, εάν ναι, κατά πόσο η αμοιβή αυτή έχει εξοφληθεί.

Για την υπεράσπιση, όπως έχω ήδη αναφέρει, έδωσε μαρτυρία μόνο ο Εναγόμενος ο οποίος αρνήθηκε ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και ισχυρίστηκε ότι οι μοναδικές υπηρεσίες που παρείχε ο Ενάγοντας σε σχέση με την αγωγή 2090/2006 ήταν μια συνομιλία που είχε με τον συνήγορο των αντιδίκων στο καφενείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο Ενάγοντας του ζήτησε αρχικά μόνο €400 και σε μεταγενέστερο μόνο στάδιο ζήτησε τα υπόλοιπα. Κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας προσπάθησε να τον ξεγελάσει με τον συμβιβασμό ο οποίος επετεύχθη και δηλώθηκε στην αγωγή 2090/2006. Όταν του υποβλήθηκε ότι τα €400 που ισχυρίζεται δεν επαρκούσαν για τη διεκπεραίωση της δικηγορικής εργασίας που έγινε από τον Ενάγοντα για την υπόθεση του, απάντησε ότι η αγωγή 2090/2006 δεν συμβιβάστηκε με τρόπο που τον ικανοποιούσε.

Τόσο ο Εναγόμενος όσο και η συνήγορος του Ενάγοντα προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Έχω ακούσει με προσοχή και μελετήσει τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς.

Όπως έχω ήδη αναφέρει, κατά την ακροαματική διαδικασία, παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Εξέτασα τη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους[1].

Προσεγγίζω το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας με γνώμονα το ότι δεν πρέπει να απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα είναι βεβαίως ατομική και γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητά της και την πειστικότητά της, όμως τα όσα αναφέρει κάθε μάρτυρας πρέπει να συναρτώνται, να αντιπαραβάλλονται και να συγκρίνονται με τα λεγόμενα των υπόλοιπων μαρτύρων και το περιεχόμενο των όποιων τεκμηρίων για να διερευνάται η αντικειμενικότητα των εκατέρωθεν εκδοχών[2]. Όλα αυτά βέβαια σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τη δικογραφία.

Ξεκινώντας από τη ΜΕ1, δεν διέκρινα οποιαδήποτε διάθεση από μέρους της να μην καταθέσει στο Δικαστήριο την αλήθεια και επομένως θεωρώ τη μαρτυρία της αληθινή και την αποδέχομαι. Πρέπει να πω όμως ότι δεν ήταν ιδιαίτερα βοηθητική μάρτυρας αφού διαφάνηκε ότι δεν είχε άμεση γνώση για το πιο σημαντικό επίδικο ζήτημα της αγωγής, ήτοι κατά πόσο οι διάδικοι συμφώνησαν ότι η αμοιβή του Ενάγοντα θα ήταν €4.000. Η ΜΕ1 περιορίστηκε στο να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κάποια έγγραφα, αρκετά εκ των οποίων δεν αμφισβητήθηκαν από τον Εναγόμενο ενώ επί άλλων, ουσιαστική μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο Ενάγοντας.

Στρέφομαι στη μαρτυρία του Ενάγοντα, ο οποίος κατά την κρίση μου κατέθεσε με τρόπο πειστικό, άμεσο και σταθερό. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του αλλά αντίθετα η πειστικότητα των θέσεων του ενισχύθηκε με τις απαντήσεις που έδινε. Συνεπώς η μαρτυρία του κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή.

Αναφορικά με τον Εναγόμενο, πρέπει να πω ότι μου δημιούργησε την αντίθετη εντύπωση. Ο τρόπος με τον οποίο κατέθετε, και απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση αλλά και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, δεν με ικανοποίησαν ως προς την πειστικότητα και αληθοφάνεια τους. Τα όσα κατέθετε στερούνται συνοχής ενώ διαφάνηκε ότι κυρίαρχο συναίσθημα που διέπνεε ολόκληρη τη μαρτυρία του ήταν η δυσαρέσκεια του αναφορικά με τον συμβιβασμό που επιτεύχθηκε και δηλώθηκε στο Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής 2090/2006. Θεωρώ ότι η δυσαρέσκεια του αυτή προκάλεσε και τη συνακόλουθη άρνηση του στην καταβολή των εξόδων του δικηγόρου που τον εκπροσώπησε και είναι η γενεσιουργός αιτία των γεγονότων που συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα της παρούσας αγωγής. Πέραν τούτων πρέπει να πω ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου δεν συνάδει ούτε με την δικογραφημένη του θέση αφού στην Υπεράσπιση του ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνήσει να πληρώσει €400 ως «προκαταβολή» ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία του επέμενε ότι είχε συμφωνήσει να πληρώσει €400 ως συνολικό ποσό συμφωνημένης αμοιβής. Στην Υπεράσπιση που επίσης ισχυρίζεται ότι η μοναδική του συνάντηση ή συνομιλία με τον Ενάγοντα ήταν στον περίβολο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ενώ φάνηκε από τη μαρτυρία του ότι προηγήθηκαν και ακολούθησαν άλλες συναντήσεις, συνομιλίες και αλληλογραφία. Κρίνω επομένως τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη και θεωρώ ότι θα ήταν ακροσφαλές να βασιστώ σε αυτή για εξαγωγή συμπερασμάτων και ευρημάτων αναφορικά με τα γεγονότα.

Επί τη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα:

(α) Ο Ενάγοντας είναι δικηγόρος και περί τις αρχές του 2009 ο Εναγόμενος του ανέθεσε το χειρισμό της αγωγής 2090/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και την παροχή άλλων υπηρεσιών που αφορούσαν την επίδικη στην αγωγή εκείνη διαφορά.

(β) Ο Ενάγοντας και ο Εναγόμενος συμφώνησαν προσωπικά ότι για τις πιο πάνω υπηρεσίες ο Ενάγοντας θα λάμβανε από τον Εναγόμενο το συνολικό ποσό των €4.000.

(γ) Έναντι του ως άνω συμφωνημένου ποσού αμοιβής, ο Εναγόμενος πλήρωσε στον Ενάγοντα ποσό €400.

(δ) Ο Ενάγοντας έχει παράσχει τις συμφωνημένες υπηρεσίες στον Εναγόμενο.

(ε) Ο Ενάγοντας έχει απαιτήσει από τον Εναγόμενο γραπτώς την πληρωμή της συμφωνημένης αμοιβής καθιστώντας αυτήν πληρωτέα (Τεκμήρια 5 και 6) όμως ο Εναγόμενος δεν έχει πληρώσει οποιοδήποτε άλλο ποσό έναντι της αμοιβής του.

Όπως προκύπτει από τα ευρήματα, οι διάδικοι είχαν συνάψει σύμβαση για παροχή υπηρεσιών από τον Ενάγοντα έναντι συμφωνημένης αμοιβής που θα λάμβανε από τον Εναγόμενο[3]. Ο Ενάγοντας προσέφερε τις συμφωνημένες δικαστηριακές και εξωδικαστηριακές υπηρεσίες προς τον Εναγόμενο, εκπληρώνοντας την αντίστοιχη υπόσχεση του δυνάμει της σύμβασης[4].

Η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δεν καθόριζε τον χρόνο πληρωμής της αμοιβής του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος οχλήθηκε γραπτώς από τον Ενάγοντα (Τεκμήριο 6), ο οποίος απαίτησε τη συμφωνημένη αμοιβή καθορίζοντας το χρόνο εντός του οποίου έπρεπε να γίνει η πληρωμή. Ο χρόνος αυτός, ελλείψει αμφισβήτησης από τον Εναγόμενο και λαμβανομένων υπόψη όλων των στοιχείων και της μαρτυρίας, κρίνεται ως εύλογος[5].

Ο Εναγόμενος παρέβηκε την εν λόγω συμφωνία αφού παρά το ότι παρήλθε ο χρόνος πληρωμής της συμφωνημένης αμοιβής, δεν εξόφλησε αυτήν. Ένεκα της παράβασης του, ο Ενάγοντας υπέστη ζημιά η οποία ισούται με το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό. Για τη ζημιά αυτή, έχει δικαίωμα σε αποζημίωση από το υπαίτιο μέρος, ήτοι από τον Εναγόμενο[6].

Με δεδομένα τα πιο πάνω, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και της αξιολόγησης της, των ευρημάτων του Δικαστηρίου επί των γεγονότων και των νομικών αρχών που διέπουν τα επίδικα θέματα, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας, με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης και έχει αποδείξει το αγώγιμο δικαίωμα και την αντίστοιχη βάση αγωγής που ισχυρίζεται καθώς και το ποσό το οποίο αξιώνει.

Συνακόλουθα, η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για ποσό €3.600 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν.

(Υπ.): ………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

[1] C&A Pelekanos Assoc. Ltd v Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ 1273
[2] Μουσταφά ν. Καυκαρή, Πολιτική Έφεση 10705 ημερ. 08.02.2002, Παύλου ν. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 68 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506, Αντωνιάδου v. Αντωνιάδη (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2009
[3] Άρθρο 10(1), περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149
[4] Άρθρο 37(1), περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149
[5] Άρθρο 46, περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149
[6] Άρθρο 73(1), περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ. 149

Source

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY