Home Blog Page 2

Criminal Fraud: Case 19/2011: Date 23.10.2013

0

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Ποινικές Εφέσεις Αρ. 19/2011 και 20/2011)

23 Οκτωβρίου, 2013
[ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ/στές]

(Ποινική ΄Εφεση Αρ. 19/2011)

CORNELIUS DESMOND O’DWYER

Εφεσείων,

ν.
1. CRISTOFOROS KARAYIANNAS & SONS LTD,
2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,
3. ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,
4. MICHELLE McDONALD,

Εφεσιβλήτων.

________________________

(Ποινική ΄Εφεση Αρ. 20/2011)

MICHAELLA MARGARET O’DWYER,

Εφεσείουσα,

ν.
1. CRISTOFOROS KARAYIANNAS & SONS LTD,
2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,
3. ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,
4. MICHELLE Mc DONALD,

Εφεσιβλήτων

________________________

Γιάννος Γεωργιάδης, με Ντόρια Βαρωσιώτου (κα), για τον Εφεσείοντα στην Ποινική ΄Εφεση Αρ. 19/11 και την Εφεσείουσα στην Ποινική ΄Εφεση Αρ. 20/11.
Αντρέας Κλαΐδης, με Στέλιο Βασιλακκά, για Φλουρέντζου, για τους Εφεσίβλητους.

________________________
Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει
η Δικαστής Ε. Παπαδοπούλου.
_________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Οι εφεσίβλητοι – κατηγορούμενοι, στα πλαίσια της Ιδιωτικής Ποινικής Υπόθεσης Αρ. 1912/2009, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, μετά από ακροαματική διαδικασία, αθωώθηκαν και απηλλάγησαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν. Οι κατηγορίες αφορούσαν δόλια συναλλαγή σε ακίνητη περιουσία που ανήκε σε άλλο. Συγκεκριμένα, κατηγορούνταν: Οι εφεσίβλητοι 1 ότι, ενώ γνώριζαν ή έπρεπε εύλογα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τη συγκατάθεση των εφεσειόντων, δικαιούχων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 23/8/2005, κατατεθειμένου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, πώλησαν ή διέθεσαν προς χρήση μία κατοικία στο κτηριακό συγκρότημα «΄Αγιος Σέργιος», στο Φρέναρος, (η «κατοικία»), οι εφεσίβλητοι 2 και 3 ότι συμμετείχαν στην εν λόγω συναλλαγή και η εφεσίβλητη 4 ότι αποδέχτηκε την κατοικία, ενώ γνώριζε, ή, υπό τις περιστάσεις, έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι δεν υπήρχε η συγκατάθεση των εφεσειόντων. Αποτελούσε κοινό έδαφος πρωτοδίκως ότι:-

«α) η Κατηγορουμένη αρ. 1 είναι εταιρεία, δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο συμφώνως του Νόμου και ότι οι Κατηγορούμενοι αρ. 2 και αρ. 3 ήσαν διευθυντές της κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο και συνεχίζουν να είναι μέχρι και σήμερα.

β) οι Παραπονούμενοι (είναι μεταξύ τους σύζυγοι) συνεβλήθησαν γραπτώς με την Κατηγορουμένη αρ. 1 εταιρεία στις 23.8.2005, για την αγορά μιας υπό ανέγερση οικίας (αποτελούσε μέρος συγκροτήματος κατοικιών που ήταν γνωστό ως ‘Agios Sergios Complex’ και είχε τον αριθμό 30) η οποία θα ανεγείρετο σε ιδιόκτητη γη της τελευταίας (εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της γης ήταν η κατηγορουμένη αρ. 1 εταιρεία), στο χωριό Φρέναρος της επαρχίας Αμμοχώστου.

γ) οι Παραπονούμενοι κατέθεσαν στις 8.9.2005 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου το προαναφερόμενο Πωλητήριο ΄Εγγραφο.»

Σύμφωνα με τους εφεσείοντες, η κατοικία αγοράστηκε, για να μετακινηθεί η οικογένειά τους και η επιχείρησή τους από την Αγγλία στην Κύπρο. Η συμφωνία έγινε με τον εφεσίβλητο 3, η δε κατοικία, που θα ανεγειρόταν σε γωνιακό οικόπεδο, αγοράστηκε αντί του ποσού των ΛΚ163.000,00. Η υπογραφείσα συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και οι ίδιοι, μέχρι τις 2/2/2006, κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ91.056,00. Ο εφεσείων στην Ποινική ΄Εφεση Αρ. 19/11, (ο «εφεσείων»), το Φεβρουάριο του 2006, όταν αυτός βρισκόταν στην Κύπρο, διαπίστωσε και υπέδειξε στον εφεσίβλητο 3 λάθη στην οικοδομή, με σοβαρότερο το ότι, ταυτόχρονα με την κατασκευή της οικίας που αυτοί αγόρασαν, οι εφεσίβλητοι 1 έκτιζαν τρεις διώροφες κατοικίες στο σημείο που θα έπρεπε να είναι ο γειτνιάζων με την οικία τους δρόμος. Επειδή αυτό επηρέαζε την απομόνωση της κατοικίας τους, εξέθεσε στον εφεσίβλητο 3 τα προβλήματα με τηλεομοιότυπο, χωρίς, όμως, να πάρει οποιαδήποτε απάντηση. Ακολούθως, επειδή είχε καταγράψει σε «οπτικοακουστική» κασέτα όλες τις συνομιλίες που ο ίδιος είχε με τους εφεσίβλητους 2 και 3, τις ανήρτησε στο διαδίκτυο, μετά, όμως, από παραστάσεις των τελευταίων τις απέσυρε. Τον Ιούνιο του 2006, οι εφεσίβλητοι 1 – 3 αρνήθηκαν να δεχτούν οποιαδήποτε περαιτέρω πληρωμή και κατέθεσαν αγωγή στο δικαστήριο για τερματισμό του συμβολαίου. Το 2007, όταν πληροφορήθηκε από τηλεφωνήματα και e-mails στην ιστοσελίδα του ότι το σπίτι του πωλήθηκε, πληροφόρησε, με επιστολή του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την εφεσίβλητη 4 για την ύπαρξη του δικού του συμβολαίου. Αργότερα, την ειδοποίησε, με επιστολή του δικηγόρου του, η οποία της επιδόθηκε διά χειρός, να εγκαταλείψει την οικία του.

Θέση των εφεσειόντων ήταν ότι αυτοί, από τη στιγμή που το συμβόλαιό τους κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της κατοικίας, δεν παρέβησαν τους όρους του συμβολαίου τους, ο δε τερματισμός του από τους εφεσίβλητους 1, 2 και 3 είναι παράνομος και έγινε ώστε οι τελευταίοι να πωλήσουν την κατοικία σε ψηλότερη τιμή.

Οι εφεσίβλητοι 2, 3 και 4 επέλεξαν να μην καταθέσουν, ούτε να προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση. Κάλεσαν ένα μάρτυρα, τον κ. Γ. Πιττάτζη, ο οποίος προηγουμένως ενεργούσε ως δικηγόρος τους και ο οποίος ανέφερε ότι, στις 9/3/2006, εκ μέρους των εφεσιβλήτων 1, απέστειλε στους εφεσείοντες επιστολή, με την οποία τους πληροφορούσε ότι αυτοί τερμάτιζαν τη μεταξύ τους συμφωνία αγοράς της κατοικίας, για λόγους που αφορούσαν τους εφεσείοντες. Την ίδια επιστολή τους απέστειλε και στις 10/4/2006, με κοινοποίησή της προς τους δικηγόρους τους. Αντεξεταζόμενος, δήλωσε ότι ο ίδιος δε γνώριζε πότε η εφεσίβλητη 4 αγόρασε την κατοικία.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθοδηγούμενο από νομολογία[1] σε σχέση με την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής, σε ποινικές υποθέσεις, όπως αυτή αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος και αφού προσδιόρισε τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν, κατέληξε ότι οι εφεσείοντες, και σε περίπτωση ακόμη που γινόταν δεκτή η θέση τους ότι οι ίδιοι είχαν καταστεί «δυνητικά ιδιοκτήτες» της κατοικίας και ήταν τα πρόσωπα που είχαν νόμιμη εξουσία να παρέχουν, στα πλαίσια του ΄Αρθρου 303Α(2) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, (το «Κεφ. 154»), συγκατάθεση για οποιαδήποτε συναλλαγή σε σχέση με αυτή, δεν απέδειξαν ότι η συναλλαγή των εφεσιβλήτων 1 με την εφεσίβλητη 4 έγινε με σκοπό την καταδολίευσή τους, ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο που αυτή έγινε. Σύμφωνα με τους εφεσίβλητους, η εν λόγω συναλλαγή έγινε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας με τους εφεσείοντες.

Καθοδηγούμενο το πρωτόδικο Δικαστήριο από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 861, όπου αναφέρεται ότι πρόθεση εξαπάτησης από μέρους του παρασπονδούντος πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της παράστασης και όχι εκ των υστέρων, κατέληξε ότι, στην περίπτωση των εφεσιβλήτων, δεν υπήρχε μαρτυρία για τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο της κατάθεσης της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο.

Οι εφεσείοντες, με τον πρώτο λόγο έφεσης, υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί κατέστησαν ιδιοκτήτες της επίδικης κατοικίας. Με το δεύτερο λόγο έφεσης, ισχυρίζονται ότι λανθασμένα αυτό κατέληξε ότι από τη μαρτυρία που το ίδιο είχε ενώπιόν του δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της καταδολίευσης. Η ενώπιόν του μαρτυρία, υποστηρίζουν, αποδείκνυε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι οι εφεσίβλητοι γνώριζαν, ή έπρεπε εύλογα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τη συγκατάθεσή τους να συναλλάττονται για την κατοικία. Το Τεκμήριο 8, υπό την τίτλο “Legal Undertakings to sell and purchase”, καταδεικνύει το χρόνο της συναλλαγής με την εφεσίβλητη 4. Με τους λόγους έφεσης 3 και 4, διατείνονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα τη μαρτυρία του εφεσείοντα, όπως και την επιλογή των εφεσιβλήτων να μην καταθέσουν και να δώσουν εξήγηση κατά πόσο αυτοί γνώριζαν ή όχι ότι δεν είχαν τη συγκατάθεσή τους να πωλήσουν την κατοικία.

Θα εξετάσουμε πρώτα την εισήγηση των εφεσειόντων ως προς την ορθότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους και της μη απόδειξης του συστατικού στοιχείου των αδικημάτων σε σχέση με την πρόθεση καταδολίευσης, αφού η κατάληξή μας σ’ αυτό καθιστά αχρείαστη την ενασχόλησή μας με τον πρώτο λόγο έφεσης.

Οι αρχές, με βάση τις οποίες το Εφετείο επεμβαίνει για να ανατρέψει ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων, είναι καλά γνωστές. Το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο, με την ευκαιρία που έχει στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, είναι σε πλεονεκτική θέση να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο, εάν τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική, ή εάν δε δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματά του.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, για την απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσείοντα, τον οποίο είδε να καταθέτει, έδωσε πειστικούς λόγους. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι, κατά την αντεξέτασή του, αυτός δεν απαντούσε σε οποιαδήποτε ερώτηση σε σχέση με τις δικές του υποχρεώσεις από το συμβόλαιο.

΄Εχουμε και εμείς μελετήσει τη μαρτυρία του εφεσείοντα αλλά και τη μαρτυρία στο σύνολό της και δε διαπιστώνουμε οτιδήποτε που να δικαιολογεί να επέμβουμε στις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι επέλεξαν να μην καταθέσουν δεν μπορεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να προσμετρήσει σε βάρος τους, αλλά ούτε και να επιδράσει και να καταστήσει τη μαρτυρία του εφεσείοντα αξιόπιστη ή τον τρόπο αξιολόγησής της εσφαλμένο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέβλεψε την επιλογή αυτή των εφεσιβλήτων, ακολουθώντας, όμως, την αρχή της νομολογίας ότι είναι δικαίωμα κατηγορουμένου να μην καταθέσει και ότι το βάρος απόδειξης κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών βαρύνει την Κατηγορούσα Αρχή, δεν την προσμέτρησε σε βάρος τους. ΄Οπως ορθά κατέληξε, με τη μαρτυρία που υπήρχε ενώπιόν του, δεν είχε αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της καταδολίευσης, δηλαδή ότι η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε με σκοπό την καταδολίευση των εφεσειόντων. Το Κατηγορητήριο είχε ως βάση του το ΄Αρθρο 303Α (2)(α), (β) και (3) του Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει τα εξής:-

«(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου πρόσωπο συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία όπου –

(α) Πωλεί σε άλλο, ή ενοικιάζει σε άλλο, ή υποθηκεύει σε άλλο ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο, ή διαθέτει προς χρήση σε άλλο ακίνητη περιουσία, ή

(β) διαφημίζει ή άλλως πως προωθεί τη σε άλλο πώληση ή ενοικίαση ή υποθήκευση ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο ή την από άλλο χρήση ακίνητης περιουσίας, ή

……………………………………………………………………………………………………

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, πρόσωπο ενεργεί με σκοπό καταδολίευσης εάν προβεί σε οποιαδήποτε από τις πράξεις που καθορίζονται στο εδάφιο (2) ενώ γνωρίζει ή, υπό τις περιστάσεις, έπρεπε εύλογα να γνωρίζει, ότι δεν έχει τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που έχει νόμιμη εξουσία παροχής τέτοιας συγκατάθεσης.»

Η απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσείοντα σε σχέση με το εν λόγω συστατικό στοιχείο, για τους καθ’ όλα εύλογους και πειστικούς λόγους που διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν άφηνε άλλη επιλογή από την απαλλαγή και αθώωσή των εφεσιβλήτων από τις κατηγορίες. Το Τεκμήριο 8, στο οποίο ο δικηγόρος των εφεσειόντων παρέπεμψε για να υποστηρίξει το λανθασμένο της κρίσης σε σχέση με το χρόνο πώλησης της κατοικίας στην εφεσίβλητη 4, κάθε άλλο παρά μαρτυρία για το χρόνο που αυτή έγινε αποτελεί. Με αυτό, δηλωνόταν ότι η κατοικία είχε πωληθεί σε τρίτο – (στους εφεσείοντες) – η δε εφεσίβλητη 4 αναλάμβανε, υπό όρους, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, να την αγοράσει. Οι εφεσίβλητοι δεν αρνήθηκαν την ύπαρξη της συμφωνίας με τους εφεσείοντες, ήταν, όμως, η θέση τους ότι αυτή τερματίστηκε από τους ίδιους, λόγω παράβασης όρων της από τον εφεσείοντα και καταχώρισαν σχετική αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τερματισμό της. Το ποιος ήταν υπεύθυνος για τον τερματισμό της συμφωνίας δεν μπορούσε να κριθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυτό θα αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής.

Η κατάληξή μας ως προς την ορθότητα της πιο πάνω διαπίστωσης καθιστά αχρείαστη την εξέταση του λόγου έφεσης 1.

Η παρούσα έφεση, η οποία, ουσιαστικά, στρέφεται εναντίον της ορθότητας της αξιολόγησης της μαρτυρίας, έχει και μια άλλη διάσταση. Καθώς προκύπτει, καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Γενικού Εισαγγελέα, στη βάση των εξουσιών που του παρέχει το ΄Αρθρο 137(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. ΄Εχοντας υπόψη ότι έφεση, από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, εναντίον αθωωτικής απόφασης χωρεί μόνον επί νομικών θεμάτων, μας απασχόλησε κατά πόσο θα επανανοίγαμε την υπόθεση, για να ακούσουμε τους δικηγόρους, αφού το όλο ζήτημα δεν έχει εγερθεί από τους εφεσίβλητους. Θεωρήσαμε, όμως, ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δε θα εξυπηρετείτο οποιοσδήποτε σκοπός pop over to this website.

Η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ των εφεσιβλήτων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

Ε. Παπαδοπούλου, Δ.

Α. Πασχαλίδης, Δ.

Δ. Μιχαηλίδου Δ.

 

[1] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363· Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401 και Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71

Source

Kosmo-Plast v. Karayiannas & Son Developers: Case 738/12

0
KOSMO PLAST COMPANY και CHR. KARAYIANNAS and SON DEVELOPERS LTD

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου – Κίζη, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 738/12

Μεταξύ:

KOSMO PLAST COMPANY, εκ Πάφου

Ενάγουσας

και

CHR. KARAYIANNAS and SON DEVELOPERS LTD, εκ Παραλιμνίου

Εναγομένων

Αίτηση ημερομηνίας 6.2.2013 για Παραμερισμό Απόφασης

Ημερομηνία: 7 Οκτωβρίου, 2013
Εμφανίσεις:

Για τους Εναγόμενους – Αιτητές: κ. Α. Κλαίδη (Για να ακούσει απόφαση η κα Ερατώ Ορθοδόξου)
Για τους Ενάγοντες – Καθ΄ ών η αίτηση: κ. Σταύρος Σταυρινίδης (Για να ακούσει απόφαση η κα Χαρά Αλεξάνδρου).

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο εκδόθηκε στις 7.12.2012 ερήμην των εναγομένων, απόφαση εναντίον τους για €4.672.40 πλέον τόκους και έξοδα, ως υπόλοιπο λογαριασμού.

Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, οι εναγόμενοι κατόπιν συμφωνίας τους με τους ενάγοντες αγόρασαν από τους τελευταίους διάφορα εμπορεύματα (πλαστικά προϊόντα) κατά την περίοδο 2004 – 2010. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό στον οποίο χρεώνονταν «τα ισόποσα των συναλλαγών» και επιστώνοντο οι πληρωμές των εναγομένων έναντι του υπολοίπου. Κατά ή περί την 23.7.2012, ο εν λόγω χρεοπιστωτικός λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των εναγομένων για το ποσό των €4.672.40.

Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 3.8.2012 και επιδόθηκε στους εναγομένους στις 21.8.2012. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση επίδοσης, το Κλητήριο Ένταλμα επεδόθη στον Χριστόφορο Καραγιαννά, διευθυντή των εναγομένων. Στις 19.10.2012, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση, δυνάμει της Διαταγής Δ17, λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Στις 7.12.12 προχώρησαν σε απόδειξη της απαίτησης τους και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ως ανωτέρω.

Με την υπό κρίση Αίτηση, οι εναγόμενοι – αιτητές αιτούνται την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης.

Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ. 59, Κ1 – 35 Δ.40. Κ 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, Δ. 44 Κ 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, Δ. 48 Κ 1, 2, 3, 8 και 9, επί των άρθρων 31, 32 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμων Ν14/60 και επί των άρθρων 4, 5, 6 και 9, Δ.17, Θ. 10, Δ. 26, Θ. 14, Δ.33, Θ.5, Θ. 1, 2,3 και 9, και Δ. 57, Θ. 2, άρθρο 30 (3) του Συντάγματος, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 47 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.

Υποστηρίζεται από τις Ένορκες δηλώσεις των Μάριου Χριστόφορου Καραγιαννά και της κας Γεωργίας Χριστοδούλου.

Ο Μάριος Χριστοφόρου Καραγιαννάς, εκτελεστικός πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος των εναγομένων, στην ένορκη του δήλωση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «κατά τον ουσιώδη χρόνο επίδοσης της αγωγής», επισκέφθηκε το γραφείο των δικηγόρων του (Temple Court Chambers A.Κλαϊδη) στη Λάρνακα και τους έδωσε ρητές οδηγίες να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης και Υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως τον πληροφόρησαν αργότερα καταχωρήθηκε Εμφάνιση και Υπεράσπιση στις 9.1.2013 και 16.1.2013 αντίστοιχα. Σε μεταγενέστερο χρόνο παρέλαβε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος, επιστολή ημερομηνίας 21.1.2013, με την οποία πληροφορείτο την ύπαρξη εντάλματος κατάσχεσης της κινητής περιουσίας των εναγομένων για το ποσό των €4,672.40 πλέον τόκους και έξοδα. Όταν ζήτησε από τους δικηγόρους του να διερευνήσουν το θέμα, έμαθε ότι οι τελευταίοι παρέλειψαν, λόγω αβλεψίας, να καταχωρήσουν έγκαιρα τα «απαιτούμενα έγγραφα» εξαιτίας της μετακόμισης του γραφείου τους από την Λάρνακα στην Λευκωσία.

Είναι η θέση του, κατόπιν νομικής συμβουλής που έτυχε, ότι εν προκειμένω ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για ακύρωση απόφασης, δεδομένου του ότι οι εναγόμενοι προσέφυγαν αμέσως στο Δικαστήριο και επεξηγήθηκαν λεπτομερώς οι λόγοι για την εκπρόθεσμη καταχώρηση των «απαιτουμένων δικογράφων». Τονίζει ότι οι εναγόμενοι δεν φέρουν καμιά ευθύνη, καθότι οι ίδιοι δεν επέδειξαν οποιαδήποτε αδιαφορία για την υπόθεση και ότι θα πρέπει να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν και να παρουσιάσουν την υπόθεση τους (το δικαίωμα ακρόασης κατοχυρώνεται από το άρθρο 30(1) του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων) προτού εκδοθεί απόφαση.

Ως προς την ουσία, λέγει ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων και αρνείται την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών για την αγορά εμπορευμάτων και/ή πλαστικών προϊόντων και κατ΄ επέκταση την ύπαρξη συμφωνίας με ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους για εξόφληση εκδοθέντων τιμολογίων εντός 30 ημερών από της έκδοσης τους. Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν την επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 30/5/2012, με την οποία εζητείτο η εξόφληση του κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού. Τέλος αναφέρει ότι οι εναγόμενοι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες και ότι η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.

Η Γεωργία Χριστοδούλου, αναφέρει ότι είναι γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο Temple Court Chambers – Α. Κλαίδη, δικηγόρων των εναγομένων και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα από τα έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο της υπόθεσης, τον οποίο έχει στην κατοχή της. Κατά ή περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, 2012 έγινε μετακόμιση των Κεντρικών τους γραφείων από τη Λάρνακα στη Λευκωσία. Το γραφείο τους δεν γνώριζε την έκδοση απόφασης και καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή στις 16.12013. Στις 23.12013 ενημερώθηκαν ότι στις 12.12.12 εκδόθηκε απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Εμφάνισης. Την ίδια ημέρα (23.1.2013) ενημέρωσε τόσο γραπτώς όσο και τηλεφωνικώς τους εναγομένους περί τούτου. Αποδίδει την εκ μέρους τους παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης κατά τον προσήκοντα χρόνο, σε αβλεψία.

Οι Ενάγοντες – καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ17, θ.10, Δ.26. θ.14 και 15, Δ.33, θ 1 -5, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 4 και 9, Δ.49, Δ.50, Δ.64, στις αρχές της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής:

1. Η εκδοθείσα απόφαση δεν μπορεί να παραμεριστεί καθ΄ ότι εκδόθηκε νομότυπα και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραμερισμού της.
2. Οι Εναγομένοι – Αιτητές επέδειξαν συμπεριφορά ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας.
3. Οι Εναγόμενοι – Αιτητές καθυστέρησαν αδικαιολόγητα στην καταχώρηση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτησης και δεν προβαίνουν σε οποιαδήποτε βάσιμη αιτιολόγηση για την καθυστέρηση τους στην καταχώρηση της παρούσας.
4. Η Αίτηση των Εναγομένων – Αιτητών αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης για την αποφυγή λήψης μέτρων εκτέλεσης εναντίον τους από τους Ενάγοντες, εκμηδενισμό των πιθανοτήτων είσπραξης των επιδικασθέντων ποσών και καθυστέρηση στην εκτέλεση του εντάλματος εκτέλεσης κινητής περιουσίας το οποίο εκδόθηκε την 16/01/2013.
5. Οι Εναγόμενοι – Αιτητές δεν προβάλλουν στις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν την παρούσα οποιαδήποτε ή και επαρκή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση παρά μόνο γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.
6. Η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση των Εναγομένων – Αιτητών επιδιώκει να καταστρατηγήσει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων με ουσιαστικό αποτέλεσμα η Ενάγουσα να εμποδίζεται από του απολαύσει τους καρπούς της νίκης της μετά την έκδοση της απόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου.
7. Η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση των Εναγομένων – Αιτητών είναι παράτυπη και άκυρη καθότι δεν αναφέρεται η διεύθυνση επίδοσης εντός των δημοτικών ορίων της πόλης στο οποίο βρίσκεται στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου.

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Σάββα Ανδρέου. Ο Σάββας Ανδρέου, διευθυντής πωλήσεων των εναγόντων – καθ΄ ων η Αίτηση, αναφέρει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την παρακολούθηση των χρεωστών της εταιρείας. Τα όσα λέγει στην ένορκη του δήλωση τα γνωρίζει προσωπικά και είναι όλα αληθή. Αρνείται την θέση και τους ισχυρισμούς των εναγομένων – αιτητών, και λέγει ότι τα όσα αναφέρονται στις Ένορκες Δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση «κάθε άλλο, παρά συνιστούν οποιαδήποτε ή επαρκή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση». Επιβεβαιώνει ότι οι ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής. Αφού κάμνει αναφορά στο ιστορικό της καταχώρησης της αγωγής, της έκδοσης απόφασης και των μέτρων εκτέλεσης που ακολούθησαν, προσθέτει ότι προ της λήψης δικαστικών μέτρων, ο δικηγόρος τους απέστειλε στους εναγομένους διπλοσυστημένη επιστολή με ημερομηνία 30.5.2012, με την οποία ζητείτο η καταβολή του οφειλόμενου ποσού των €4,672.40 πλέον των τόκων. Παρόλο που η επιστολή παρελήφθη από τους εναγόμενους στις 11.6.2012, οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν. Είναι τέλος η θέση του ότι όλοι οι ισχυρισμοί των εναγομένων – αιτητών είναι εξ΄ ολοκλήρου αστήρικτοι, αποτελούν εικασίες και πιθανολογήσεις και έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση και την εκτροπή από τα θέσμια, ώστε οι εναγόμενοι να αποφύγουν οποιεσδήποτε συνέπειες που προκύπτουν από την εκδοθείσα απόφαση.

Στις αγορεύσεις που ακολούθησαν οι δικηγόροι των εναγομένων – αιτητών αφού αναφέρθηκαν στην ισχύουσα επί του θέματος νομολογία, ισχυρίστηκαν ότι με την μαρτυρία που προσκόμισαν οι εναγόμενοι στο Δικαστήριο ικανοποίησαν τις προϋποθέσεις που τίθενται επί του θέματος από τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Απεκάλυψαν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και έδωσαν ικανοποιητικό λόγο για την παράλειψη τους να καταχωρήσουν Εμφάνιση στην αγωγή. Πέραν τούτου οι εναγόμενοι προσέφυγαν αμέσως στο Δικαστήριο μετά την γνωστοποίηση της έκδοσης της απόφασης.

Αντίθετα, ο συνήγορος των εναγόντων καθ΄ ων – η Αίτηση, αφού αναφέρθηκε και αυτός στην σχετική νομολογία και στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να παραμεριστεί μια δικαστική απόφαση, απέρριψε την θέση και την εκδοχή των εναγομένων και κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει την αίτηση. Δεν θα πρέπει κατέληξε, οι ενάγοντες να στερηθούν των ευεργετημάτων που τους παρέχει η απόφαση που νομότυπα εξασφάλισαν προς όφελος τους.

Οι αρχές στις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να βασιστεί στην εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα τεθεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Προτού αναφερθώ σ΄ αυτές παραθέτω το κείμενο της Δ.17 θ.10 η οποία αποτελεί νομική βάση της παρούσας αίτησης.

“Where judgement is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order is shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgement upon such terms as may be just”.

Όπως τόνισα και πιο πάνω οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από την νομολογία.

Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (1937) 2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία και ιδιαίτερα από την υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company (1961) CLR 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω) ο αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες.

Στην αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και εάν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μια τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει εάν δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς.

Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (1997) 1 ΑΑΔ 941, στις σελίδες 946 – 947 ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκάλυψη υπεράσπισης παρόλο που μπορεί να επενεργήσουν και άλλοι παράγοντες μικρότερης όμως σημασίας, [Δέστε επίσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ (1997) 1 ΑΑΔ 28, σελ. 31:

«….Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.»

Κατά συνέπεια είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται, ωστόσο, απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο εναγομένος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας.

Στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Καναουρίδης, Π.Ε. 10015, ημερομηνίας 26.4.1999 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης».

Το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης ενός διαδίκου από την μία και την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη [Βλ. Phylactou and Others v. Michael (1982) 1 CLR 2004.]

To Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων και την ανάγκη προάσπισης του τελεσιδίκου των αποφάσεων (finality of judgements). Δεν πρέπει όμως το Δικαστήριο να είναι γρήγορο στο να στερήσει ένα διάδικο του δικαιώματος του να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύψει θετικά στοιχεία, αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όταν η διαγωγή του διαδίκου που υποβάλλει αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ασυγχώρητη, προσβλητική στο βαθμό της εμφανούς καταφρόνησης για τη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί κατά την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης.

Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Eros Travel and Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, Π. Μωυσέως ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9762, ημερομηνίας 17.7.1997, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη (1997) 1 Α.Α.Δ. 941.

Όπως έχω προαναφέρει το βασικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης. Έτσι το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι εναγόμενοι – αιτητές έχουν καταφέρει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο με τα όσα παραθέτουν στις Ένορκες Δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, ότι έχουν καλή Υπεράσπιση.

Ποια είναι η θέση τους ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπισης; Οι εναγόμενοι προβάλλουν μία γενική άρνηση. Αρνούνται ότι συμφώνησαν να αγοράζουν εμπορεύματα (πλαστικά προϊόντα) από τους ενάγοντες, αρνούνται ότι παρέλαβαν τέτοια εμπορεύματα, αρνούνται ότι παρέλαβαν την επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 30.5.2012 με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν την εξόφληση του κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού και τέλος αρνούνται ότι οφείλουν το αξιούμενο ή οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες.

Οι Εναγόμενοι πέραν της άρνησης της οφειλής, δεν προβάλλουν κανένα άλλο στοιχείο, ώστε να πείσουν το δικαστήριο ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση. Το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας «αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης», δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Εξυπακούεται ένα πιο ευρύ πλαίσιο. Ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Έτσι που η παράθεση της θέσης του (αιτητή) με συνακόλουθη σύνδεση της με υποστηρικτικό υλικό να δίνει στην εκδοχή του επαρκή βαρύτητα, ούτως ώστε να αποσείσει το βάρος που έχει σε αίτηση αυτής της μορφής.

Ο λεκτικός μόνο ισχυρισμός των εναγομένων ως προς την ύπαρξη καλής Υπεράσπισης τον οποίο θα χαρακτήριζα γενικό, ασαφή και αόριστο, παρέμεινε μετέωρος και ατεκμηρίωτος. Η απλή άρνηση είναι ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός που δεν βοηθά την υπόθεση τους. Πέραν της άρνησης δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε θέση ή εκδοχή διαφορετική από εκείνη των εναγόντων. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων έτσι όπως προβλήθηκαν, δεν παρουσιάζουν υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης και ως εκ τούτου έχουν καταστήσει τρωτή την θέση τους με μοιραία αποτελέσματα ως προς την αίτηση τους.

Παρόλο που η τύχη της αίτησης έχει κριθεί θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση και των δύο άλλων παραμέτρων που επικουρικά λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης τέτοιας υφής όπως η παρούσα. Της επιμέλειας την οποία επέδειξαν οι εναγόμενοι και της ταχύτητας με την οποία έδρασαν μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον τους.

Ως προς την δεύτερη παράμετρο, θεωρώ ότι οι εναγόμενοι δεν αργοπόρησαν στην καταχώρηση της αίτησης τους αλλά έδρασαν μέσα σε εύλογο χρόνο. Ο χρόνος που διέρρευσε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης είναι κάτι λιγότερο από δύο (2) μήνες.

Ως προς την πρώτη παράμετρο, είναι η θέση των εναγομένων ότι οι ίδιοι δεν επέδειξαν οποιαδήποτε αδιαφορία, εφόσον με την επίδοση σ΄ αυτούς του Κλητηρίου της Αγωγής έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να τους υπερασπιστούν στην αγωγή. Διατείνονται ότι η μη καταχώρηση Εμφάνισης οφειλόταν αποκλειστικά σε σφάλμα των δικηγόρων τους.

Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο ότι δεν είναι ορθό κάθε φορά που ο δικηγόρος κάνει λάθος στο χειρισμό της υπόθεσης να το επικαλείται ο διάδικος ως δικαιολογία και να παραμερίζεται η απόφαση. Έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση των προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Αυτό θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από την συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται ή απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της (Βαρδιάνος ν. Richards (1998) 1 (B) AAΔ 698, σελ. 704 – 705.

Πέρα από τους δικηγόρους τους και οι ίδιοι οι εναγόμενοι δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Δεν ενδιαφέρθηκαν για την τύχη της υπόθεσης τους. Έδωσαν το κλητήριο της Αγωγής στους δικηγόρους και έκτοτε δεν επικοινώνησαν μαζί τους, ούτε και έκαμαν οτιδήποτε για να πληροφορηθούν σε ποιο στάδιο βρισκόταν η υπόθεση. Εκδήλωσαν ενδιαφέρον μόνο όταν αντιμετώπισαν τις συνέπειες των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης. Εν προκειμένω κρίνω ότι η πλευρά των εναγομένων δεν επέδειξε την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις επιμέλεια στον χειρισμό της υπόθεσης τους.

Ένα τελευταίο σχόλιο στο επιχείρημα των εναγομένων ότι το δικαίωμα τους «να ακουστούν», κατ΄ επιταγή του άρθρου 30 του Συντάγματος, είναι συνυφασμένο με «το δικαίωμα ακρόασης της υπόθεσης».

Είναι βαθιά εμπεδωμένο στο σύστημα της δικαιοσύνης ότι «ουδείς δικάζεται χωρίς να έχει ακουστεί». Αυτό αποδίδεται με το λατινικό αξίωμα “audi alteram partem”.

Το άρθρο 30.3(α) του Συντάγματος προνοεί ότι έκαστος έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd (1992) 1ΑΑΔ 43, κρίθηκε ότι το άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος συσχετίζεται με το ζήτημα της κανονικής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. Θεωρήθηκε ότι η καλή επίδοση «συνδέεται αναπόφευκτα με την δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί».

Στην προκειμένη περίπτωση το Κλητήριο της αγωγής επιδόθηκε κανονικά και νομότυπα στους εναγομένους. Γνώριζαν τους λόγους για τους οποίους καλούντο στο Δικαστήριο. Και είχαν την δυνατότητα να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους. Το συνταγματικό τους δικαίωμα να ακουστούν στην υπόθεση δεν παραβιάστηκε. Η θέση των εναγομένων υποστηριζόμενη από το πραγματικό υπόβαθρο που ετέθη, δεν βρίσκει έρεισμα στον Νόμο.

Βάσει των όσων έχουν λεχθεί μέχρι τώρα, κρίνω ότι οι εναγόμενοι – αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος που είχαν, να αποδείξουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης, του βασικότερου κριτηρίου που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα.

Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση των εναγόμενων θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος τους.

Δια ταύτα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγομένων – αιτητών και υπέρ των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

(Υπ.) …………………………………………..

Στ. Τσιβιτανίδου – Κίζη, Ε.Δ.

Source

ενδιάμεση απόφαση: Case 365/06: Date 29.07.2013

0

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 365/2006

Μεταξύ:

CHRISTOFOROS KARAYIANNAS & SONS

Εναγόντων

-και-

CORNELIUS DESMOND O’ DWYER
MICHAELLA MARGARET O’DWYER

Εναγομένων

Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.3.2010.

Μεταξύ:

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ

Εναγόντων

-και-

CORNELIUS DESMOND O’ DWYER
MICHAELLA MARGARET O’DWYER

Εναγομένων

Αίτηση ημερομηνίας 25.7.2013.

Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2013.

Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Ε. Φλουρέντζος με κ. Κλαϊδη.

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(ex-tempore)

Έχω με προσοχή ακούσει την αγόρευση εκ μέρους των αιτητών και θεωρώ ότι είμαι σε θέση να εκδώσω την απόφαση του Δικαστηρίου ex-tempore.

Είχα την ευκαιρία, από προηγουμένως, να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το περιεχόμενο τόσο της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και υποστηρίζει μαζί με τα συνημμένα σε αυτήν τεκμήρια, όσο και το περιεχόμενο του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, η οποία, όπως φαίνεται και από τα λεγόμενα των αιτητών, βρίσκεται σε στάδιο μετά από έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης με βάση την οποία επιδικάστηκε ένα ποσό υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου 1, απορρίφθηκε η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 και επιδικάστηκε ένα μεγαλύτερο ποσό υπέρ του εναγομένου 1 και εναντίον των εναγόντων στην ανταπαίτηση που υπήρχε. Θα πρέπει να πω επίσης ότι έχω με προσοχή ακούσει και με ερωτήματα μου ξεκαθαρίσει τα ζητήματα που με απασχολούσαν ως προς τις θέσεις των αιτητών, ερωτήματα τα οποία ήμουν σε θέση να θέσω έχοντας εξετάσει όλα τα σχετικά με την παρούσα διαδικασία από προηγουμένως. Θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο συνοπτικός μπορώ να είμαι στο πλαίσιο αυτού που θεωρώ ότι πρέπει να αποφασιστεί στην παρούσα διαδικασία.

Διαπιστώνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι στις 19.3.2013 και ενώ από τον Ιανουάριο του 2013 και συγκεκριμένα στις 24.1.2013 είχε καταχωρηθεί το υπό κρίση memo με αριθμό 64/13, στις 19.3.2013 λοιπόν, ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα αναστολής του υπό κρίση memo ενώ έτερο διάταγμα που ζητούσε την ακύρωση του αφέθηκε να εκδικαστεί μετά από ακρόαση της αίτησης. Αυτά σημειώνονται και με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.7.2013. Υπήρξε, στις 20.3.2013, καταχώριση διά κλήσεως αίτησης η οποία ζητά την ακύρωση του εν λόγω memo. Υπήρξε καταχώριση αίτησης από την πλευρά του εναγομένου για ακύρωση και παραμερισμό του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Φυσικά η αίτηση αυτή απεσύρθη ως εκ του αποτελέσματος της ακρόασης που έγινε όσον αφορά το προσωρινό διάταγμα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα αυτό το διάταγμα ημερομηνίας 19.3.2013 να ακυρωθεί και η αίτηση να απορριφθεί.

Στο στάδιο αυτό θα ασχοληθώ πρώτα με μια άλλη πτυχή της αίτησης, έστω θεωρώντας ότι υπάρχουν στοιχεία που δεν εμποδίζουν την καταχώριση αυτής της παρούσας αίτησης. Είναι δεδομένο νομολογιακά ότι η έκδοση μονομερώς ενός διατάγματος αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα και ότι θα πρέπει να εκδίδεται ένα διάταγμα μονομερώς με τεράστια φειδώ και μόνο όπου οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Το ερώτημα εδώ που θα ετίθετο είναι: έχοντας το Δικαστήριο εξετάσει, κατόπιν ακρόασης, πανομοιότυπα αιτήματα, έχοντας ακούσει και τις δύο πλευρές, θα δικαιολογείτο στη βάση ουσιαστικά όμοιων γεγονότων να αποφάσιζε μονομερώς την έκδοση διατάγματος χωρίς να ακούσει την άλλη πλευρά, η οποία όταν ακούστηκε πέτυχε την ακύρωση του διατάγματος και την απόρριψη προηγούμενης αίτησης; Είμαι της άποψης ότι, κατά το ελάχιστο σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο θα όφειλε να θέσει τέτοιες οδηγίες ούτως ώστε ένα τέτοιο αίτημα να αποφασίζετο ακούγοντας και τις δύο πλευρές. Μου φαίνεται πολύ παράδοξο να υπήρχε μια κατάσταση πραγμάτων κατά την οποία το Δικαστήριο, έχοντας μια άλλη σύνθεση να είχε αποφασίσει το θέμα στις 10.7.2013, ακούγοντας και τις δύο πλευρές, και το ίδιο Δικαστήριο, έστω υπό άλλη σύνθεση, να προχωρούσε, σε πανομοιότυπη αίτηση και γεγονότα, να εξέδιδε μονομερώς ένα τέτοιο διάταγμα. Αυτά που αναφέρω τώρα δεν θα επηρέαζαν το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος αφού τέτοιες οδηγίες θα μπορούσαν να δοθούν ώστε να κληθεί η άλλη πλευρά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και να ακουστεί ικανοποιώντας οποιεσδήποτε ανησυχίες όσον αφορά το θέμα του κατ΄ επείγοντος.

Αυτά όσον αφορά το θέμα της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος. Όμως είμαι της άποψης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εξαντλείται το θέμα με οδηγίες επίδοσης στην άλλη πλευρά. Και αυτό διότι, έχοντας ακούσει την επιχειρηματολογία ως προς τη συμπεριφορά, κατ΄ ισχυρισμόν πάντοτε συμπεριφορά του εναγομένου καθ΄ ου η αίτηση και το πώς αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τον ίδιον σε διάβημα του προς το Δικαστήριο λόγω της δικής του στάσης, και αντιλαμβανόμενος πλήρως την επιχειρηματολογία αυτή, είμαι της άποψης ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο στην παρούσα περίπτωση, υπό το εξής σκεπτικό. Δεν μπορώ να αποφασίσω σε αυτό το στάδιο, χωρίς καν να ακούσω οποιαδήποτε από τις αιτήσεις παρακοής, ότι υφίσταται παρακοή από πλευράς του εναγομένου. Και συνεχίζοντας αυτό το εύρημα να εμποδίσω αυτόν από οποιαδήποτε άσκηση δικαιωμάτων που ενδεχομένως να είναι καθ΄ όλα νόμιμη χωρίς καν να τον ακούσω και με έναν τρόπο που ενδεχόμενα να αποτελεί κατάργηση του μέτρου που λαμβάνει. Με άλλα λόγια τίθεται το ερώτημα, είμαι εις θέσιν σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας να καταλήξω ότι θα πρέπει ένα διάταγμα όπως το ζητούμενο να εκδοθεί λόγω του ότι ο εναγόμενος είναι σε πλήρη αδιαφορία του μέρους της απόφασης που τον αφορά ενώ παράλληλα επιδιώκει την εφαρμογή ενός άλλου μέρους της απόφασης; Πιστεύω πως δεν είμαι σε τέτοια θέση με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία.

Από τα όσα ανέφερα ήδη, θεωρώ ότι είναι ξεκάθαρο και το εύρημα μου ότι με το τι ζητείται με αυτήν την αίτηση ουσιαστικά είναι η κατάργηση της ισχύος του memo, έστω για προσωρινό διάστημα. Ένα τέτοιο διάταγμα όμως σημαίνει ότι μονομερώς καταργείται κάτι που ένας από τους διαδίκους ζήτησε να εφαρμόσει προς εκτέλεση της υπέρ του απόφασης. Εάν δε μια τέτοια κατάργηση θα είχε ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας, το οποίο θα ήταν δικαίωμα των εναγόντων σε περίπτωση που δεν υφίσταται memo έστω και προσωρινά, τότε είναι, πιστεύω, εύκολα αντιληπτό το πόσο δραστικό θα μπορούσε να ήταν ένα τέτοιο διάταγμα στην απουσία της άλλης πλευράς. Κάτι το οποίο θεωρώ ότι δεν θα μπορούσα να εκδώσω, ειδικά μάλιστα όταν το ίδιο διάταγμα είναι εκείνο, έστω και αν χρησιμοποιείται η λέξη αναστολή αντί ακύρωση, που ζητείται με την διά κλήσεως αίτηση η οποία είναι ορισμένη για να ακολουθήσει πορεία εκδίκασης.

Και έρχομαι σε ένα τελικό σημείο, αυτό το οποίο θεωρώ καταλυτικό για την παρούσα αίτηση. Και οι τρεις αιτήσεις, τόσο η αίτηση ημερομηνίας 20.3.2013 που εκκρεμεί προς εκδίκαση και είναι διά κλήσεως (είναι ορισμένη ας σημειωθεί αυτή η αίτηση στις 13.9.2013 για οδηγίες και με οδηγίες καταχώρισης ένστασης από την πλευρά του εναγομένου) όσο και η αίτηση ημερομηνίας 19.3.2013 που εκδικάστηκε και αποφασίστηκε από το Δικαστήριο, όσο και η παρούσα αίτηση, βασίζονται ουσιαστικά στα ίδια γεγονότα. Όσον αφορά το θέμα της δυσφήμισης από πλευράς εναγομένου για τους ενάγοντες, ως αποτέλεσμα της δικής του παρακοής της απόφασης, τα γεγονότα ύπαρξης τέτοιας δυσφήμισης προϋπήρχαν κατά πολύ της αίτησης ημερομηνίας 19.3.2013 όσο και της αίτησης ημερομηνίας 20.3.2013 και δεν αποτέλεσαν λόγο που να εκδικαστεί έστω και ανκαι ήταν στη διάθεση των αιτητών, δεν προωθήθηκαν από τους αιτητές. Το ότι μια τέτοια συμπεριφορά αναφέρεται ότι συνεχίζει δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπήρξε από πολύ προηγουμένως αυτή η κατάσταση πραγμάτων η οποία δεν ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπεισέρχομαι στο θέμα του κατά πόσο είναι επιτρεπτό να καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο ένα memo επί όλης της περιουσίας ενός προσώπου, εξ αποφάσεως οφειλέτη, ώστε να καλύπτει ένα πολύ μικρότερο ποσό γιατί δεν εκδικάζω την ουσία της υπόθεσης σε αυτό το στάδιο. Θα περιοριστώ στο κατά πόσο η παρούσα αίτηση, με τα χαρακτηριστικά όπως τα έχω αναφέρει, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ως τέτοια δεν θα πρέπει να ακουστεί.

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέϊνμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Ko Λτδ (2000) 1B A.A.Δ. 1014, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι:

«Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της».

Γίνεται δε αναφορά σε αυθεντίες στις οποίες έγινε αναφορά και από τους αιτητές προς υποστήριξη επιχειρήματος ύπαρξης κατάχρησης από μέρους του εναγομένου. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης για τρίτη φορά, με την πρώτη φορά να είχε αποσυρθεί από τον αιτητή, τη δεύτερη φορά να απερρίφθη λόγω μη εμφανίσεως του κατά την ακρόαση και την τρίτη φορά να απορρίπτεται ως καταχρηστική με την αναφερόμενη απόφαση. Πόσο μάλλον υφίσταται κατάχρηση όταν με τα γεγονότα της παρούσας αίτησης προκύπτει ότι ανάλογο αίτημα, πανομοιότυπο αίτημα, έστω με τη διαφοροποίηση μιας λέξης, από ακύρωση σε αναστολή, που στην ουσία απολήγει στην ίδια κατάσταση πραγμάτων, τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου έχοντας εξεταστεί στην ουσία του και αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Επαναλαμβάνω ασφαλώς αυτά που ανέφερα όσον αφορά τα πράγματα που θα μπορούσαν να είχαν τεθεί από τότε και ενδεχομένως να μην τέθηκαν, τα οποία και πάλιν οδηγούν σε κατάχρηση της διαδικασίας, αφού θα έπρεπε να είχαν τεθεί στην ώρα τους. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να λεχθεί κάτι περισσότερο.

Καταλήγω ότι το αίτημα, όπως τίθεται, και μετά από όλα όσα έχω αναφέρει και εξετάσει, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί καταχρηστικό από μέρους των αιτητών και θεωρώ ότι η ορθή απόφαση είναι όπως η παρούσα αίτηση, ως μονομερής αίτηση, απορριφθεί χωρίς έξοδα.

Αυτή θα ήταν και η κατάληξη της απόφασης μου και στη βάση του ότι ένα τέτοιο αίτημα τίθεται μονομερώς αντί διά κλήσεως αν δεν ήταν καταχρηστικό το αίτημα. Θα πρέπει να λεχθεί κάτι που επίσης φανερώνει ύπαρξη κατάχρησης, ότι τα όσα αναφέρονται εδώ θα απασχολήσουν στην ουσία τους το Δικαστήριο και για την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 20.3.2013 η οποία θα απασχολήσει επί της ουσίας το Δικαστήριο ακούγοντας και τις δύο πλευρές.

Για σκοπούς πληρότητας θα προσθέσω και κάτι τελευταίο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι μέρος των διαπραγματεύσεων ή της στάσης οποιασδήποτε πλευράς στη βάση οποιασδήποτε συμφωνίας. Παραπέμπω στην αναφορά στην ένορκη δήλωση για τη στάση προτιθέμενων αγοραστών. Αν λάβουμε υπόψη ότι η αναστολή ενός memo δεν οδηγεί στην ακύρωση του, τότε αυτό θα σήμαινε ότι η κατάσταση πραγμάτων, είτε με την έκδοση του διατάγματος, είτε όχι, παραμένει η ίδια, με το να υφίσταται αυτό το memo. Συνεπώς, το αν ένας προτιθέμενος αγοραστής θα αποφάσιζε να τηρήσει μια στάση διαφορετική, με ένα memo σε αναστολή αλλά υπαρκτό, μέχρι την ακύρωση του, αυτό δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην έκδοση μιας απόφασης ως αυτή που ζητείται.

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

(Υπ.)…………..
Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ.

Source

Andrew Klydes LLC / κα Ανδρέου / Άνδρος Κλαΐδης: Case 3597/10: Date 28.02.2013

0

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 3597/10

Μεταξύ:

1. ANDREW KLYDES LLC
2. ΑΝΔΡΟΣ ΚΛΑΪΔΗΣ

Εναγόντων

και

ΓΕΩΡΓΙΑ ΝΙΚΟΥ ΛΥΤΡΑ ή αλλιώς ΓΕΩΡΓΙΑ ΝΙΚΟΥ

Εναγομένης

Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2013.

Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες: κα Ανδρέου για Andrew Klydes LLC
Για Εναγόμενη: κ. Χ. Χριστοδουλίδης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Οι Ενάγοντες αξιώνουν ποσόν €10.000 το οποίο κατ’ ισχυρισμό δάνεισαν στην Εναγόμενη περί τον Σεπτέμβριο του 2009 δυνάμει προφορικής συμφωνίας, συν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης το πιο πάνω ποσό έπρεπε να αποπληρωθεί μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου 2009 και ή εντός ευλόγου χρόνου.

Η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο στη δικηγορική εταιρεία των Εναγόντων 1 ως σύμβουλος με μηνιαίο μισθό €1.200 συν προμήθειες. Αρνήθηκε ότι δανείστηκε οποιοδήποτε ποσό. Ήταν η θέση της πως οι Ενάγοντες πλήρωσαν στην ίδια οφειλόμενους μισθούς €3.600, συν €7.400 ως προκαταβολή για μελλοντικούς μισθούς και άλλα έξοδα για την εργασία της.

Μαρτυρία.

Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι η κα Γεωργία Χριστοδούλου (Μ.Ε.1) και ο κ. Άνδρος Κλαΐδης (Μ.Ε.2). Για την υπεράσπιση κατέθεσε μόνον η Εναγόμενη.

Η Γεωργία Χριστοδούλου (Μ.Ε.1) υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση της (Τεκμήριο Α) λέγοντας πως είναι Ανώτερη Διοικητική Σύμβουλος και Γενική Γραμματέας των Εναγόντων. Δήλωσε ότι δόθηκε στην Εναγόμενη ποσόν €5.000 σε μετρητά και €5.000 σε επιταγή υπ’ αρ. 11325292. Είπε ότι ήταν παρούσα και ότι είχε συμπληρώσει την επιταγή με το δικό της γραφικό χαρακτήρα. Αυτό έγινε στις 30-9-09 δυνάμει συμφωνίας δανείου για να αγοράσει η Εναγόμενη κάποια επιχείρηση στην Αραδίππου όπως είχε δηλώσει, αναλαμβάνοντας να τα επιστρέψει αρχές Νοεμβρίου 2009.

Κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη εργάστηκε οποτεδήποτε στο γραφείο τους. Κάποιες κάρτες που είχαν τυπωθεί ήταν απλώς για να προωθεί το γραφείο τους στη Συρία, δηλαδή να το διαφημίζει. Την έβλεπε συχνά στο γραφείο τους ως φίλη και κάποτε που έλειπε ο κ. Κλαΐδης της τηλεφώνησε και η Εναγομένη βοήθησε με κάποιο πρόβλημα.

Ο Ενάγων 2 κ. Άνδρος Κλαΐδης (Μ.Ε.2) υιοθέτησε επίσης τη γραπτή δήλωση του (Τεκμ. Β), στην οποίαν μεταξύ άλλων ανέφερε ότι δάνεισε στην Εναγόμενη πόσον €10.000 στις 30-9-09, το οποίο θα εξοφλούσε μέχρι αρχές Νοεμβρίου 2009. Ειδικότερα ο ίδιος στις 30-9-09 κατέβαλε €5.000 με επιταγή, της οποίας το απόκομμα επισύναψε ως Τεκμ. 2 και την ίδια μέρα της έδωσε και €5.000 σε μετρητά.

Κατά την ανεξέταση του ανέφερε πως η Εναγόμενη ήταν φίλη του και για αυτό έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να προβούν σε γραπτή συμφωνία. Η Εναγόμενη είχεν αναφέρει ότι είχε κάποιες επαφές στη Συρία και ότι μπορούσε να φέρει τον ίδιο σε επαφή για συμφωνίες. Δέχθηκε πως ίδρυσαν εταιρεία με την Εναγόμενη και κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία είχε σκοπό να πραγματοποιήσει πωλήσεις πετρελαίου, η οποία όμως δεν λειτούργησε. Πήγε μαζί της και στη Συρία και στα πλαίσια αυτά τής είχε εκδώσει και επαγγελματικές κάρτες, για να δίδει σε πελάτες (Τεκμ. 3). Δέχθηκε ότι υπέγραψε πληρεξούσιο προς την ίδια για άνοιγμα λογαριασμών (Τεκμ. 4), αλλά ούτε αυτό προχώρησε. Αναγνώρισε και δύο άλλα έγγραφα τα οποία υπέγραψε με την Εναγόμενη (Τεκμ. 5 και 6) και τα οποία επίσης δεν προχώρησαν.

Η Εναγόμενη είπε πως ήταν στη Συρία και ασχολείτο με αντικείμενα από χρυσό και έπιπλα. Ο Ενάγων 2 ήθελε να συνεργαστούν διότι τού είχε φέρει πολλούς πελάτες. Επέμεινε ότι η πράξη σχετικά με το πετρέλαιο είχεν ολοκληρωθεί και για αυτό έφυγε ο Ενάγων 2 από την Κύπρο. Το ποσόν των €10.000 είπε πως ήταν για προμήθειες της από δουλειές στους Ενάγοντες ήτοι για διάφορες εργασίες που τής ανέθετε ο Ενάγων 2. Μάλιστα η ίδια υπέγραψε και έγγραφο ότι αυτά τα χρήματα τα πήρε έναντι προμηθειών για τον κόπο της που πήγαινε μαζί του στη Συρία. Προέβαλε πως αν πάει στο Λονδίνο θα ψάξει να εντοπίσει το έγγραφο στο οποίο αναφέρθηκε.

Αξιολόγηση μαρτυρίας.

Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Πρέπει να αναφέρω εξαρχής ότι οι Μ.Ε.1 και Ενάγων 2 γενικά μού έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων και ειλικρινών προσώπων και δέχομαι τη μαρτυρία τους. Ο ουσιώδης ισχυρισμός και των δύο αυτών προσώπων είναι ότι στις 30-9-09 η Εναγόμενη ζήτησε από τους Ενάγοντες €10.000 ως δάνειο για να αγοράσει κάποιαν επιχείρηση για την κόρη της. Ούτε στην υπεράσπιση, ούτε προφορικά αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη ότι έλαβε το ποσόν αυτό. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν μέσω μιας επιταγής υπ’ αρ. 11325292 αξίας €5.000 και τα υπόλοιπα €5.000 σε μετρητά, όλα στις 30-9-09. Η Μ.Ε.1 ήταν παρούσα και συμπλήρωσε την επιταγή ιδιοχείρως, την οποίαν υπέγραψε ο Ενάγων 2. Σημειώνω προς τούτο και την ρητή παραδοχή της Εναγομένης στην κυρίως εξέταση ότι ο Ενάγων 2 της έδωσε €10.000, στην παρουσία της ιδιαιτέρας του (Μ.Ε.1).

Θα πρέπει μόνο να διευκρινίσω όσον αφορά την Μ.Ε.1 ότι στην γραπτή δήλωση της δεν είχε αναφερθεί σε γραπτή συμφωνία για το δάνειο, σε αντίθεση με την κάπως παραπλανητική ερώτηση που τής υπεβλήθη στην αρχή της αντεξέτασης της. Εξ ου και η πρώτη της αυθόρμητη αντίδραση ήταν ότι δεν γνωρίζει κάτι για γραπτό, διευκρινίζοντας ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι η Εναγόμενη χρειαζόταν τα χρήματα που πήρε για να αγοράσει κάποιαν επιχείρηση. Εν πάση περιπτώσει η φράση της “τον καιρό που υπογράψασιν” δεν παραπέμπει σε κάτι συγκεκριμένο. Ούτε και δόθηκε συνέχεια για το τι εννοούσε, ενώ από την αντεξέταση του Ενάγοντος 2 διεφάνη πως αυτός υπέγραψε την ίδια εποχή (Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2009) διάφορα άλλα έγγραφα και συμφωνίες με την Εναγόμενη, στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω και τα οποία δεν σχετίζονται με δάνειο. Προφανώς λοιπόν η αναφορά της Μ.Ε.1 αφορούσε γενικά αυτή την περίοδο που είχαν υπογραφεί διάφορα έγγραφα με την Εναγόμενη.

Εκείνο που πραγματικά αμφισβήτησε ο Εναγόμενη ήταν η ίδια η φύση της συναλλαγής αυτής, δηλαδή του δανείου. Στην Υπεράσπιση της είχε ισχυριστεί ότι μεταξύ Ιουλίου 2009 και Ιουλίου 2010 εργαζόταν στους Ενάγοντες ως σύμβουλος με μηνιαίο μισθό €1200 συν προμήθειες (§2) και ότι οι Ενάγοντες πλήρωσαν στην ίδια €3.600 έναντι οφειλομένων μισθών της για τους μήνες Ιούλιο εώς Σεπτέμβριο 2009, συν €7.400 ως προκαταβολή για μελλοντικούς μισθούς και άλλα έξοδα για την εργασία της (§7). Βασικά δηλαδή προέβαλε πως ήταν απλήρωτη για τρεις μήνες και ότι τον Σεπτέμβριο 2009, εκτός των δεδουλευμένων έλαβε τουλάχιστον και οκτώ μισθούς προκαταβολικά. Σημειώνεται πως το ποσόν των €11.000 (που αναφέρει στην υπεράσπιση) δεν συνάδει ούτε με οκτώ μισθούς (9.600), ούτε και με εννιά μισθούς (€10.800) αλλά ούτε και με το ποσόν των €10.000 που δέχθηκε προφορικά ότι τής έδωσε ο Ενάγων 2. Όμως είναι χαρακτηριστικό πως εμμέσως πλην σαφώς είναι αποδεκτό και από την Υπεράσπιση πως η καταβολή των €10.000 έγινε στο τέλος Σεπτεμβρίου 2009, αφού ισχυρίζεται εξόφληση δεδουλευμένων για την τριμηνία Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 2009 και λογικό είναι η παραδοχή της να αναφέρεται σ’ αυτό το ποσόν που δόθηκε στις 30-9-09, δεδομένου ότι σ’ αυτό τον ισχυρισμό απαντούσε με την Υπεράσπιση της.

Στην προφορική της μαρτυρία όμως δεν υποστήριξε την πιο πάνω θέση της. Την διαφοροποίησε λέγοντας πως στις 30-9-09 υπεγράφη κάποιο έγγραφο μεταξύ Εναγόντων και της ίδιας με σκοπό την καταβολή προμηθειών για συνεργασία που είχε με τους Ενάγοντες. Ουσιαστικά δηλαδή εγκατέλειψε τη σαφή και αντίθετη δικογραφημένη θέση της ότι αυτά αφορούσαν δεδουλευμένους και μελλοντικούς μισθούς των €1.200. Αρχικά προσπάθησε να πείσει πως το ποσόν των €10.000 αφορούσε οτιδήποτε της ανέθετε ο Ενάγων 2, ήτοι για μεταφορές, παραλαβή προκαταβολών από πρόσωπα στη Συρία που ήθελαν θεώρηση εισόδου για την Κύπρο (visa) ή για άλλους πελάτες που έφερνε στο γραφείο για κάποιο θέμα που αντιμετώπιζαν. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κάτι συγκεκριμένο για τις θέσεις της αυτές. Αρνήθηκε ότι έλαβε επιστολή από τους Ενάγοντες για τις €10.000, ενώ και αυτό ήταν ζήτημα που είχε παραδεχθεί στην υπεράσπιση της (§9). Αργότερα όμως δέχθηκε και προφορικά ότι έλαβε μέσω του συζύγου της τέτοια απαίτηση πληρωμής περίπου ένα χρόνο μετά την καταβολή των χρημάτων. Δέχομαι πως πρόκειται για την επιστολή ημερ. 10-12-10 (Τεκμ. 7), παρότι στην αντεξέταση της προσπάθησε και πάλι να αναιρέσει την αποδοχή της λέγοντας τώρα πως δεν θυμάται.

Δεν μπορώ να δεχθώ την τελική της θέση ότι πήρε τις €10.000 δυνάμει εγγράφου που υπέγραψαν έναντι της “προμήθειας” και των “κόπων” της όπως είπε, δηλαδή για εργασία στη Συρία. Είναι λογικό πως αν υπήρχε τέτοιο έγγραφο θα φρόντιζε, στα δύο και πλέον χρόνια που εκκρεμεί η αγωγή, να το εντοπίσει και να το παρουσιάσει, χωρίς να χρειάζεται να πει τυχαία στις τελευταίες απαντήσεις της ότι αν πάει στο Λονδίνο θα ψάξει να το βρει. Θα μπορούσε πάντως να λεχθεί πως εάν υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο για το ποσό των €10.000 θα το είχε η Εναγόμενη, όπως είχε και τα υπόλοιπα που παρουσιάστηκαν κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος 2 (Τεκμ. 4,5,6). Στα τελευταία αυτά έγγραφα εντούτοις δεν έκαμε καμία αναφορά η Εναγόμενη. Ούτε και ισχυρίστηκε ότι ήταν βάσει κάποιου από αυτά που έλαβε τις €10.000.

Ούτως ή άλλως το Τεκμ. 4 όντως αφορά πληρεξούσιο του Ενάγοντος 2 προς την ίδια για άνοιγμα Τραπεζικών λογαριασμών, το Τεκμ. 5 αναφέρεται σε Συμφωνία Προμηθειών από συμβόλαιο αγοράς πετρελαιοειδών μεταξύ δύο εταιρειών, της Mercury oil Ltd και της Kleft oil Ltd ημερ. 18-10-09, δηλαδή μετά τον επίδικο χρόνο της 30-9-09 και το οποίο δεν προχώρησε σύμφωνα με σχετική μαρτυρία του Ενάγοντος 2, η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Το ίδιο ισχύει και για το άλλο συμβόλαιο ημερ. 16-9-09 μεταξύ Ενάγοντος 2 και Εναγομένης για το οποίο επίσης ο πρώτος εξήγησε πειστικά πως δεν προχώρησε η πώληση πετρελαιοειδών, πράγμα που ήταν όρος για την είσπραξη προμηθειών και τον διαμοιρασμό τους (“. provided such transaction shall successfully close and receive payment”). Εξάλλου όπως εξήγησα, ούτε και η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι ήταν βάσει αυτών των εγγράφων που πήρε τα χρήματα. Ήταν η θέση της ότι ήταν βάσει άλλου εγγράφου που κάπου θα είναι στο Λονδίνο.

Γενικά πρέπει να πω ότι δεν μού έκανε καλή εντύπωση και δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία της η οποία χαρακτηρίζεται από αοριστία και ασάφεια. Κρίνω ότι τα γεγονότα είναι όπως τα εξήγησε ο Ενάγων 2 και επιβεβαίωσε η Μ.Ε.1.

Θα πρέπει να σημειωθεί πως από το σύνολο της μαρτυρίας συνάγεται πως τα χρήματα έδωσε ο Ενάγων 2, από τον οποίο και είχε ζητηθεί το δάνειο. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι όταν ζητήθηκε η εξόφληση του δανείου με την επιστολή των δικηγόρων ημ. 10-12-12 (Τεκμ. 7) έγινε αναφορά σε οδηγίες που είχαν ληφθεί από τον Ενάγοντα 2 και ότι θα έπρεπε να καταβληθεί όλο το ποσόν στον ίδιο ή στους δικηγόρους του. Εξάλλου θα πρέπει να σημειωθεί πως και όλα τα άλλα έγγραφα με την Εναγόμενη υπεγράφησαν προσωπικά από τον Ενάγοντα 2, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου (Τεκμήρια 4,5,6). Συνεπώς θεωρώ ότι δικαιούται σε απόφαση μόνον ο Ενάγων 2, ενώ η αγωγή των Εναγόντων 1 θα πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει του ότι πρόκειται για θέμα που δεν εγέρθηκε από την υπεράσπιση κρίνω ορθότερο όπως απορριφθεί χωρίς έξοδα όσον αφορά τους Ενάγοντες 1.

Κατάληξη.

Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω πως ο Ενάγων 2 έχει αποδείξει την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό, του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.

Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος 2 για €10.000, νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν, Φ.Π.Α και έξοδα επίδοσης.

Η αγωγή των Εναγόντων 1 απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

(Υπ.)……………………………….
Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ.

 

Source

 

Andrew Klydes / Άνδρος Κλαΐδης / κα Ανδρέου: Case Date 28/02/2013

0

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 3597/10

Μεταξύ:

1. ANDREW KLYDES LLC
2. ΑΝΔΡΟΣ ΚΛΑΪΔΗΣ

Εναγόντων

και

ΓΕΩΡΓΙΑ ΝΙΚΟΥ ΛΥΤΡΑ ή αλλιώς ΓΕΩΡΓΙΑ ΝΙΚΟΥ

Εναγομένης

Ημερομηνία: 28 Φεβρουαρίου, 2013.

Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες: κα Ανδρέου για Andrew Klydes LLC
Για Εναγόμενη: κ. Χ. Χριστοδουλίδης

ΑΠΟΦΑΣΗ

Οι Ενάγοντες αξιώνουν ποσόν €10.000 το οποίο κατ’ ισχυρισμό δάνεισαν στην Εναγόμενη περί τον Σεπτέμβριο του 2009 δυνάμει προφορικής συμφωνίας, συν αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης το πιο πάνω ποσό έπρεπε να αποπληρωθεί μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου 2009 και ή εντός ευλόγου χρόνου.

Η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο στη δικηγορική εταιρεία των Εναγόντων 1 ως σύμβουλος με μηνιαίο μισθό €1.200 συν προμήθειες. Αρνήθηκε ότι δανείστηκε οποιοδήποτε ποσό. Ήταν η θέση της πως οι Ενάγοντες πλήρωσαν στην ίδια οφειλόμενους μισθούς €3.600, συν €7.400 ως προκαταβολή για μελλοντικούς μισθούς και άλλα έξοδα για την εργασία της.

Μαρτυρία.

Εκ μέρους των Εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι η κα Γεωργία Χριστοδούλου (Μ.Ε.1) και ο κ. Άνδρος Κλαΐδης (Μ.Ε.2). Για την υπεράσπιση κατέθεσε μόνον η Εναγόμενη.

Η Γεωργία Χριστοδούλου (Μ.Ε.1) υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση της (Τεκμήριο Α) λέγοντας πως είναι Ανώτερη Διοικητική Σύμβουλος και Γενική Γραμματέας των Εναγόντων. Δήλωσε ότι δόθηκε στην Εναγόμενη ποσόν €5.000 σε μετρητά και €5.000 σε επιταγή υπ’ αρ. 11325292. Είπε ότι ήταν παρούσα και ότι είχε συμπληρώσει την επιταγή με το δικό της γραφικό χαρακτήρα. Αυτό έγινε στις 30-9-09 δυνάμει συμφωνίας δανείου για να αγοράσει η Εναγόμενη κάποια επιχείρηση στην Αραδίππου όπως είχε δηλώσει, αναλαμβάνοντας να τα επιστρέψει αρχές Νοεμβρίου 2009.

Κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε ότι η Εναγόμενη εργάστηκε οποτεδήποτε στο γραφείο τους. Κάποιες κάρτες που είχαν τυπωθεί ήταν απλώς για να προωθεί το γραφείο τους στη Συρία, δηλαδή να το διαφημίζει. Την έβλεπε συχνά στο γραφείο τους ως φίλη και κάποτε που έλειπε ο κ. Κλαΐδης της τηλεφώνησε και η Εναγομένη βοήθησε με κάποιο πρόβλημα.

Ο Ενάγων 2 κ. Άνδρος Κλαΐδης (Μ.Ε.2) υιοθέτησε επίσης τη γραπτή δήλωση του (Τεκμ. Β), στην οποίαν μεταξύ άλλων ανέφερε ότι δάνεισε στην Εναγόμενη πόσον €10.000 στις 30-9-09, το οποίο θα εξοφλούσε μέχρι αρχές Νοεμβρίου 2009. Ειδικότερα ο ίδιος στις 30-9-09 κατέβαλε €5.000 με επιταγή, της οποίας το απόκομμα επισύναψε ως Τεκμ. 2 και την ίδια μέρα της έδωσε και €5.000 σε μετρητά.

Κατά την ανεξέταση του ανέφερε πως η Εναγόμενη ήταν φίλη του και για αυτό έκρινε ότι δεν υπήρχε λόγος να προβούν σε γραπτή συμφωνία. Η Εναγόμενη είχεν αναφέρει ότι είχε κάποιες επαφές στη Συρία και ότι μπορούσε να φέρει τον ίδιο σε επαφή για συμφωνίες. Δέχθηκε πως ίδρυσαν εταιρεία με την Εναγόμενη και κάποιο άλλο πρόσωπο, η οποία είχε σκοπό να πραγματοποιήσει πωλήσεις πετρελαίου, η οποία όμως δεν λειτούργησε. Πήγε μαζί της και στη Συρία και στα πλαίσια αυτά τής είχε εκδώσει και επαγγελματικές κάρτες, για να δίδει σε πελάτες (Τεκμ. 3). Δέχθηκε ότι υπέγραψε πληρεξούσιο προς την ίδια για άνοιγμα λογαριασμών (Τεκμ. 4), αλλά ούτε αυτό προχώρησε. Αναγνώρισε και δύο άλλα έγγραφα τα οποία υπέγραψε με την Εναγόμενη (Τεκμ. 5 και 6) και τα οποία επίσης δεν προχώρησαν.

Η Εναγόμενη είπε πως ήταν στη Συρία και ασχολείτο με αντικείμενα από χρυσό και έπιπλα. Ο Ενάγων 2 ήθελε να συνεργαστούν διότι τού είχε φέρει πολλούς πελάτες. Επέμεινε ότι η πράξη σχετικά με το πετρέλαιο είχεν ολοκληρωθεί και για αυτό έφυγε ο Ενάγων 2 από την Κύπρο. Το ποσόν των €10.000 είπε πως ήταν για προμήθειες της από δουλειές στους Ενάγοντες ήτοι για διάφορες εργασίες που τής ανέθετε ο Ενάγων 2. Μάλιστα η ίδια υπέγραψε και έγγραφο ότι αυτά τα χρήματα τα πήρε έναντι προμηθειών για τον κόπο της που πήγαινε μαζί του στη Συρία. Προέβαλε πως αν πάει στο Λονδίνο θα ψάξει να εντοπίσει το έγγραφο στο οποίο αναφέρθηκε.

Αξιολόγηση μαρτυρίας.

Παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Πρέπει να αναφέρω εξαρχής ότι οι Μ.Ε.1 και Ενάγων 2 γενικά μού έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων και ειλικρινών προσώπων και δέχομαι τη μαρτυρία τους. Ο ουσιώδης ισχυρισμός και των δύο αυτών προσώπων είναι ότι στις 30-9-09 η Εναγόμενη ζήτησε από τους Ενάγοντες €10.000 ως δάνειο για να αγοράσει κάποιαν επιχείρηση για την κόρη της. Ούτε στην υπεράσπιση, ούτε προφορικά αμφισβητήθηκε από την Εναγόμενη ότι έλαβε το ποσόν αυτό. Ούτε αμφισβητήθηκε ότι τα χρήματα αυτά δόθηκαν μέσω μιας επιταγής υπ’ αρ. 11325292 αξίας €5.000 και τα υπόλοιπα €5.000 σε μετρητά, όλα στις 30-9-09. Η Μ.Ε.1 ήταν παρούσα και συμπλήρωσε την επιταγή ιδιοχείρως, την οποίαν υπέγραψε ο Ενάγων 2. Σημειώνω προς τούτο και την ρητή παραδοχή της Εναγομένης στην κυρίως εξέταση ότι ο Ενάγων 2 της έδωσε €10.000, στην παρουσία της ιδιαιτέρας του (Μ.Ε.1).

Θα πρέπει μόνο να διευκρινίσω όσον αφορά την Μ.Ε.1 ότι στην γραπτή δήλωση της δεν είχε αναφερθεί σε γραπτή συμφωνία για το δάνειο, σε αντίθεση με την κάπως παραπλανητική ερώτηση που τής υπεβλήθη στην αρχή της αντεξέτασης της. Εξ ου και η πρώτη της αυθόρμητη αντίδραση ήταν ότι δεν γνωρίζει κάτι για γραπτό, διευκρινίζοντας ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι η Εναγόμενη χρειαζόταν τα χρήματα που πήρε για να αγοράσει κάποιαν επιχείρηση. Εν πάση περιπτώσει η φράση της “τον καιρό που υπογράψασιν” δεν παραπέμπει σε κάτι συγκεκριμένο. Ούτε και δόθηκε συνέχεια για το τι εννοούσε, ενώ από την αντεξέταση του Ενάγοντος 2 διεφάνη πως αυτός υπέγραψε την ίδια εποχή (Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2009) διάφορα άλλα έγγραφα και συμφωνίες με την Εναγόμενη, στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω και τα οποία δεν σχετίζονται με δάνειο. Προφανώς λοιπόν η αναφορά της Μ.Ε.1 αφορούσε γενικά αυτή την περίοδο που είχαν υπογραφεί διάφορα έγγραφα με την Εναγόμενη.

Εκείνο που πραγματικά αμφισβήτησε ο Εναγόμενη ήταν η ίδια η φύση της συναλλαγής αυτής, δηλαδή του δανείου. Στην Υπεράσπιση της είχε ισχυριστεί ότι μεταξύ Ιουλίου 2009 και Ιουλίου 2010 εργαζόταν στους Ενάγοντες ως σύμβουλος με μηνιαίο μισθό €1200 συν προμήθειες (§2) και ότι οι Ενάγοντες πλήρωσαν στην ίδια €3.600 έναντι οφειλομένων μισθών της για τους μήνες Ιούλιο εώς Σεπτέμβριο 2009, συν €7.400 ως προκαταβολή για μελλοντικούς μισθούς και άλλα έξοδα για την εργασία της (§7). Βασικά δηλαδή προέβαλε πως ήταν απλήρωτη για τρεις μήνες και ότι τον Σεπτέμβριο 2009, εκτός των δεδουλευμένων έλαβε τουλάχιστον και οκτώ μισθούς προκαταβολικά. Σημειώνεται πως το ποσόν των €11.000 (που αναφέρει στην υπεράσπιση) δεν συνάδει ούτε με οκτώ μισθούς (9.600), ούτε και με εννιά μισθούς (€10.800) αλλά ούτε και με το ποσόν των €10.000 που δέχθηκε προφορικά ότι τής έδωσε ο Ενάγων 2. Όμως είναι χαρακτηριστικό πως εμμέσως πλην σαφώς είναι αποδεκτό και από την Υπεράσπιση πως η καταβολή των €10.000 έγινε στο τέλος Σεπτεμβρίου 2009, αφού ισχυρίζεται εξόφληση δεδουλευμένων για την τριμηνία Ιουλίου – Σεπτεμβρίου 2009 και λογικό είναι η παραδοχή της να αναφέρεται σ’ αυτό το ποσόν που δόθηκε στις 30-9-09, δεδομένου ότι σ’ αυτό τον ισχυρισμό απαντούσε με την Υπεράσπιση της.

Στην προφορική της μαρτυρία όμως δεν υποστήριξε την πιο πάνω θέση της. Την διαφοροποίησε λέγοντας πως στις 30-9-09 υπεγράφη κάποιο έγγραφο μεταξύ Εναγόντων και της ίδιας με σκοπό την καταβολή προμηθειών για συνεργασία που είχε με τους Ενάγοντες. Ουσιαστικά δηλαδή εγκατέλειψε τη σαφή και αντίθετη δικογραφημένη θέση της ότι αυτά αφορούσαν δεδουλευμένους και μελλοντικούς μισθούς των €1.200. Αρχικά προσπάθησε να πείσει πως το ποσόν των €10.000 αφορούσε οτιδήποτε της ανέθετε ο Ενάγων 2, ήτοι για μεταφορές, παραλαβή προκαταβολών από πρόσωπα στη Συρία που ήθελαν θεώρηση εισόδου για την Κύπρο (visa) ή για άλλους πελάτες που έφερνε στο γραφείο για κάποιο θέμα που αντιμετώπιζαν. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κάτι συγκεκριμένο για τις θέσεις της αυτές. Αρνήθηκε ότι έλαβε επιστολή από τους Ενάγοντες για τις €10.000, ενώ και αυτό ήταν ζήτημα που είχε παραδεχθεί στην υπεράσπιση της (§9). Αργότερα όμως δέχθηκε και προφορικά ότι έλαβε μέσω του συζύγου της τέτοια απαίτηση πληρωμής περίπου ένα χρόνο μετά την καταβολή των χρημάτων. Δέχομαι πως πρόκειται για την επιστολή ημερ. 10-12-10 (Τεκμ. 7), παρότι στην αντεξέταση της προσπάθησε και πάλι να αναιρέσει την αποδοχή της λέγοντας τώρα πως δεν θυμάται.

Δεν μπορώ να δεχθώ την τελική της θέση ότι πήρε τις €10.000 δυνάμει εγγράφου που υπέγραψαν έναντι της “προμήθειας” και των “κόπων” της όπως είπε, δηλαδή για εργασία στη Συρία. Είναι λογικό πως αν υπήρχε τέτοιο έγγραφο θα φρόντιζε, στα δύο και πλέον χρόνια που εκκρεμεί η αγωγή, να το εντοπίσει και να το παρουσιάσει, χωρίς να χρειάζεται να πει τυχαία στις τελευταίες απαντήσεις της ότι αν πάει στο Λονδίνο θα ψάξει να το βρει. Θα μπορούσε πάντως να λεχθεί πως εάν υπήρχε οποιοδήποτε έγγραφο για το ποσό των €10.000 θα το είχε η Εναγόμενη, όπως είχε και τα υπόλοιπα που παρουσιάστηκαν κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος 2 (Τεκμ. 4,5,6). Στα τελευταία αυτά έγγραφα εντούτοις δεν έκαμε καμία αναφορά η Εναγόμενη. Ούτε και ισχυρίστηκε ότι ήταν βάσει κάποιου από αυτά που έλαβε τις €10.000.

Ούτως ή άλλως το Τεκμ. 4 όντως αφορά πληρεξούσιο του Ενάγοντος 2 προς την ίδια για άνοιγμα Τραπεζικών λογαριασμών, το Τεκμ. 5 αναφέρεται σε Συμφωνία Προμηθειών από συμβόλαιο αγοράς πετρελαιοειδών μεταξύ δύο εταιρειών, της Mercury oil Ltd και της Kleft oil Ltd ημερ. 18-10-09, δηλαδή μετά τον επίδικο χρόνο της 30-9-09 και το οποίο δεν προχώρησε σύμφωνα με σχετική μαρτυρία του Ενάγοντος 2, η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε. Το ίδιο ισχύει και για το άλλο συμβόλαιο ημερ. 16-9-09 μεταξύ Ενάγοντος 2 και Εναγομένης για το οποίο επίσης ο πρώτος εξήγησε πειστικά πως δεν προχώρησε η πώληση πετρελαιοειδών, πράγμα που ήταν όρος για την είσπραξη προμηθειών και τον διαμοιρασμό τους (“. provided such transaction shall successfully close and receive payment”). Εξάλλου όπως εξήγησα, ούτε και η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι ήταν βάσει αυτών των εγγράφων που πήρε τα χρήματα. Ήταν η θέση της ότι ήταν βάσει άλλου εγγράφου που κάπου θα είναι στο Λονδίνο.

Γενικά πρέπει να πω ότι δεν μού έκανε καλή εντύπωση και δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία της η οποία χαρακτηρίζεται από αοριστία και ασάφεια. Κρίνω ότι τα γεγονότα είναι όπως τα εξήγησε ο Ενάγων 2 και επιβεβαίωσε η Μ.Ε.1.

Θα πρέπει να σημειωθεί πως από το σύνολο της μαρτυρίας συνάγεται πως τα χρήματα έδωσε ο Ενάγων 2, από τον οποίο και είχε ζητηθεί το δάνειο. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι όταν ζητήθηκε η εξόφληση του δανείου με την επιστολή των δικηγόρων ημ. 10-12-12 (Τεκμ. 7) έγινε αναφορά σε οδηγίες που είχαν ληφθεί από τον Ενάγοντα 2 και ότι θα έπρεπε να καταβληθεί όλο το ποσόν στον ίδιο ή στους δικηγόρους του. Εξάλλου θα πρέπει να σημειωθεί πως και όλα τα άλλα έγγραφα με την Εναγόμενη υπεγράφησαν προσωπικά από τον Ενάγοντα 2, ο οποίος ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου (Τεκμήρια 4,5,6). Συνεπώς θεωρώ ότι δικαιούται σε απόφαση μόνον ο Ενάγων 2, ενώ η αγωγή των Εναγόντων 1 θα πρέπει να απορριφθεί. Ενόψει του ότι πρόκειται για θέμα που δεν εγέρθηκε από την υπεράσπιση κρίνω ορθότερο όπως απορριφθεί χωρίς έξοδα όσον αφορά τους Ενάγοντες 1.

Κατάληξη.

Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω πως ο Ενάγων 2 έχει αποδείξει την υπόθεση του στον απαιτούμενο βαθμό, του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.

Ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντος 2 για €10.000, νόμιμο τόκο και έξοδα ως θα υπολογιστούν, Φ.Π.Α και έξοδα επίδοσης.

Η αγωγή των Εναγόντων 1 απορρίπτεται χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα.

(Υπ.)……………………………….
Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ.

Source

 

Second Assault Interim Decision: 197/2008 Date: 12.02.2013

0

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Ενώπιον: Στ. Λουκίδου – Βασιλείου,  Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 197/2008

Μεταξύ:

CORNELIOUS DESMOND O’ DWYER

ΕΝΑΓΟΝΤΑ

Και

1.ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ από Λιοπέτρι
2.ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ απόΦρέναρος
3.ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΤΙΓΓΗΣαπό Λάρνακα

ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ

Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης

Ημερομηνία: 12.2.13

Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα: κα Σ. Γεωργίου (για να ακούσει απόφαση για  κ. Γεωγιάδη)
Για την Εναγόμενη: κ. Βασιλακκάς

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την αγωγή του ο Ενάγων αιτείται  γενικών και ειδικών αποζημιώσεων για σωματικές βλάβες και ζημίες που έχει υποστεί από την επίθεση που δέχθηκε από τους εναγόμενους στις 14.1.08.

Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πριν ολοκληρωθεί η ένορκη κατάθεση του ενάγοντα, ο οποίος καταθέτει ως πρώτος μάρτυρας, καταχώρισε την παρούσα Αίτηση επιζητώνταςτροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως με την προσθήκη της ακόλουθης πρότασης ως μέρος των ισχυρισμών της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης:

«Ο Ενάγων εξαιτίας του ξυλοδαρμού υπέφερε και συνεχίζει να υποφέρει από συναισθηματικές και ψυχολογικές διαταραχές, συναισθηματική φόρτιση και/ή κατάπτωση, υπέρμετρο άγχος, αϋπνίες, αισθήματα δυσφορίας και διατάραξης της ψυχικής ισορροπίας. Εξαιτίας αυτών των συνεπειών, αναγκάστηκε να λάβει ιατρική και/ή ψυχιατρική βοήθεια και/ή υποστήριξη παράλληλα με την χορήγηση ειδικών φαρμάκων προς αντιμετώπιση των προβλημάτων.»

Ο ενάγοντας ζητά  περαιτέρω την αντικατάσταση των λεπτομερειών των ειδικών ζημιών που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης του.

Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκο δήλωση της κ. Ντόριας Βαρωσιώτου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα.

Η μη επακριβής εξειδίκευση των  ειδικών ζημιών αποδίδεται στο γεγονός ότι ο ενάγοντας ενεπλάκη ως διάδικος σε πολλές υποθέσεις με τους ίδιους διαδίκους ή και τα ίδια γεγονότα . Ο ενάγοντας ασχολείτο με όλες  τις προαναφερθείσες υποθέσεις, είχε στη κατοχή του αριθμό εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα την μη έγκαιρη εξεύρεση και ταξινόμηση των στοιχείων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα πηγαινοερχόταν και/ή παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Κύπρο για την παρακολούθηση των ακροαματικών διαδικασιών, με αποτέλεσμα να είναι πρακτικά ανέφικτο  να εντοπίζει έγγραφα τα οποία βρίσκονταν στην οικία του στην Αγγλία και ή γενικότερα να βρει χρόνο να ασχοληθεί με την αναζήτηση και ή εντοπισμό των εν λόγω εγγράφων τα οποία εντόπισε κατά την προετοιμασία της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης. Εισηγείται περαιτέρω ότι θα πρέπει να του επιτραπεί να αποκαλύψει τα εν λόγω έγγραφα με συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη εγγράφων αίτημα όμως που δεν θα απασχολήσει το δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας αίτησης.

Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας περιέπεσε στην αντίληψη του δικηγόρου του ότι οι λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών δεν είχαν καθοριστεί επακριβώς. Πέραν τούτου έχει διαπιστωθεί ότι εκ παραδρομής και/η αβλεψίας δεν έχουν δικογραφηθεί δεόντως οι ψυχολογικές και νευρολογικές επιπτώσεις που έχει υποστεί ο ενάγοντας λόγω του ξυλοδαρμού που ισχυρίζεται ότι έχει δεχτεί. Μόλις διαπιστώθηκαν οι πιο πάνω αναφερόμενες παραλείψεις ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση.

Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των εναγομένων – Καθ’ ων η Αίτηση με την οποία  προβάλλονται διάφοροι λόγοι για την απόρριψη της αίτησης και υποστηρίζεται με την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Άδας Φλουρέντζου.

Εισηγούνται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί ο Αιτητής παραλείπει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση στην αιτούμενη τροποποίηση. Προβάλλουν περαιτέρω ότι δεν αποκαλύπτεται ο λόγος για τον οποίο οι ισχυρισμοί των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή με την τροποποίηση δεν συμπεριληφθήκαν από την αρχή στην Έκθεση Απαίτησης και θεωρούν ότι η αίτηση του ενάγοντα καταχωρήθηκε κακόπιστα.

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διάδικου που ο καθένας εκπροσωπεί και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία.

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Στην απόφαση της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation, (1989) 1E A.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως:

«(1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.

(2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.

(3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.

(4) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.»

Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών.  (Βλέπε απόφαση στην υπόθεσηΠερικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,(1992) 1 Α.Α.Δ 704).

Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,(1994) 1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης.

Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd, (1996) 1A A.A.D 162).

Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co.κ.α. ν. A.& G. Leventisκ.α., (1993) 1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (1999) 1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.)v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω).

Στην απόφαση της υπόθεσης  Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη.

Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.) v. Τ.Μ.P. Agents, (ανωτέρω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης.  Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.

Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση  για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω)).

Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α., (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α., (2007) 1Β Α.Α.Δ. 1005).

Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου, (1995) 1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα 1994 (1) Α.Α.Δ. 14.

Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης.

Εκείνο που ουσιαστικά προβάλλεται με την ένσταση του καθ’ου η αίτηση είναι ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης η οποία δεν δικαιολογείται από τον αιτητή.

Την δυνατότητα τροποποίησης το Ανώτατο Δικαστήριο την έθεσε στην υπόθεση Χριστοδούλου πιο πάνω.

Στην πιο πάνω υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου.  Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης.  Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938:

«Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi (1980) 1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R.είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω:

´I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.  Thatprinciple applies here.’

Περαιτέρω στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω) λέχθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση ότι η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.

Στη παρούσα περίπτωση, δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και παράλληλα δεν παραβλέπω  την συνταγματικά καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο. Ταυτόχρονα όμως σημειώνεται ότι στην έκθεση απαίτησης περιλαμβάνονται λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων ειδικών ζημιών του ενάγοντα. Εκείνο που ουσιαστικά ζητά με την αιτούμενη τροποποίηση είναι η περαιτέρω εξειδίκευση τους είτε με την προσθήκη περαιτέρω ζημιών είτε με την επακριβή παράθεση της αξίας συγκεκριμένων αντικειμένων που σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται  να είναι χαμηλότερη από την αξία που δηλώνεται στη υφιστάμενη έκθεση απαίτησης του.  Ο ενάγοντας έδωσε την εξήγηση για την οποία δεν ήταν σε θέση να καθορίσει επακριβώς τις ειδικές ζημιές που είχε υποστεί και τούτο οφείλεται όπως ισχυρίστηκε στην δυσκολία εντοπισμού των διαφόρων εγγράφων που σχετίζονται με αυτές. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας περιέπεσε στην αντίληψη του δικηγόρου του ότι  οι ειδικές ζημιές δεν είχαν καθοριστεί επακριβώς καθώς και ότι εκ παραδρομής και ή αβλεψίας δεν έχουν δικογραφηθεί  δεόντως οι ψυχολογικές και νευρολογικές επιπτώσεις που ισχυρίζεται ότι υπέστη  από την επίθεση

Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του ενάγοντα που καταθέτει ως ο πρώτος μάρτυρας και αμέσως μόλις έγιναν αντιληπτές οι αναφερόμενες παραλείψεις, καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον παράγοντα καθυστέρηση δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα.  Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους (πιο πάνω) όπου ελέχθησαν τα ακόλουθα:

«Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους

Περαιτέρω θεωρώ ότι στο στάδιο που ζητείται η τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγομένων οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να αντεξετάσουν τον εναγόμενο επί των ισχυρισμών που επιχειρεί να εισάγει με την τροποποίηση καθώς και να αντικρούσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς με την μαρτύρια που θα παρουσιάσουν οι ίδιοι. Συνεπώς δεν ευσταθεί η θέση των εναγομένων ότι με την αιτούμενη τροποποίηση καταπατούνται τα δικαιώματα τους για δίκαιη δίκη.   Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4) (1993) 1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές.

Ένα άλλο θέμα το οποίο εγείρουν  με την ένσταση τους οι εναγόμενοι είναι ότι η αίτηση του ενάγοντα γίνεται κακόπιστα. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν εντοπίζονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση  στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας. Η θέση των εναγομένων ότι ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση σε μια προσπάθεια να διορθώσει τις παραλείψεις που του υποδείχθηκαν κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας με την υποβολή ενστάσεων σε αίτημα του να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν είναι αρκετό για να αποδείξει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα. Δεν έχω πεισθεί με τα όσα αναφέρουν οι εναγόμενοι στην ένσταση τους ότι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους του εναγόμενου στην καταχώριση της αιτούμενης τροποποίησης, έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. ΓενικούΕισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση 204/2009 ημερομηνίας 24.4.2012 η αμέλεια ή το λάθος με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd (1979) 1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. Έχω ήδη εξηγήσει πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στους εναγόμενους με την τροποποίηση την οποία αιτείται ο ενάγοντας.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται.  Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α Ι ΙΙ και ΙΙΙ της αίτησης.  Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στην άλλη εντός τριών  ημερών από σήμερα. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός πέντε  ημερών από τη παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης.

Τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της δίκης.

 

(Υπ.) ………………..

Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής

Source

Second Assault: Case 197/08: Date 12.02.2013

0

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
Ενώπιον: Στ. Λουκίδου – Βασιλείου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 197/2008

Μεταξύ:

CORNELIOUS DESMOND O’ DWYER

ΕΝΑΓΟΝΤΑ

Και

1.ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ από Λιοπέτρι
2.ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ από Φρέναρος
3.ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΤΤΙΓΓΗΣ από Λάρνακα

ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ

Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης

Ημερομηνία: 12.2.13

Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα: κα Σ. Γεωργίου (για να ακούσει απόφαση για κ. Γεωγιάδη)
Για την Εναγόμενη: κ. Βασιλακκάς

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την αγωγή του ο Ενάγων αιτείται γενικών και ειδικών αποζημιώσεων για σωματικές βλάβες και ζημίες που έχει υποστεί από την επίθεση που δέχθηκε από τους εναγόμενους στις 14.1.08.

Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πριν ολοκληρωθεί η ένορκη κατάθεση του ενάγοντα, ο οποίος καταθέτει ως πρώτος μάρτυρας, καταχώρισε την παρούσα Αίτηση επιζητώντας τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως με την προσθήκη της ακόλουθης πρότασης ως μέρος των ισχυρισμών της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης:
«Ο Ενάγων εξαιτίας του ξυλοδαρμού υπέφερε και συνεχίζει να υποφέρει από συναισθηματικές και ψυχολογικές διαταραχές, συναισθηματική φόρτιση και/ή κατάπτωση, υπέρμετρο άγχος, αϋπνίες, αισθήματα δυσφορίας και διατάραξης της ψυχικής ισορροπίας. Εξαιτίας αυτών των συνεπειών, αναγκάστηκε να λάβει ιατρική και/ή ψυχιατρική βοήθεια και/ή υποστήριξη παράλληλα με την χορήγηση ειδικών φαρμάκων προς αντιμετώπιση των προβλημάτων.»

Ο ενάγοντας ζητά περαιτέρω την αντικατάσταση των λεπτομερειών των ειδικών ζημιών που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης του.

Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκο δήλωση της κ. Ντόριας Βαρωσιώτου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα.

Η μη επακριβής εξειδίκευση των ειδικών ζημιών αποδίδεται στο γεγονός ότι ο ενάγοντας ενεπλάκη ως διάδικος σε πολλές υποθέσεις με τους ίδιους διαδίκους ή και τα ίδια γεγονότα . Ο ενάγοντας ασχολείτο με όλες τις προαναφερθείσες υποθέσεις, είχε στη κατοχή του αριθμό εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα την μη έγκαιρη εξεύρεση και ταξινόμηση των στοιχείων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα πηγαινοερχόταν και/ή παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Κύπρο για την παρακολούθηση των ακροαματικών διαδικασιών, με αποτέλεσμα να είναι πρακτικά ανέφικτο να εντοπίζει έγγραφα τα οποία βρίσκονταν στην οικία του στην Αγγλία και ή γενικότερα να βρει χρόνο να ασχοληθεί με την αναζήτηση και ή εντοπισμό των εν λόγω εγγράφων τα οποία εντόπισε κατά την προετοιμασία της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης. Εισηγείται περαιτέρω ότι θα πρέπει να του επιτραπεί να αποκαλύψει τα εν λόγω έγγραφα με συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη εγγράφων αίτημα όμως που δεν θα απασχολήσει το δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας αίτησης.

Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας περιέπεσε στην αντίληψη του δικηγόρου του ότι οι λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών δεν είχαν καθοριστεί επακριβώς. Πέραν τούτου έχει διαπιστωθεί ότι εκ παραδρομής και/η αβλεψίας δεν έχουν δικογραφηθεί δεόντως οι ψυχολογικές και νευρολογικές επιπτώσεις που έχει υποστεί ο ενάγοντας λόγω του ξυλοδαρμού που ισχυρίζεται ότι έχει δεχτεί. Μόλις διαπιστώθηκαν οι πιο πάνω αναφερόμενες παραλείψεις ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση.

Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των εναγομένων – Καθ’ ων η Αίτηση με την οποία προβάλλονται διάφοροι λόγοι για την απόρριψη της αίτησης και υποστηρίζεται με την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Άδας Φλουρέντζου.

Εισηγούνται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί ο Αιτητής παραλείπει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση στην αιτούμενη τροποποίηση. Προβάλλουν περαιτέρω ότι δεν αποκαλύπτεται ο λόγος για τον οποίο οι ισχυρισμοί των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή με την τροποποίηση δεν συμπεριληφθήκαν από την αρχή στην Έκθεση Απαίτησης και θεωρούν ότι η αίτηση του ενάγοντα καταχωρήθηκε κακόπιστα.

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διάδικου που ο καθένας εκπροσωπεί και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία.

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Στην απόφαση της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation, (1989) 1E A.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως:

«(1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.

(2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.

(3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.

(4) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.»

Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,(1992) 1 Α.Α.Δ 704).

Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (1994) 1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης.

Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd, (1996) 1A A.A.D 162).

Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co.κ.α. ν. A.& G. Leventis κ.α., (1993) 1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (1999) 1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω).

Στην απόφαση της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη.

Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.) v. Τ.Μ.P. Agents, (ανωτέρω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.

Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω)).

Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α., (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α., (2007) 1Β Α.Α.Δ. 1005).

Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου, (1995) 1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα 1994 (1) Α.Α.Δ. 14.

Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης.

Εκείνο που ουσιαστικά προβάλλεται με την ένσταση του καθ’ου η αίτηση είναι ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης η οποία δεν δικαιολογείται από τον αιτητή.

Την δυνατότητα τροποποίησης το Ανώτατο Δικαστήριο την έθεσε στην υπόθεση Χριστοδούλου πιο πάνω.

Στην πιο πάνω υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938:
«Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi (1980) 1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R.είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω:
´I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.’

Περαιτέρω στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω) λέχθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση ότι η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.

Στη παρούσα περίπτωση, δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και παράλληλα δεν παραβλέπω την συνταγματικά καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο. Ταυτόχρονα όμως σημειώνεται ότι στην έκθεση απαίτησης περιλαμβάνονται λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων ειδικών ζημιών του ενάγοντα. Εκείνο που ουσιαστικά ζητά με την αιτούμενη τροποποίηση είναι η περαιτέρω εξειδίκευση τους είτε με την προσθήκη περαιτέρω ζημιών είτε με την επακριβή παράθεση της αξίας συγκεκριμένων αντικειμένων που σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται να είναι χαμηλότερη από την αξία που δηλώνεται στη υφιστάμενη έκθεση απαίτησης του. Ο ενάγοντας έδωσε την εξήγηση για την οποία δεν ήταν σε θέση να καθορίσει επακριβώς τις ειδικές ζημιές που είχε υποστεί και τούτο οφείλεται όπως ισχυρίστηκε στην δυσκολία εντοπισμού των διαφόρων εγγράφων που σχετίζονται με αυτές. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας περιέπεσε στην αντίληψη του δικηγόρου του ότι οι ειδικές ζημιές δεν είχαν καθοριστεί επακριβώς καθώς και ότι εκ παραδρομής και ή αβλεψίας δεν έχουν δικογραφηθεί δεόντως οι ψυχολογικές και νευρολογικές επιπτώσεις που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την επίθεση
Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του ενάγοντα που καταθέτει ως ο πρώτος μάρτυρας και αμέσως μόλις έγιναν αντιληπτές οι αναφερόμενες παραλείψεις, καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον παράγοντα καθυστέρηση δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους (πιο πάνω) όπου ελέχθησαν τα ακόλουθα:
«Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.»

Περαιτέρω θεωρώ ότι στο στάδιο που ζητείται η τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγομένων οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να αντεξετάσουν τον εναγόμενο επί των ισχυρισμών που επιχειρεί να εισάγει με την τροποποίηση καθώς και να αντικρούσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς με την μαρτύρια που θα παρουσιάσουν οι ίδιοι. Συνεπώς δεν ευσταθεί η θέση των εναγομένων ότι με την αιτούμενη τροποποίηση καταπατούνται τα δικαιώματα τους για δίκαιη δίκη. Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4) (1993) 1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές.

Ένα άλλο θέμα το οποίο εγείρουν με την ένσταση τους οι εναγόμενοι είναι ότι η αίτηση του ενάγοντα γίνεται κακόπιστα. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν εντοπίζονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας. Η θέση των εναγομένων ότι ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση σε μια προσπάθεια να διορθώσει τις παραλείψεις που του υποδείχθηκαν κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας με την υποβολή ενστάσεων σε αίτημα του να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν είναι αρκετό για να αποδείξει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα. Δεν έχω πεισθεί με τα όσα αναφέρουν οι εναγόμενοι στην ένσταση τους ότι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους του εναγόμενου στην καταχώριση της αιτούμενης τροποποίησης, έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση 204/2009 ημερομηνίας 24.4.2012 η αμέλεια ή το λάθος με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd (1979) 1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. Έχω ήδη εξηγήσει πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στους εναγόμενους με την τροποποίηση την οποία αιτείται ο ενάγοντας.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α Ι ΙΙ και ΙΙΙ της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στην άλλη εντός τριών ημερών από σήμερα. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός πέντε ημερών από τη παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης.

Τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της δίκης.

(Υπ.) ………………..
Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής

 

Source

Second Assault Supreme Court Appeal: 172/10: Date 25.01.2013

0

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Ποινική Έφεση Αρ. 171/2010)

25 Ιανουαρίου, 2013
[ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, ΠΑΝΑΓΗ, Δ/ΣΤΕΣ]

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείοντας,

v.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΤΤΙΓΚΗ,

Εφεσίβλητου.


(Ποινική Έφεση Αρ. 172/2010)

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείοντας,

v.

ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,

Εφεσίβλητου.


(Ποινική Έφεση Αρ. 173/2010)

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείοντας,

v.

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,

Εφεσίβλητου.

Θ. Παπανικολάου, για τον Εφεσείοντα.
Α. Κλαΐδης με Στ. Βασιλακκά, για τους Εφεσίβλητους.

Δ. ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Γ. Ερωτοκρίτου.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Οι τρεις Εφεσίβλητοι αρχικά αντιμετώπισαν δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η δεύτερη το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης βλάβης κατά του Cornelius D. O´ Dwyer. Ως προς την τελευταία κατηγορία, έκρινε ότι αυτή δεν αποδείχθηκε και αθώωσε τους Εφεσιβλήτους. Ως προς την πρώτη, μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε βαριά σωματική βλάβη και προχώρησε να προσθέσει τρίτη κατηγορία για πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 στην οποία βρήκε τους τρεις Εφεσίβλητους ένοχους και επέβαλε στον Εφεσίβλητο 1 πρόστιμο €2.000, ενώ στους Εφεσίβλητους 2 και 3 ποινή φυλάκισης 10 μηνών με αναστολή για δύο χρόνια.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με τρεις ξεχωριστές εφέσεις εφεσίβαλε τόσο την καταδίκη, όσο και την ποινή. Όμως στο στάδιο της προδικασίας των εφέσεων, αποσύρθηκαν οι λόγοι έφεσης που αφορούσαν στις καταδίκες και παρέμεινε μόνο ο ένας λόγος που αφορούσε στη μεν έφεση 171/10 την ανεπάρκεια της ποινής του προστίμου, στις δε άλλες δύο την αναστολή των ποινών φυλάκισης.

Οι Εφεσίβλητοι 2 και 3, υιός και πατέρας, είναι διευθυντές οικογενειακής εταιρείας αξιοποίησης γης, ενώ ο Εφεσίβλητος 1 είναι υπάλληλος τους. Ο παραπονούμενος ήταν αγοραστής μιας οικίας σε συγκρότημα κατοικιών, από την εταιρεία των Εφεσιβλήτων 2 και 3. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως τα βρήκε το δικαστήριο, μεταξύ του παραπονούμενου και των Εφεσιβλήτων 2 και 3 υπήρξαν διαφορές, σε σχέση με την οικία που είχε αγοράσει. Βασικά ο παραπονούμενος ήθελε να μην χτιστεί οτιδήποτε στη γη δίπλα από το σπίτι που αγόρασε από την εταιρεία των Εφεσιβλήτων 2 και 3. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορούσε να διασφαλιστεί. Οι μεταξύ τους διαφορές φαίνεται να επιτείνονταν, αφού ο παραπονούμενος κατά τους ισχυρισμούς τους δεν τους είχε καταβάλει διάφορα ποσά που είχαν συμφωνηθεί, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας, με αποτέλεσμα να καταλήξουν στα δικαστήρια.

Στις 14.1.2008 ο παραπονούμενος μαζί με τον Martin Mott, άγγλο φίλο του, κατευθύνθηκαν στο Φρέναρος με ξεχωριστά αυτοκίνητα, με πρόθεση ο παραπονούμενος να συλλέξει στοιχεία που θα ενίσχυαν τις θέσεις του στο δικαστήριο, έναντι των Εφεσιβλήτων και της εταιρείας τους. Έδωσε στο φίλο του μια βιντεοκάμερα χειρός και μια κατασκοπευτική κάμερα, την οποία τοποθέτησε στο καπέλο που φορούσε και του έδωσε οδηγίες να βιντεογραφεί, ενώ αυτός μετρούσε και φωτογράφιζε το σπίτι που είχε αγοράσει και το οποίο μετέπειτα είχε παραχωρηθεί στην οικογένεια κάποιας κας McDonald. Ο παραπονούμενος ήταν και αυτός εξοπλισμένος με βιντεοκάμερα, ενώ είχε και δεύτερη μικροκάμερα κρυμμένη, στην ουσία ραμμένη στη φόδρα του σακακιού του. Η νέα ιδιοκτήτρια της κατοικίας, η κα McDonald, θορυβήθηκε όταν είδε τον παραπονούμενο έξω από το σπίτι της, και τηλεφώνησε στα γραφεία της εταιρείας των Εφεσιβλήτων και μίλησε με τον Εφεσίβλητο 2, τον οποίο ενημέρωσε για την παρουσία του παραπονούμενου έξω από το σπίτι της. Ο Εφεσίβλητος 2 συνοδευόμενος από τον Εφεσίβλητο 1, κατευθύνθηκε στο σημείο που βρισκόταν ο παραπονούμενος. Ο Εφεσίβλητος 3, ειδοποιήθηκε από υπάλληλο του γραφείου του για το τηλεφώνημα της κας McDonald και επειδή ήταν στο δρόμο κατευθύνθηκε και αυτός προς το ίδιο σημείο. Όταν ο Εφεσίβλητος 3 έφτασε στο σημείο, είδε στην απέναντι μεριά του συγκροτήματος, σε αδιέξοδο δρόμο, ένα κόκκινο αυτοκίνητο, το οποίο του κίνησε την περιέργεια. Κατευθύνθηκε προς αυτό και είδε τον φίλο του παραπονούμενου, Martin Mott, να βιντεογραφεί τον παραπονούμενο, ο οποίος βρισκόταν στο συγκρότημα. Ο Εφεσίβλητος 3 παρέμεινε στο σημείο, παρακολουθώντας την κατάσταση, μέχρι να έρθει ο γιος του. Ο Martin Mott ειδοποίησε τον παραπονούμενο για την παρουσία στη σκηνή του Εφεσίβλητου 3. Τότε ο παραπονούμενος με το αυτοκίνητό του κατευθύνθηκε βιαστικά προς το χώρο που ήταν ο φίλος του. Έπρεπε όμως να περάσει μέσα από το χωριό για να φτάσει εκεί. Κατά κακή του τύχη βρέθηκε στον ίδιο δρόμο με τον Εφεσίβλητο 2. Τα αυτοκίνητα τους συγκρούστηκαν λόγω της βιασύνης και των δύο να φθάσουν στο ίδιο μέρος.

Στο σημείο της σύγκρουσης, στο κέντρο του χωριού Φρέναρος, εξελίχθηκε το επεισόδιο που οδήγησε στις κατηγορίες. Ο Εφεσίβλητος 2, όταν αντιλήφθηκε ότι το άτομο που οδηγούσε το αυτοκίνητο με το οποίο είχε συγκρουστεί ήταν ο παραπονούμενος, κατευθύνθηκε προς το μέρος του και από τα όσα του ανέφερε ο παραπονούμενος, εξοργίστηκε, με αποτέλεσμα να χάσει την ψυχραιμία του και να τον γρονθοκοπήσει στο πρόσωπο. Ο Εφεσίβλητος 2 τηλεφώνησε στη συνέχεια στον πατέρα του, ο οποίος σε πολύ σύντομο χρόνο κατέφθασε στη σκηνή. Όταν πλησίασε μαζί με το γιο του τον παραπονούμενο, ο Εφεσίβλητος 2 αντιλήφθηκε την ύπαρξη της κάμερας πάνω στον παραπονούμενο και φώναξε «κάμερα». Ο παραπονούμενος έτρεξε να φύγει, αλλά οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 τον πρόλαβαν και προσπάθησαν να του αποσπάσουν την κάμερα. Στην προσπάθεια συνέδραμε και ο υπάλληλός τους, Εφεσίβλητος 1. Ο παραπονούμενος για να προστατεύσει την κάμερα έπεσε στο έδαφος, παίρνοντας εμβρυακή θέση και προσπαθούσε να απωθήσει τους Εφεσίβλητους, κλωτσώντας τους. Ο Εφεσίβλητος 2, αποφασισμένος να πάρει την κάμερα, γονάτισε πάνω στον παραπονούμενο και ο Εφεσίβλητος 3 του ακινητοποίησε το κεφάλι, ενώ ο Εφεσίβλητος 1 έψαχνε τον παραπονούμενο για να εντοπίσει την κρυμμένη κάμερα. Μόλις αυτή εντοπίστηκε, την άρπαξε ο Εφεσίβλητος 2 και την πέταξε για να εντοπιστεί στο σημείο του επεισοδίου την επόμενη ημέρα από την Αστυνομία. Ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, η οποία επιλήφθηκε του επεισοδίου. Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε «θλαστική εκχύμωση στην αριστερή κογχική χώρα μετά εξοιδήσεως, δύο μικροεκδορές με απόσπαση της επιδερμίδας στην αριστερή κάτω γνάθο, κοντά στην κροταφογναθική άρθρωση». Παραπονείτο επίσης για πόνο στη δεξιά οσφυϊκή χώρα και στη δεξιά βουβωνική χώρα, όπου υπήρχαν μώλωπες. Έμεινε στο νοσοκομείο για τέσσερις μέρες για παρακολούθηση, χωρίς να διαπιστωθεί οτιδήποτε άλλο ή να υπάρξει οποιαδήποτε περιπλοκή.

Ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου τέθηκαν τα ελαφρυντικά των Εφεσιβλήτων. Όλοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο Εφεσίβλητος 2 είναι νυμφευμένος και έχει τέσσερα ανήλικα παιδιά, το μεγαλύτερο ηλικίας 10 ετών, ενώ ο Εφεσίβλητος 1 έχει δύο ανήλικα τέκνα, το μεγαλύτερο από τα οποία είναι ηλικίας 6½ ετών. Τονίστηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο από το συνήγορο τους, ότι είχαν δεχθεί ισχυρή πρόκληση από τον παραπονούμενο, η οποία είχε μια προϊστορία τεσσάρων χρόνων. Όπως ανέφερε ο συνήγορος τους, ο παραπονούμενος τους δυσφημούσε συνεχώς μέσω δικής του ιστοσελίδας στο διαδίκτυο, με αποτέλεσμα να δεχθούν ακυρώσεις συμβολαίων. Λόγω της συνεχούς οχληρίας, υπήρχε φόρτιση όταν είδαν τον παραπονούμενο να βιντεογραφεί υλικό για να το χρησιμοποιήσει, όπως οι ίδιοι εξέλαβαν, για αναβάθμιση της ιστοσελίδας του. Επίσης, αναφέρθηκε ότι τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας των Εφεσιβλήτων 1 και 2, θα είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις στην εταιρεία τους, η οποία χωρίς την καθημερινή παρουσία τους, ενδεχομένως να κατέρρεε, ιδιαίτερα λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατεί στην Κύπρο.

Τέλος ο συνήγορος των Εφεσιβλήτων τόνισε στο πρωτόδικο δικαστήριο ότι οι Εφεσίβλητοι ήταν από την αρχή έτοιμοι να παραδεχθούν κατηγορία για πραγματική σωματική βλάβη, αλλά η Κατηγορούσα Αρχή λόγω πιέσεων από τον παραπονούμενο δεν αποδέχθηκε πρόταση της υπεράσπισης για διαφοροποίηση του κατηγορητηρίου. Όμως τελικά η κατηγορία για βαριά σωματική βλάβη δεν αποδείχθηκε και οι Εφεσίβλητοι βρέθηκαν ένοχοι για κατηγορία που πάντοτε ήταν έτοιμοι να παραδεχθούν.

Ως προς τις εφέσεις 172/10 και 173/10 το μοναδικό θέμα που καλείται το Εφετείο να αποφασίσει, είναι κατά πόσον ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο ανέστειλε τη δεκάμηνη ποινή φυλάκισης των Εφεσιβλήτων 2 και 3.

Υποστηρίζοντας τον λόγο έφεσης, κατά της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ο Γενικός Εισαγγελέας, εισηγήθηκε ότι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την αναστολή. Θεώρησε ότι υπήρξε σφάλμα αρχής και κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο παρέλειψε να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει ορθά: (α) τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και την άσκηση βίας ώστε να διαφανούν οι επιπτώσεις των επιθετικών ενεργειών των Εφεσιβλήτων στον παραπονούμενο, (β) την ανυπαρξία μεταμέλειας και (γ) του παράγοντα πρόκλησης.

Η πρωτόδικη δικαστής εξετάζοντας το θέμα της αναστολής, ανέφερε τα εξής:-

«Ερχόμενη τώρα στο θέμα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε, έχοντας πάντα κατά νου τις πρόνοιες του Υφ’ Όρων Αναστολής Εκτέλεσης της Ποινής Φυλάκισης Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/03. Σύμφωνα με την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161, τα κριτήρια που μπορούν να ληφθούν υπόψη συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, (α) την σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου (γ) την διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειάς του. Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία όπως διατυπώθηκε στις αποφάσεις Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1974) 2 C.L.R. 45, Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου (1996) 2 Α.Α.Δ. 303 και την Τζιαουχάρη (ανωτέρω), κρίνω ότι υπάρχουν τέτοια περιστατικά στην υπόθεση, ιδιαίτερα η πρόκληση την οποία υπέστηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και τέτοιες προσωπικές περιστάσεις που να συνηγορούν υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής.

Το Δικαστήριο θα δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στους Κατηγορούμενους 1 και 2 να μάθουν να επιλύουν τις διαφορές τους ειρηνικά και όχι να παίρνουν τον Νόμο στα χέρια τους. Στο χέρι τους είναι να την εκμεταλλευτούν.

Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην 3ην Κατηγορία αναστέλλεται για δύο χρόνια.» (sic)

Έχουμε εξετάσει τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, αλλά δεν συμφωνούμε ότι η απόφαση του δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης των Εφεσιβλήτων 2 και 3 εμπεριέχει σφάλμα αρχής ή κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που είχε.

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, τόσο της αγγλικής όσο και της κυπριακής, ανασταλείσα ποινή φυλάκισης παραμένει ποινή φυλάκισης. Το μόνο που διαφοροποιείται είναι η εκτέλεση της, η οποία αναστέλλεται. Ο κύριος λόγος για αναστολή ποινής φυλάκισης είναι για να αποφευχθεί ο εγκλεισμός του κατηγορουμένου στη φυλακή (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus του Γ. Μ. Πική, σελ. 13).

Όπως ορθά αναφέρει και το πρωτόδικο δικαστήριο, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη απαριθμούνται στον ίδιο το Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του περί Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως της Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/72), όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την αναστολή εκτέλεσης της ποινής είναι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.

Το πρωτόδικο δικαστήριο στα πλαίσια του πρώτου πιο πάνω κριτηρίου, έλαβε υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος, τα κίνητρα διάπραξης του, καθώς και την πρόκληση που υπέστησαν οι Εφεσίβλητοι. Ως προς το δεύτερο κριτήριο, έλαβε υπόψη πρωτίστως το λευκό ποινικό τους μητρώο, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του καθενός, τις οποίες είχε καταγράψει σε άλλο σημείο της απόφασής του. Το δικαστήριο συνεκτιμώντας τους πιο πάνω παράγοντες, έκρινε ότι η ποινή μπορούσε να ανασταλεί.

Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής. Το καθήκον επιβολής ποινής βαρύνει το πρωτόδικο δικαστήριο και το Εφετείο δεν επεμβαίνει εκτός αν καταδειχθεί σφάλμα αρχής, κάτι που δεν έχει αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Μακρή ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 42). Δεν ευσταθεί το παράπονο του Εφεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος ώστε να φανούν οι επιπτώσεις στον παραπονούμενο. Αντίθετα, το πρωτόδικο δικαστήριο στη σελίδα 4 της απόφασής του, περιγράφει με λεπτομέρεια όλα τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος, από τα οποία δεν προέκυψε οποιαδήποτε περιπλοκή, γεγονός που το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει στην απόφασή του. Εν πάση περιπτώσει, σε περιπτώσεις αδικημάτων που χαρακτηρίζονται ως πλημμελήματα, εκείνο που έχει αυξημένη σημασία είναι αυτή καθ’ αυτή η άσκηση βίας, η οποία όπως ορθά τόνισε το πρωτόδικο δικαστήριο με αναφορά σε νομολογία, εξευτελίζει την προσωπικότητα του ατόμου που δέχεται την επίθεση.

Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αγνόησε ούτε την πρόκληση που δέχθηκαν οι Εφεσίβλητοι από την όλη συμπεριφορά του παραπονούμενου στην οποία απέδωσε τη δέουσα και όχι υπέρμετρη βαρύτητα. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:-

«Στην υπό κρίση υπόθεση δέχομαι ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν δεχθεί σοβαρές και συνεχείς προκλήσεις από τον Παραπονούμενο. Η μαγνητοφώνηση των πλείστων συνδιαλέξεων που ο Παραπονούμενος είχε με τον Κατηγορούμενο 1, χωρίς ο Κατηγορούμενος 1 να το γνωρίζει, στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης για το πρόβλημα που είχε προκύψει με την αγορά του σπιτιού, η δημοσιοποίηση των συνδιαλέξεων αυτών στο διαδίκτυο, οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι ψεύτες και παραπλανούν τον κόσμο και η δημοσίευση των ισχυρισμών αυτών καθώς και η παρενόχληση τόσο των πελατών των Κατηγορουμένων 1 και 2 αλλά και των εργασιών του σίγουρα δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η συμπεριφορά του Παραπονούμενου δεν μπορεί να απομονωθεί από την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα. Τέσσερεις κατασκοπευτικές κάμερες είχε ενεργοποίηση, η μια από αυτές μικροκάμερα καλά κρυμμένη στο σακάκι του, για να μετρήσει, κατά τον ισχυρισμό του, ειρηνικά το πεζοδρόμιο του σπιτιού που είχε αγοράσει και για να βγάλει φωτογραφίες.»

Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας, η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι οι προκλήσεις που δέχθηκαν οι Εφεσίβλητοι από τον παραπονούμενο «ήταν σοβαρές και συνεχείς», δεν ήταν εκτός του ορθού πλαισίου. Κατά την κρίση μας το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε ορθά τα στοιχεία της πρόκλησης ως μετριαστικό παράγοντα της σοβαρότητας του αδικήματος, εντάσσοντάς τον στα πλαίσια που χαράσσει η νομολογία ήτοι την ξαφνική και προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου, με αποτέλεσμα το άτομο να δράσει αντίθετα απ’ ό,τι επιβάλλει η λογική (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου (1997) 2 ΑΑΔ 17, Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 342 και Χ΄΄Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 468 στις οποίες υιοθετήθηκε η αγγλική προσέγγιση όπως διατυπώθηκε από τον Devlin, J, στην υπόθεση Duffy [1949] 1 All ER 932).

Ένα άλλο από τα επιχειρήματα του δικηγόρου του Εφεσείοντος, είναι ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον παράγοντα μεταμέλεια, ενώ από τα γεγονότα δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Η απάντηση των Εφεσιβλήτων ήταν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας οι Εφεσίβλητοι ήταν έτοιμοι να παραδεχθούν την ελαφρότερη κατηγορία. Επειδή δεν είναι ενώπιον μας όλα τα πρακτικά, δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε το τι ακριβώς είχε λεχθεί. Όμως το πρωτόδικο δικαστήριο, με την αναφορά του στη μεταμέλεια των Εφεσιβλήτων, στην ουσία αποδέχθηκε την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης και έλαβε υπόψη τις ομολογίες των Εφεσιβλήτων που έγιναν ενώπιον του κατά τη διάρκεια της λήψης της μαρτυρίας και οι οποίες επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της τελικής απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Επίσης, το πρωτόδικο δικαστήριο αποδέχθηκε την εισήγηση ότι η αναβάθμιση της κατηγορίας από τις εισαγγελικές αρχές, σε βαριά σωματική βλάβη, στέρησε τους Εφεσίβλητους τη δυνατότητα να παραδεχθούν από την αρχή κατηγορία για πρόκληση πραγματικής βλάβης. Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής. Η προσέγγιση του δικαστηρίου κατά την κρίση μας ήταν ορθή, υπό τις περιστάσεις που κατέστη αναγκαία η απόρριψη της αρχικής κατηγορίας και η τροποποίηση στη συνέχεια του κατηγορητηρίου.

Η επιλογή του πρωτόδικου δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή, δεν έχει καταδειχθεί ότι ήταν εσφαλμένη. Οι Εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το στοιχείο αυτό μαζί με το στοιχείο της πρόκλησης και τις υπόλοιπες προσωπικές τους περιστάσεις, τους προσέδιδε ισχυρή βάση για να αιτηθούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης (βλ. Sentencing in Cyprus του Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161).

Ερχόμαστε τώρα στην έφεση 171/10 που αφορά την επιβολή στον Εφεσίβλητο 1 ποινής προστίμου, αντί φυλάκισης. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Όπως ορθά διαπιστώνει το πρωτόδικο δικαστήριο, ο ρόλος του Εφεσίβλητου 3 ήταν αισθητά μειωμένος σε σύγκριση με τους άλλους δύο συγκατηγορούμενους του και δικαιολογείτο απόλυτα η διαφοροποίηση της ποινής που του επιβλήθηκε. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο Εφεσίβλητος 3 ψαχούλευσε τον παραπονούμενο, ενώ αυτός ήταν πεσμένος στο έδαφος, με σκοπό να εντοπίσει την κρυμμένη κάμερα την οποία και τελικά εντόπισε και έδωσε στον Εφεσίβλητο 2 ο οποίος την πέταξε. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι αν και ο Εφεσίβλητος 3 δεν κτύπησε τον παραπονούμενο, εντούτοις έλαβε μέρος στον κοινό σκοπό. Υπό αυτές τις περιστάσεις, τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης και στον Εφεσίβλητο 3, θα ήταν άδικη και λανθασμένη, εφόσον η δραστηριότητα του κατά τη διάρκεια του επεισοδίου ήταν δραστικά μειωμένη.

Οι τρεις εφέσεις απορρίπτονται.

Δ. ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.
Γ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.
Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ.

 

Source

Τράπεζας Κύπρου – Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ: Case 821/09: Date 24.01.13

0

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 821/2009

Μεταξύ:

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
Εναγόντων – Αιτητών

-και-

1.MICHAEL JOHN GOULD
2.Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ

Εναγομένων- Καθ΄ής η Αίτηση 2

Ημερ.: 24 Ιανουαρίου, 2013

Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες – Αιτητές: κ. Αλ. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε
Για εναγόμενη 2 – Καθ΄ής η Αίτηση: κα Ανδρέου για Α. KLYDES – TTC TEMPLE COURT CHAMBERS

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Σε αίτηση για την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον παραμερισμό (set aside) ή/ και τη διαγραφή ή/ και απόρριψη της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης)

Οι αιτητές με αίτηση δια κλήσεως εξαιτούνται διατάγματος το οποίο να διατάσσει τον παραμερισμό (set aside) ή/ και τη διαγραφή ή/ και την απόρριψη της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 2.

Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ. 48 Θ.Θ. 1-9, Δ. 19 Θ.Θ. 1-27, Δ. 21 Θ.Θ. 1-15 Δ. 25, Θ.Θ. 1 -6, Δ. 26 Θ.Θ. 1-15 , Δ. 27 Θ.Θ. 1-3, Δ. 57 Θ. 1-4, Δ. 64 Θ.1(1) -(3) και 2, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και του Κοινοδικαίου καθώς επίσης και οι συμφυείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. Μιχάλη Στυλιανού υπαλλήλου των εναγόντων – αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένου από τους ενάγοντες – αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Παραπέμπει στην απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου με ημερομηνία 8.06.2012 με το οποίο ενέκρινε την καταχώρηση τροποποιημένης έκθεσης υπερασπίσεως και ανταπαίτησης και καθόριζε χρόνο 10 ημερών εντός του οποίου θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί αλλά αυτή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα στις 26.06.2012 οπότε το διάταγμα του Δικαστηρίου έχει καταστεί αφ΄εαυτού άκυρο (ipso facto void).

Οι ενάγοντες – αιτητές πληροφορήθηκαν αυτό το γεγονός για πρώτη φορά στις 5.10.2012 στο Δικαστήριο όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση εφόσον το έγγραφο αυτό ούτε τους επιδόθηκε ούτε και τους δόθηκε καθ΄ οιονδήποτε άλλο τρόπο.

Εκ μέρους των εναγομένων – καθ΄ών η αίτηση 2 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως με την οποία αξιώνουν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Αυτή βασίζεται σε διάφορες δικονομικές διατάξεις, στο Σύνταγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση και Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

Σε αυτή προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:

(α) Οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο νόμος για τον παραμερισμό και/ή απόρριψη της τροποποιημένης υπεράσπισης δεν ικανοποιούνται στη παρούσα υπό εξέταση αίτηση,
(β) αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process), καθ΄ότι η διαγωγή των εναγόντων – αιτητών αποτελεί ασυγχώρητη και περιφρονητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας,
(γ) η αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά,
(δ) είναι ανυπόστατη και αδικαιολόγητη,
(ε) δεν εμπίπτει στα πλαίσια των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο θα μπορέσει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για παραμερισμό,
(στ) είναι καθυστερημένη και άνευ αιτιολογίας και δεν εμπίπτει στα πλαίσια των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο θα μπορέσει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα,
(ζ) τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση είναι αναληθή,
(η) οι ενάγοντες – αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Δικαστήριο.

Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο διευθύνων σύμβουλος των εναγομένων 2 – καθ΄ών η αίτηση κ. Μάριος Καραγιαννάς ο οποίος απορρίπτει το περιεχόμενο της αίτησης. Ισχυρίζεται ότι το διάβημα των εναγόντων – αιτητών είναι δρακόντειο τιμωρητικό μέτρο και σύμφωνα με τη πλούσια νομολογία μας θα πρέπει να αποφεύγεται και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται στην υπό εξέταση υπόθεση. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοια αιτήματα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου δεν επέφερε σε δυσμενή θέση τους ενάγοντες και δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ούτε υπήρχε εσκεμμένη πρόθεση του εναγομένου 2 για τη μη συμμόρφωση τους με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σε περίπτωση παραμερισμού και διαγραφής και απόρριψης της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ο εναγόμενος 2 δεν θα έχει το δικαίωμα να ακουστεί πράγμα το οποίο αντιβαίνει στα Συνταγματικά και Ευρωπαϊκά κατοχυρωμένα δικαιώματα για δίκαιη δίκη και απονομή δικαιοσύνης. Θα είναι δυσανάλογο μέτρο καθ΄ότι η παράλειψη εμπρόθεσμης καταχώρησης της δεν είναι τέτοιας φύσης και ουσιώδης παράλειψη που να δικαιολογεί την ακύρωση και παραμερισμό της. Είναι άνευ νομικής βάσης και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η αίτηση στερείται πραγματικού υπόβαθρου και δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες που δικαιολογείται η διαγραφή δικογράφων.

Σημειώνω ότι στους λόγους ένστασης δεν συμπεριλαμβάνεται κανένας λόγος ο οποίος να δίδει εξήγηση ή να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 2 όταν η εκδοθείσα απόφαση καθόριζε χρόνο καταχώρηση της εντός 10 ημερών από της έκδοσης της δηλαδή από 8.06.2012.

Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προσφέρθηκε από οποιονδήποτε των διαδίκων προφορική μαρτυρία ούτε και οι ενόρκως δηλούντες υποβλήθηκαν σε αντεξέταση. Επακόλουθα η διαδικασία διεξήχθη με επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι συνήγοροι με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων.

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις εισηγήσεις τους υιοθέτησαν και ανέπτυξαν περαιτέρω τους πιο πάνω λόγους που εκθέτουν αντίστοιχα στην αίτηση και στην ένσταση προβάλλοντας επιχειρήματα που προέρχονται από τη νομολογία και αυθεντίες. Σε επί μέρους ζητήματα των εισηγήσεων αυτών θα γίνει αναφορά όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου.

H NOMIKH ΠΤΥΧΗ:

Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.
2. If a party who has obtained an order for leave to amend does not amend accordingly within the time limited for that purpose by the order, or if no time is thereby limited, then within fifteen days from the date of the order, such order to amend shall, on the expiration of such limited time as aforesaid, or of such fifteen days, as the case may be, become ipso facto void, unless the time is extended by the Court or a Judge.

Η Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα εξής:
1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
4. No action or proceeding shall be to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.

Ο Κανονισμός 2 της Διαταγής 25 ο οποίος προβλέπει την προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να υπάρξει η συμμόρφωση προβλέπει τα ακόλουθα:

σε μετάφραση:

¨Αν διάδικος ο οποίος έχει πάρει διάταγμα για άδεια τροποποίησης δεν προβεί στην τροποποίηση βάσει του διατάγματος αυτού μέσα στο χρονικό διάστημα που καθορίζεται γι΄ αυτό το σκοπό από το διάταγμα, ή αν δεν καθορίζεται σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα, μέσα σε 15 μέρες από την ημερομηνία του διατάγματος, το διάταγμα που αφορά στην τροποποίηση, εφ΄ όσον εκπνεύσει το χρονικό διάστημα που καθορίζεται ως ανωτέρω, ή αυτό των 15 ημερών, ανάλογα με την περίπτωση, θα καθίσταται αφ΄ εαυτού άκυρο, εκτός αν ο χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο ή Δικαστή.¨

Η απόφαση Ελένη Σάββα Σάκκουλα και άλλου v. Αρέστη, (1989) 1 Α.Α.Δ. σελ. 355 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών, απόφαση την οποία εξέδωσε ο Δικαστής Αρτεμίδης σε αναφορά και στις αποφάσεις Λυσάνδρου v. Σχίζα κ.ά., (1979) 1 Α.Α.Δ. 267 και Ευαγόρου v. Χριστοδούλου κ.ά, (1982) 1 Α.Α.Δ. 771 είναι διαφωτιστική και για τούτο θα κάμω στη συνέχεια εκτενή παραπομπή σε αποσπάσματα της:

¨Στην πρώτη απόφαση … το Δικαστήριο αποφάνθηκε πως όταν καθορίζεται χρόνος για την εφαρμογή μιας διαταγής από το ίδιο το Δικαστήριο, τότε στη λήξη του χρόνου αυτού η διαταγή καθίσταται αφ΄ εαυτής άκυρη. Παρατίθεται το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: ¨Substitution of parties is permitted and /or regulated by Order 9,r.11, which sets out no limit for giving effect to an order there under. But, as the learned President who made the order appealed from pointed out, it is specifically stated in the White Book that under Order 16,r.13, of the Rules of the Supreme Court, which is the source and origin of our Order 9,r.11 such substitution must be made in compliance with the provisions of the English Order 28,r. 7, corresponding to our Order 25,r. 2. Accordingly on the expiry of the time limited by the President’s order this lapsed and all proceedings taken there under were void.” Η απόφαση αυτή υιοθετείται στην υπόθεση Ευαγόρου όπου γίνεται ειδική μνεία των προνοιών του Κανονισμού 2 της Διάταξης 25, σαν παράδειγμα περίπτωσης στην οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναβιώσει διάταγμα που κατέστη αφ΄ εαυτού άκυρο, μετά τη λήξη της χρονικής περιόδου που τέθηκε για την τροποποίηση, αντικείμενο του διατάγματος¨.

Στη συνέχεια δε της ίδιας απόφασης και απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο δικαιούται να παρατείνει το χρόνο που προβλέπεται στον Κανονισμό 2 της Διάταξης 25, ή του χρόνου που το ίδιο το Δικαστήριο έχει καθορίσει, μετά τη λήξη του, αποφάσισε ότι ¨το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια εξουσία και αυτό φαίνεται καθαρά από τη σχετική φράση του Κανονισμού ¨θα….. καθίσταται αφ΄ εαυτού (ipso facto) άκυρο, εκτός εάν ο χρόνος παραταθεί………………. κ.λ.π.¨

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος των 15 ημερών, ή αυτού που ορίζει το Δικαστήριο, το διάταγμα καθίσταται άκυρο, αν δεν γίνει η τροποποίηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο υφίσταται μόνο πριν την λήξη των 15 ημερών, ή του χρόνου που το ίδιο ορίζει, και όχι μετά που το Δικαστήριο καθίσταται ανενεργό, όταν το διάταγμα καταστεί άκυρο.¨

Στην απόφαση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου, (1991) 1 Α.Α.Δ. σελ. 945 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 951:

¨Η παρούσα περίπτωση διαφέρει από την περίπτωση παράλειψης καταχώρησης τροποποιημένης γραπτής πρότασης μέσα στην ταχθείσα προθεσμία γιατί εκεί, σύμφωνα με τη Δ. 25 κ. 2, με την εκπνοή της προθεσμίας εκείνης, το διάταγμα του Δικαστηρίου που επιτρέπει την τροποποίηση καθίσταται ipso facto άκυρο και επομένως εξαφανίζεται η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώρηση της γραπτής πρότασης (Lyssandrou v. Schiza (ανωτέρω).

Επειδή έγινε επίκληση και της Διαταγής 57 Θεσμός 2 η οποία παρέχει την ευχέρεια σε Δικαστήριο να διατάξει την παράταση χρόνου για να γίνει κάτι ή να αρχίσει κάποια διαδικασία, θα πρέπει να αναφέρω, ότι οι πρόνοιες αυτής της διάταξης δεν εφαρμόζονται εκεί όπου υφίσταται διαταγή για εκτέλεση πράξης προγενέστερης άλλης ή εκεί όπου εξέπνευσε ο χρόνος που χορηγήθηκε σε διάδικο για εκτέλεση πράξης, με αποτέλεσμα το άλλο διάδικο μέρος να αποκτήσει το δικαίωμα, το ίδιο πλέον, εκτέλεσης της πράξης εκείνης ή να αποταθεί με σχετική αίτηση για απόρριψη (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1952 σελ. 1371, επίσης τις αποφάσεις Evand Promotions κ.α. v. Frank Rutman, (Αρ.2) (1998) 1 (Δ) Α.Α.Δ. σελ. 2123, Χόππη v. Παναγή, (1993) 1 Α.Α.Δ. 140, Παπακόκκινου κ.α. v. Δήμου Πάφου (Αρ.2), (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1712 και Stabilad v. Stephens & Carter, (1998) 4 All E.R. 129). Και όλα τα πιο πάνω παρά την ευρύτητα της εξουσίας, η οποία παρέχεται, στον τομέα αυτό και η οποία τονίζεται σε σειρά αποφάσεων (όπως μεταξύ άλλων Eleftheriades & Another v. Another v. Mavrellis & Another, (1985) 1 C.L.R. 436, Αθανασιάδης v. Αλεξάνδρου, (1991) 1 Α.Α.Δ. 945).

Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου την οποία επικαλέστηκε η πλευρά της καθ’ ής η αίτηση κρίνω ότι δεν έχει θέση εν προκειμένω και παρά το ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες το Δικαστήριο ασκεί αυτή του την εξουσία και παρέχει παρατάσεις χρόνου, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς (βλ. Αυξεντίου v. Σάββα, (2003) 1 Α.Α.Δ. σελ. 1963). Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ v. Ουστά, (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 109 στη σελ. 112 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την αντίκριση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου:

¨Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 584. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει, λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας της ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από το νόμο και τους θεσμούς¨.

Όπως επεσήμανα και πιο πάνω η καθ΄ ής η αίτηση στην ένσταση της δεν δικαιολογεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο την παράλειψη της να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου εντός του χρόνου που είχε τεθεί. Παρατηρώ περαιτέρω ότι δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για εξασφάλιση διατάγματος για παράταση του χρόνου που έταξε το δικαστήριο. Το ζήτημα ετέθη για πρώτη φορά από την πλευρά των εναγόντων – αιτητών στην παρούσα, όπως φαίνεται και στο πρακτικό στις 5.10.2012 όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και για πρώτη φορά το είχε πληροφορηθεί ότι είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα το δικόγραφο.

Είναι προφανές ότι η έγκριση του αιτήματος και ο παραμερισμός της τροποποιημένης υπεράσπισης και της ανταπαίτησης δεν θα έχει καταλυτικά αποτελέσματα ούτε και εξουδετερώνει τον επιδιωκόμενο σκοπό εφόσον ήδη υπάρχει καταχωρημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση στον φάκελο της υπόθεσης για δε την ανταπαίτηση δεν εζητείτο οποιαδήποτε ουσιαστική τροποποίηση. Θα έλεγα όμως ότι ούτε και αποκλείεται η πλευρά της εναγομένης 2 να επανέλθει αν κρίνει αυτό σκόπιμο όπως είναι καλά καθιερωμένη νομολογιακή αρχή. Επομένως η παρούσα, δεν είναι η περίπτωση όπου η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου θα μπορούσε να εφαρμοστεί καθιστώντας αποτελεσματική την απονομή της δικαιοσύνης.

Έγινε επίκληση εκ μέρους της καθ΄ής η αίτηση των προνοιών της Διαταγής 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Κατά την άποψη μου όμως δεν συντρέχει στη περίπτωση εφαρμογή τους, καθ΄ότι η διόρθωση η οποία επιδιώκεται με τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορεί να αναχθεί σε απλή παρατυπία αλλά επιδιώκεται η ανασύσταση άκυρου δικονομικού μέτρου. Έτσι δεν υπάρχει εν προκειμένω οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να θεραπευθεί (βλ. Αθανασιάδης v. Aλεξάνδρου (ανωτέρω), Landbroke Group PLc κ.ά, v. Παπακόκκινου κ.ά. (1999) 1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1535, Panayiotis Georgiou (catering) Ltd κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 323).

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού (set aside) της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ημερομηνίας 26.06.2012 της εναγομένης 2.

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων – αιτητών και εναντίων της καθ΄ής η αίτηση – εναγομένης 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.

(Υπ.) ………………………
Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ.

Bank of Cyprus v. Karayiannas and Son: Case 821/2009: Interim Jan 2013

0
Bank of Cyprus v Christoforos Karayiannas & Son LTD

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 821/2009

Μεταξύ:

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ

Εναγόντων – Αιτητών

-και-

1.MICHAEL JOHN GOULD
2.Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ

Εναγομένων- Καθ΄ής η Αίτηση 2

Ημερ.: 24 Ιανουαρίου, 2013

Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες – Αιτητές: κ. Αλ. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε
Για εναγόμενη 2 – Καθ΄ής η Αίτηση: κα Ανδρέου για Α. KLYDES – TTC TEMPLE COURT CHAMBERS

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Σε αίτηση για την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον παραμερισμό (set aside) ή/ και τη διαγραφή ή/ και απόρριψη της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης)

Οι αιτητές με αίτηση δια κλήσεως εξαιτούνται διατάγματος το οποίο να διατάσσει τον παραμερισμό (set aside) ή/ και τη διαγραφή ή/ και την απόρριψη της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 2.

Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48 Θ.Θ. 1-9, Δ.19 Θ.Θ. 1-27, Δ.21 Θ.Θ. 1-15 Δ.25, Θ.Θ. 1 -6, Δ.26 Θ.Θ. 1-15 , Δ.27 Θ.Θ. 1-3, Δ.57 Θ. 1-4, Δ.64 Θ.1(1) -(3) και 2, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και του Κοινοδικαίου καθώς επίσης και οι συμφυείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. Μιχάλη Στυλιανού υπαλλήλου των εναγόντων – αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένου από τους ενάγοντες – αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Παραπέμπει στην απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου με ημερομηνία 8.06.2012 με το οποίο ενέκρινε την καταχώρηση τροποποιημένης έκθεσης υπερασπίσεως και ανταπαίτησης και καθόριζε χρόνο 10 ημερών εντός του οποίου θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί αλλά αυτή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα στις 26.06.2012 οπότε το διάταγμα του Δικαστηρίου έχει καταστεί αφ΄εαυτού άκυρο (ipso facto void).

Οι ενάγοντες – αιτητές πληροφορήθηκαν αυτό το γεγονός για πρώτη φορά στις 5.10.2012 στο Δικαστήριο όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση εφόσον το έγγραφο αυτό ούτε τους επιδόθηκε ούτε και τους δόθηκε καθ΄ οιονδήποτε άλλο τρόπο.

Εκ μέρους των εναγομένων – καθ΄ών η αίτηση 2 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως με την οποία αξιώνουν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Αυτή βασίζεται σε διάφορες δικονομικές διατάξεις, στο Σύνταγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση και Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

Σε αυτή προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:

(α) Οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο νόμος για τον παραμερισμό και/ή απόρριψη της τροποποιημένης υπεράσπισης δεν ικανοποιούνται στη παρούσα υπό εξέταση αίτηση,
(β) αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process), καθ΄ότι η διαγωγή των εναγόντων – αιτητών αποτελεί ασυγχώρητη και περιφρονητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας,
(γ) η αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά,
(δ) είναι ανυπόστατη και αδικαιολόγητη,
(ε) δεν εμπίπτει στα πλαίσια των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο θα μπορέσει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για παραμερισμό,
(στ) είναι καθυστερημένη και άνευ αιτιολογίας και δεν εμπίπτει στα πλαίσια των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο θα μπορέσει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα,
(ζ) τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση είναι αναληθή,
(η) οι ενάγοντες – αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Δικαστήριο.

Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο διευθύνων σύμβουλος των εναγομένων 2 – καθ΄ών η αίτηση κ. Μάριος Καραγιαννάς ο οποίος απορρίπτει το περιεχόμενο της αίτησης. Ισχυρίζεται ότι το διάβημα των εναγόντων – αιτητών είναι δρακόντειο τιμωρητικό μέτρο και σύμφωνα με τη πλούσια νομολογία μας θα πρέπει να αποφεύγεται και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται στην υπό εξέταση υπόθεση. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοια αιτήματα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου δεν επέφερε σε δυσμενή θέση τους ενάγοντες και δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ούτε υπήρχε εσκεμμένη πρόθεση του εναγομένου 2 για τη μη συμμόρφωση τους με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σε περίπτωση παραμερισμού και διαγραφής και απόρριψης της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ο εναγόμενος 2 δεν θα έχει το δικαίωμα να ακουστεί πράγμα το οποίο αντιβαίνει στα Συνταγματικά και Ευρωπαϊκά κατοχυρωμένα δικαιώματα για δίκαιη δίκη και απονομή δικαιοσύνης. Θα είναι δυσανάλογο μέτρο καθ΄ότι η παράλειψη εμπρόθεσμης καταχώρησης της δεν είναι τέτοιας φύσης και ουσιώδης παράλειψη που να δικαιολογεί την ακύρωση και παραμερισμό της. Είναι άνευ νομικής βάσης και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η αίτηση στερείται πραγματικού υπόβαθρου και δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες που δικαιολογείται η διαγραφή δικογράφων.

Σημειώνω ότι στους λόγους ένστασης δεν συμπεριλαμβάνεται κανένας λόγος ο οποίος να δίδει εξήγηση ή να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 2 όταν η εκδοθείσα απόφαση καθόριζε χρόνο καταχώρηση της εντός 10 ημερών από της έκδοσης της δηλαδή από 8.06.2012.

Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προσφέρθηκε από οποιονδήποτε των διαδίκων προφορική μαρτυρία ούτε και οι ενόρκως δηλούντες υποβλήθηκαν σε αντεξέταση. Επακόλουθα η διαδικασία διεξήχθη με επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι συνήγοροι με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων.

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις εισηγήσεις τους υιοθέτησαν και ανέπτυξαν περαιτέρω τους πιο πάνω λόγους που εκθέτουν αντίστοιχα στην αίτηση και στην ένσταση προβάλλοντας επιχειρήματα που προέρχονται από τη νομολογία και αυθεντίες. Σε επί μέρους ζητήματα των εισηγήσεων αυτών θα γίνει αναφορά όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου.

H NOMIKH ΠΤΥΧΗ:

Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.
2. If a party who has obtained an order for leave to amend does not amend accordingly within the time limited for that purpose by the order, or if no time is thereby limited, then within fifteen days from the date of the order, such order to amend shall, on the expiration of such limited time as aforesaid, or of such fifteen days, as the case may be, become ipso facto void, unless the time is extended by the Court or a Judge.

Η Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα εξής:
1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
4. No action or proceeding shall be to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.

Ο Κανονισμός 2 της Διαταγής 25 ο οποίος προβλέπει την προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να υπάρξει η συμμόρφωση προβλέπει τα ακόλουθα:

σε μετάφραση:

¨Αν διάδικος ο οποίος έχει πάρει διάταγμα για άδεια τροποποίησης δεν προβεί στην τροποποίηση βάσει του διατάγματος αυτού μέσα στο χρονικό διάστημα που καθορίζεται γι΄ αυτό το σκοπό από το διάταγμα, ή αν δεν καθορίζεται σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα, μέσα σε 15 μέρες από την ημερομηνία του διατάγματος, το διάταγμα που αφορά στην τροποποίηση, εφ΄ όσον εκπνεύσει το χρονικό διάστημα που καθορίζεται ως ανωτέρω, ή αυτό των 15 ημερών, ανάλογα με την περίπτωση, θα καθίσταται αφ΄ εαυτού άκυρο, εκτός αν ο χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο ή Δικαστή.¨

Η απόφαση Ελένη Σάββα Σάκκουλα και άλλου v. Αρέστη, (1989) 1 Α.Α.Δ. σελ. 355 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών, απόφαση την οποία εξέδωσε ο Δικαστής Αρτεμίδης σε αναφορά και στις αποφάσεις Λυσάνδρου v. Σχίζα κ.ά., (1979) 1 Α.Α.Δ. 267 και Ευαγόρου v. Χριστοδούλου κ.ά, (1982) 1 Α.Α.Δ. 771 είναι διαφωτιστική και για τούτο θα κάμω στη συνέχεια εκτενή παραπομπή σε αποσπάσματα της:

¨Στην πρώτη απόφαση … το Δικαστήριο αποφάνθηκε πως όταν καθορίζεται χρόνος για την εφαρμογή μιας διαταγής από το ίδιο το Δικαστήριο, τότε στη λήξη του χρόνου αυτού η διαταγή καθίσταται αφ΄ εαυτής άκυρη. Παρατίθεται το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: ¨Substitution of parties is permitted and /or regulated by Order 9,r.11, which sets out no limit for giving effect to an order there under. But, as the learned President who made the order appealed from pointed out, it is specifically stated in the White Book that under Order 16,r.13, of the Rules of the Supreme Court, which is the source and origin of our Order 9,r.11 such substitution must be made in compliance with the provisions of the English Order 28,r. 7, corresponding to our Order 25,r. 2. Accordingly on the expiry of the time limited by the President’s order this lapsed and all proceedings taken there under were void.” Η απόφαση αυτή υιοθετείται στην υπόθεση Ευαγόρου όπου γίνεται ειδική μνεία των προνοιών του Κανονισμού 2 της Διάταξης 25, σαν παράδειγμα περίπτωσης στην οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναβιώσει διάταγμα που κατέστη αφ΄ εαυτού άκυρο, μετά τη λήξη της χρονικής περιόδου που τέθηκε για την τροποποίηση, αντικείμενο του διατάγματος¨.

Στη συνέχεια δε της ίδιας απόφασης και απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο δικαιούται να παρατείνει το χρόνο που προβλέπεται στον Κανονισμό 2 της Διάταξης 25, ή του χρόνου που το ίδιο το Δικαστήριο έχει καθορίσει, μετά τη λήξη του, αποφάσισε ότι ¨το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια εξουσία και αυτό φαίνεται καθαρά από τη σχετική φράση του Κανονισμού ¨θα….. καθίσταται αφ΄ εαυτού (ipso facto) άκυρο, εκτός εάν ο χρόνος παραταθεί………………. κ.λ.π.¨

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος των 15 ημερών, ή αυτού που ορίζει το Δικαστήριο, το διάταγμα καθίσταται άκυρο, αν δεν γίνει η τροποποίηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο υφίσταται μόνο πριν την λήξη των 15 ημερών, ή του χρόνου που το ίδιο ορίζει, και όχι μετά που το Δικαστήριο καθίσταται ανενεργό, όταν το διάταγμα καταστεί άκυρο.¨

Στην απόφαση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου, (1991) 1 Α.Α.Δ. σελ. 945 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 951:

¨Η παρούσα περίπτωση διαφέρει από την περίπτωση παράλειψης καταχώρησης τροποποιημένης γραπτής πρότασης μέσα στην ταχθείσα προθεσμία γιατί εκεί, σύμφωνα με τη Δ.25 κ. 2, με την εκπνοή της προθεσμίας εκείνης, το διάταγμα του Δικαστηρίου που επιτρέπει την τροποποίηση καθίσταται ipso facto άκυρο και επομένως εξαφανίζεται η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώρηση της γραπτής πρότασης (Lyssandrou v. Schiza (ανωτέρω).

Επειδή έγινε επίκληση και της Διαταγής 57 Θεσμός 2 η οποία παρέχει την ευχέρεια σε Δικαστήριο να διατάξει την παράταση χρόνου για να γίνει κάτι ή να αρχίσει κάποια διαδικασία, θα πρέπει να αναφέρω, ότι οι πρόνοιες αυτής της διάταξης δεν εφαρμόζονται εκεί όπου υφίσταται διαταγή για εκτέλεση πράξης προγενέστερης άλλης ή εκεί όπου εξέπνευσε ο χρόνος που χορηγήθηκε σε διάδικο για εκτέλεση πράξης, με αποτέλεσμα το άλλο διάδικο μέρος να αποκτήσει το δικαίωμα, το ίδιο πλέον, εκτέλεσης της πράξης εκείνης ή να αποταθεί με σχετική αίτηση για απόρριψη (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1952 σελ. 1371, επίσης τις αποφάσεις Evand Promotions κ.α. v. Frank Rutman, (Αρ.2) (1998) 1 (Δ) Α.Α.Δ. σελ. 2123, Χόππη v. Παναγή, (1993) 1 Α.Α.Δ. 140, Παπακόκκινου κ.α. v. Δήμου Πάφου (Αρ.2), (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1712 και Stabilad v. Stephens & Carter, (1998) 4 All E.R. 129). Και όλα τα πιο πάνω παρά την ευρύτητα της εξουσίας, η οποία παρέχεται, στον τομέα αυτό και η οποία τονίζεται σε σειρά αποφάσεων (όπως μεταξύ άλλων Eleftheriades & Another v. Another v. Mavrellis & Another, (1985) 1 C.L.R. 436, Αθανασιάδης v. Αλεξάνδρου, (1991) 1 Α.Α.Δ. 945).

Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου την οποία επικαλέστηκε η πλευρά της καθ’ ής η αίτηση κρίνω ότι δεν έχει θέση εν προκειμένω και παρά το ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες το Δικαστήριο ασκεί αυτή του την εξουσία και παρέχει παρατάσεις χρόνου, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς (βλ. Αυξεντίου v. Σάββα, (2003) 1 Α.Α.Δ. σελ. 1963). Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ v. Ουστά, (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 109 στη σελ. 112 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την αντίκριση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου:

¨Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 584. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει, λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας της ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από το νόμο και τους θεσμούς¨.

Όπως επεσήμανα και πιο πάνω η καθ΄ ής η αίτηση στην ένσταση της δεν δικαιολογεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο την παράλειψη της να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου εντός του χρόνου που είχε τεθεί. Παρατηρώ περαιτέρω ότι δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για εξασφάλιση διατάγματος για παράταση του χρόνου που έταξε το δικαστήριο. Το ζήτημα ετέθη για πρώτη φορά από την πλευρά των εναγόντων – αιτητών στην παρούσα, όπως φαίνεται και στο πρακτικό στις 5.10.2012 όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και για πρώτη φορά το είχε πληροφορηθεί ότι είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα το δικόγραφο.

Είναι προφανές ότι η έγκριση του αιτήματος και ο παραμερισμός της τροποποιημένης υπεράσπισης και της ανταπαίτησης δεν θα έχει καταλυτικά αποτελέσματα ούτε και εξουδετερώνει τον επιδιωκόμενο σκοπό εφόσον ήδη υπάρχει καταχωρημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση στον φάκελο της υπόθεσης για δε την ανταπαίτηση δεν εζητείτο οποιαδήποτε ουσιαστική τροποποίηση. Θα έλεγα όμως ότι ούτε και αποκλείεται η πλευρά της εναγομένης 2 να επανέλθει αν κρίνει αυτό σκόπιμο όπως είναι καλά καθιερωμένη νομολογιακή αρχή. Επομένως η παρούσα, δεν είναι η περίπτωση όπου η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου θα μπορούσε να εφαρμοστεί καθιστώντας αποτελεσματική την απονομή της δικαιοσύνης.

Έγινε επίκληση εκ μέρους της καθ΄ής η αίτηση των προνοιών της Διαταγής 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Κατά την άποψη μου όμως δεν συντρέχει στη περίπτωση εφαρμογή τους, καθ΄ότι η διόρθωση η οποία επιδιώκεται με τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορεί να αναχθεί σε απλή παρατυπία αλλά επιδιώκεται η ανασύσταση άκυρου δικονομικού μέτρου. Έτσι δεν υπάρχει εν προκειμένω οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να θεραπευθεί (βλ. Αθανασιάδης v. Aλεξάνδρου (ανωτέρω), Landbroke Group PLc κ.ά, v. Παπακόκκινου κ.ά. (1999) 1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1535, Panayiotis Georgiou (catering) Ltd κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 323).

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού (set aside) της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ημερομηνίας 26.06.2012 της εναγομένης 2.

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων – αιτητών και εναντίων της καθ΄ής η αίτηση – εναγομένης 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.

(Υπ.) ………………………
Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ.
Source

 

Appeal Case 365/2006 22.10.2012

0

ΚΛΙΜΑΚΑ:€500.000 – €2.000.000

Αριθ. 28-ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ ΕΦΕΣΕΩΣ (Ο.35,r3)

Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου

Κατ’ έφεσιν εκ του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 365/2006

Μεταξύ:

CHRISTOFOROS KARAGIANNAS & SONS, εκ Παραλιμνίου

ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ/ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ

-και-

  1. CORNELIUS DESMOND O’ DWYER, εξ Αγγλίας

  2. MICHAELLA MARGARET O’DWYER, εξ Αγγλίας

ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ/ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΩΝ

ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 24/3/2010

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

ΑΓΩΓΗ ΑΡ.365/2006

Μεταξύ:

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ, εκ Παραλιμνίου

ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ/ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ

-και-

  1. CORNELIUS DESMOND O’ DWYER, εξ Αγγλίας

  2. MICHAELLA MARGARET O’DWYER, εξ Αγγλίας

ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ/ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΩΝ

Έστω εις γνώσιν υμών ότι oι Εναγόμενοι δια της παρούσης εφεσιβάλλουν την απόφαση (ή διαταγή) την δοθείσαν εν την άνω αγωγή κατά την 11/9/2012, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται εις την παρούσα ειδοποίηση.

Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι η έφεσις τους είναι εναντίον ολοκλήρου της εν λόγω αποφάσεως (ή διαταγής).

ή

Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι η έφεσις τους είναι εναντίον του μέρους εκείνου της έν λόγω αποφάσεως (ή διαταγής) δι’ού αποφασίζεται (ή διατάσσεται):

  1. Η απαίτηση των Εναγόντων σε σχέση με τις αποζημιώσεις, λόγω δυσφήμισης και διά της οποίας το Δικαστήριο απεφάσισε υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €60.000,00, πλέον νόμιμο τόκο, καθώς επίσης το μέρος της απόφασης που έκδοσε διάταγμα το Δικαστήριο με το οποίο απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 να χρησιμοποιεί την ιστοσελίδα www.lyingbuilder.com και να διαφημίζει κείμενα που αφορούν τους Ενάγοντες, τον κον Μάριο Καραγιαννά και/ή οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα που έχουν σχέση με τους Ενάγοντες.

  1. Το μέρος της απόφασης που σχετίζεται με την ανταπαίτηση των Εναγομένων και συγκεκριμένα με το ύψος των αποζημιώσεων που έχει δώσει το Δικαστήριο, αναφορικά με τις αποζημιώσεις που προέκυψαν από την διαφορά, μεταξύ της τιμής πώλησης των ΛΚ163.000,00 και της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Το Δικαστήριο επιδίκασε μόνο €28.500,00 αντί €119.698,00.

2 (α) Το μέρος της απόφαση στην ανταπαίτηση που απορρίφθηκε από το Δικαστήριο η απαίτηση των Εναγομένων για:

i. €18.000,00, ως πραγματικά έξοδα,

ιι. €93.372,19, ως ενοίκια για το σπίτι τους στην Αγγλία,

  1. 2.526,90, ως δικηγορικά έξοδα,

  1. τιμωρητικές αποζημιώσεις

  1. αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη

3. Το μέρος της απόφασης που επιδικάζει έξοδα εναντίον του Εναγομένου 1 και δεν επιδικάζει έξοδα υπέρ της Εναγομένης 2, καθώς επίσης το μέρος της απόφασης του που αποφασίζει τον τρόπο που θα καταβληθούν τα έξοδα, ενόψει της ύπαρξης πιστοποιητικού νομικής αρωγής.

Διεύθυνση επιδόσεως: Το Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Γεωργιάδης & Μυλωνάς, Γωνία Αγίου Παύλου & Κάδμου αρ.2, Wisdom Tower, 3ος όροφος, 1105 Λευκωσία, Τ.Κ.24144, 1701 Λευκωσία, Θυρίδα Δικαστηρίου 179.

(Υπογρ.) Γεωργιάδης & Μυλωνάς

Δικηγόροι Εναγομένων/Εφεσειόντων

Προς: Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ

Karayiannas Shopping Center

1ος όροφος, Γρ.1, Γρίβα Διγενή αρ.152

5281 Παραλίμνι, Τηλ.23743553

*Ενάγων ή Εναγόμενος, ως ή εκάστοτε περίπτωσις.

Διαγράψετε εάν δεν χρειάζεται.

Δηλώσατε τους όρους του μέρους εκείνου της αποφάσεως ή διαταγής δια τον οποίον γίνεται παράπονον.

Περαιτέρω δε έστω εις γνώσιν υμών ότι οι λόγοι της εφέσεως του και τα αιτιολογικά τούτων είναι:

ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

  1. Το Σεβαστό Πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε νομικώς και/ή διαδικαστικώς και/ή περιέπεσε σε πλάνη περί τον Νόμο:

Αιτιολογία

(α) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα εφάρμοσε και/ή παρερμήνευσε την ισχύουσα νομολογία που ετέθη ενώπιον του, αναφορικά με την απαίτηση για δυσφήμιση, καθώς και τις αρχές οι οποίες διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων λόγω δυσφήμισης και ιδιαίτερα, το Δικαστήριο παρέλειψε να ακολουθήσει την σύγχρονη τάση των Δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, να περιορίζει το δικαίωμα στην φήμη προς όφελος της ελευθερίας της έκφρασης.

(β) Το Δικαστήριο φαίνεται να αυτοκαθοδηγήθηκε λανθασμένα από τα όσα ανέφερε η μειοψηφία στην υπόθεση ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, αγνοώντας τα όσα αναφέρθηκαν από την πλειοψηφία και τα οποία είναι δεσμευτικά ως προηγούμενο (precedent) για τα Επαρχιακά Δικαστήρια.

(γ) Τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου ως προς το μέγεθος της ζημιάς και το πόσο εκτεταμένη ήταν η δημοσιοποίηση των κειμένων στην ιστοσελίδα www.lyingbuilder.com, στηριζόταν σε υποθέσεις και όχι σε πραγματική μαρτυρία που είχε ενώπιον του και στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.

(δ) Το Δικαστήριο παραγνώρισε το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 για περίπου ένα έτος μετά από την ισχυριζόμενη δυσφήμιση, δεν είχε αναρτημένα τα επίδικα κείμενα στο διαδίκτυο και ότι άλλοι παράγοντες τον ώθησαν μεταγενέστερα να ανεβάσει κείμενο, όπως η πώληση του σπιτιού του σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να εκδοθεί προηγούμενη απόφαση από το Δικαστήριο και χωρίς να αποσυρθεί το Συμβόλαιο του από το Κτηματολόγιο, καθώς επίσης το γεγονός ότι οι Ενάγοντες τον κτύπησαν δύο φορές, με αποτέλεσμα να εμπλακεί σε άλλες ατέρμονες διαδικαστικές διαδικασίες, που του προκάλεσαν πολλή ταλαιπωρία, έξοδα και ψυχική οδύνη.

(ε) Το Δικαστήριο κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η Υπεράσπιση του αληθούς δημοσιεύματος, ενόψει του ότι τα συμπεράσματα του δεν βασίζονταν στην μαρτυρία που είχε ενώπιον του και την ισχύουσα Νομολογία και η κατάληξη του βασίζεται σε υποθέσεις και όχι σε γεγονότα που είχε ενώπιον του. Επίσης το δικαστήριο κακώς δεν εξετάζει την υπεράσπιση του προνομιούχου δημοσιεύματος.

(στ) Το Δικαστήριο κακώς απέρριψε την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, αγνοώντας την πρόσφατη Νομολογία που είχε ενώπιον του. Το Δικαστήριο αγνόησε το ότι, ένας μέσος αναγνώστης της ιστοσελίδας θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι ο Εναγόμενος 1 εκφράζει την άποψη του βασιζόμενος στην εμπειρία που είχε με τους Ενάγοντες ως πελάτης. Το Δικαστήριο αγνόησε παντελώς την παραπομπή σε παρόμοιες υποθέσεις που αφορούν δημοσιεύσεις κειμένων μέσω ιστοσελίδας, γνωστές ως «gripe sites», όπου τα Δικαστήρια θεωρούν ότι τα όσα εκφράζουν οι καταναλωτές, έστω και υπερβολικά δεν αποτελούν δυσφήμιση, αλλά έκφραση γνώμης που στηρίζεται στις εμπειρίες τους.

(ζ) Το Δικαστήριο κατά τρόπο αντιφατικό από τη μια αποφάσισε ότι ήταν παράνομος ο τερματισμός του πωλητηρίου εγγράφου από τους Ενάγοντες και ότι πράγματι πωλήθηκε το σπίτι από αυτούς, ενώ οι ίδιοι προσπάθησαν επίμονα να ισχυριστούν ψευδώς στο Δικαστήριο ότι δεν πρόκειται περί πώλησης, και από την άλλη απεφάσισε ότι οι αναφορές του Εναγομένου 1 στην ιστοσελίδα του www.lyingbuilder.com, αποτελούν δυσφήμιση, αγνοώντας μάλιστα όλη τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του το δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες είπαν αρκετά ψέματα.

(η) Το Δικαστήριο κακώς επιδίκασε το υπέρογκο ποσό των €60.000,00 εναντίον του Εναγόμενου 1, σε αντίθεση με τα χαμηλά ποσά που συνηθίζεται να δίνονται σε Κυπριακά Δικαστήρια σε άλλες υποθέσεις. Το Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη ως προς την μεθοδολογία υπολογισμού των αποζημιώσεων για δυσφήμιση και/ή αυτοκαθοδηγήθηκε λανθασμένα.

(θ) Το δικαστήριο βρισκόταν σε νομική πλάνη όταν επιδίκαζε αποζημειώσεις και τόκους υπέρ των Εναγόντων και έκανε τους υπολογισμούς του ως ο διάδικος να ήταν φυσικό πρόσωπο και όχι νομικό πρόσωπο, παραβλέποντας όλη την σχετική νομολογία επί του θέματος.

(ι) Το δικαστήριο έσφαλε νομικώς και/η διαδικαστικώς όταν στα πλαίσια της απόφασης του για την δυσφήμιση και/η για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων για δυσφήμιση, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν ήταν δικογραφημένα, ως προβλέπεται από την νομολογία, τους θεσμούς και την σύνηθη πρακτική στις περιπτώσεις αυτές και/ή δεν ήταν δικογραφημένα ορθά.

(κ) Το Δικαστήριο κακώς δεν έλαβε υπόψη του για σκοπούς υπολογισμού των αποζημιώσεων υπερ των εναγομένων την αγοραία αξία του ακινήτου τους στις 30/5/2007, όπου ήταν και ο χρόνος που αποφάσισαν οι Εναγόμενοι να εγκαταλείψουν την απαίτηση τους για ειδική εκτέλεση, κατά παράβαση τους ισχύουσας Νομολογίας, με αποτέλεσμα να τους αποδώσει μόνο €28.500,00 αποζημιώσεις.

(λ) Το Δικαστήριο κακώς δεν επιδίκασε τα πραγματικά έξοδα που ζήτησαν οι Εναγόμενοι, παρά του ότι είχε μαρτυρία ενώπιον του για τα ποσά, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη.

(μ) Το Δικαστήριο κακώς απέρριψε το αίτημα των Εναγομένων να τους δοθούν τα ενοίκια που πλήρωσαν για την διαμονή τους στην Αγγλία, λόγω τους πώλησης τους οικίας τους, παρόλο που το Δικαστήριο αναγνώριζε ότι είναι ποσό που δικαιούνται να πάρουν. Το Δικαστήριο βρισκόταν σε νομική πλάνη, καθώς επίσης πλάνη περί των γεγονότων, όταν αποφάσισε ότι δεν μπορούν να πάρουν αποζημίωση για ενοίκια οι Εναγόμενοι, διότι δεν έπρεπε να πωλήσουν το σπίτι τους μετά που πήραν την επιστολή ημερ.9/3/2006. Το Δικαστήριο αγνοεί ότι οι Εναγόμενοι ξεκίνησαν την διαδικασία πώλησης του σπιτιού τους, όταν αποφάσισαν να μετακομίσουν στην Κύπρο και δεσμεύτηκαν στην αγορά του επίδικου ακινήτου, η οποία ολοκληρώθηκε μετά την αποστολή εκείνης της επιστολής. Οι Εναγόμενοι δεν αποδέχθηκαν τον τερματισμό και διεκδικούσαν, εκτός από αποζημιώσεις, ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, διότι ήταν αναγκαίο να πωλήσουν το σπίτι τους για να έχουν τα λεφτά για την εξόφληση του επίδικου ακινήτου, χωρίς να χρειάζεται να πάρουν δάνειο.

(ν) Το Δικαστήριο κακώς δεν έκδοσε απόφαση για τα πραγματικά έξοδα υπέρ των Εναγομένων, παρά του ότι υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του και παρόλο που τα ποσά περιγράφονταν στα δικόγραφα, με την δικαιολογία ότι στο αιτητικό της ανταπαίτησης δεν περιλήφθηκαν οποιαδήποτε έξοδα, εφόσον τέτοια θέση βρίσκεται αντίθετη με την ισχύουσα Νομολογία. Περαιτέρω το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι ζημιές δεν είναι εξειδικευμένες και δεν συνδέονται με τις ανάγκες της υπόθεσης, αγνοώντας το ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί τα ποσά από τους Ενάγοντες στο στάδιο της αντεξέτασης, καθώς επίσης αναλύονται σε κατάσταση που παρέδωσε η Εναγόμενη 2. Περαιτέρω το δικαστήριο κακώς απέρριψε τα δικηγορικά έξοδα για το ποσό των €2.526,90 σε σχέση με την ετοιμασία το πωλητήριου εγγράφου.

Επίσης το δικαστήριο κακώς δεν έδωσε αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη, παρά του ότι τέτοιου είδους αποζημιώσεις δίνονται σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με την νομολογία.

(ξ) Το Δικαστήριο κακώς επιδίκασε έξοδα εναντίον του Εναγομένου 1 σε σχέση με τη δυσφήμιση και/ή δεν εξάσκησε δικαστικά την διακριτική του ευχέρεια, παρά του ότι η γενεσιουργός αιτία της δικαστικής διαδικασίας ήταν η παράνομη συμπεριφορά των Εναγόντων να τερματίσουν την Συμφωνία, κατά παράβαση της Συμφωνίας πώλησης, κάτι για το οποίο το Δικαστήριο δικαίωσε τους Εναγόμενους. Το δικαστήριο κακώς δεν έδωσε έξοδα υπέρ τους Εναγομένης 2, παρά του ότι απορρίφθηκε η απαίτηση για λίβελλο εναντίον της.

Περαιτέρω το Δικαστήριο, παρέλειψε να λάβει υπόψη του την συμπεριφορά των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων, την αυθαίρετη πώληση της οικίας τους σε άλλον και τον ξυλοδαρμό του Εναγομένου 1 δύο φορές, συμπεριφορές που προκάλεσαν τον Εναγόμενο 1 να δημοσιεύσει την εμπειρία του στην ιστοσελίδα που είχε δημιουργήσει. Εν πάση περιπτώσει έστω και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο ορθά επιδίκασε έξοδα εναντίον του, κακώς δεν προβλέπεται στην απόφαση του ότι τα ποσά αυτά θα καταβληθούν από το κράτος, εφόσον έχει δοθεί νομική αρωγή στον Εναγόμενο 1.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη και/ή ανεπαρκή αξιολόγηση της μαρτυρίας και/ή διακατέχετο από προκατάληψη εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή είχε προαποφασίσει για την αξιοπιστία τους και/ή δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη στοιχεία της μαρτυρίας και/ή έλαβε υπόψη του επουσιώδη στοιχεία της μαρτυρίας και/ή έσφαλε νομικώς και/ή διαδικαστικώς και/ή περιέπεσε σε πλάνη σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα και/ή παρερμήνευσε τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την Νομολογία.

Αιτιολογία

(α) Το Δικαστήριο φαίνεται να αντιμετωπίζει με προκατάληψη την αξιοπιστία και τον χαρακτήρα των Εναγομένων και/ή να είχε προαποφασίσει την αξιοπιστία τους ως μάρτυρες, ενόψει των όσων το Δικαστήριο ανέφερε στην υπόθεση αρ. 927/2007, όπου απέδωσε στον Εναγόμενο 1 στη σελ. 18, πιθανή εγκληματική ενέργεια, ενόψει του ότι μαγνητοφώνησε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και τις κυκλοφόρησε στο διαδύκτιο και μάλιστα παρέπεμψε τα πρακτικά στην αστυνομία, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγομένου 1.

(β) Συγκεκριμένα ο Πρωτόδικος Δικαστής Οικονόμου στην υπόθεση 927/2007, ανέφερε σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 στην παρούσα υπόθεση, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

“….. η παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων και ειδικά η παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων δημιουργεί απευθείας εκ του Συντάγματος αγώγιμο δικαίωμα. Παράλληλα δε, πρόκειται για ποινικό αδίκημα …..”

“…. Τίθεται γιατί θεωρώ σκόπιμο να κοινοποιηθεί η παρούσα στον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για περαιτέρω, κατά την κρίση του, διερεύνηση ποινικής ευθύνης ……..” Δηλαδή εναντίον του Εναγομένου 1.

Η πιο πάνω Αγωγή ήταν Αγωγή μεταξύ των ιδίων μερών και συγκεκριμένα ήταν απαίτηση της Εταιρείας Καραγιαννά για δυσφήμιση εναντίον του Εναγομένου 1 και απορρίφθηκε λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, ενόψει του ότι διεκδικούσαν τις ίδιες θεραπείες δυσφήμισης με αυτές που διεκδικούσαν μέσω της 365/2006.

(γ) Η προκατάληψη του Δικαστηρίου σε σχέση με τον χαρακτήρα και την αξιοπιστία των Εναγόμενων, διαφαίνεται και από τον τρόπο που προσπάθησε το Δικαστήριο να αιτιολογήσει τη μη αποδοχή της μαρτυρίας τους, στην αρχή της απόφασης του, καθώς επίσης σε άλλα σημεία κατά τα οποία επυφυλασσόμαστε να υποδείξουμε στο Δικαστήριο στο στάδιο της Ακρόασης της Έφεσης.

(δ) Το Δικαστήριο κακώς είχε εκλάβει την ψυχική οδύνη και ταλαιπωρία των Εναγομένων και την προσπάθεια τους να βρουν το δίκαιο τους, ως ένδειξη για το ότι δεν λένε την αλήθεια στο Δικαστήριο, παραβλέποντας το ότι, όσα παρέθεσε ο Εναγόμενος 1, υποστηρίζονται από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία και ότι στο στάδιο της αντεξέτασης, ήταν σταθερός, δεν είχε περιπέσει σε αντιφάσεις και δεν απέφευγε να απαντήσει ευθέως σε όλες τις ερωτήσεις που του υπέβαλλαν οι δικηγόροι των Εναγόντων.

(ε) Το Δικαστήριο κακώς θεώρησε τους μάρτυρες των Εναγόντων ως αξιόπιστους, παρά του ότι στο στάδιο της αντεξέτασης ως διαφαίνεται από τα πρακτικά περιέπεσαν σε πολλές αντιφάσεις, δεν απαντούσαν και/ή απέφευγαν να απαντήσουν ευθέως στις ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο. Περαιτέρω το Δικαστήριο κακώς δεν έλαβε υπόψη του τις δηλώσεις που έκαναν οι Ενάγοντες κατά την διάρκεια της μαρτυρίας τους και οι οποίες συγκρούονταν με άλλες δηλώσεις που προσπάθησαν να προωθήσουν για τα ίδια θέματα σε άλλες διαδικασίες, είτε μέσω προφορικής μαρτυρίας, ή γραπτών δηλώσεων, ή ενόρκων δηλώσεων, κάτι που το Δικαστήριο είχε ενώπιον του ως μαρτυρία.

ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΦΕΣΗΣ

3. Η απόφαση και/ή τα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είναι αιτιολογημένα και/ή επαρκώς αιτιολογημένα ως σαφώς ορίζει το Άρθρο 30(2) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και η Νομολογία.

Αιτιολογία

(α) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να δώσει ουσιαστικούς και/ή επαρκείς λόγους που το οδήγησαν στο να μην ακολουθήσει την νομολογία που παρέθεσαν οι Ενάγοντες μέσω της αγόρευσης τους. Ειδικότερα, κακώς δεν αιτιολόγησε και/ή παρέλειψε να εξηγήσει γιατί δεν έλαβε καθόλου υπόψη την νομολογία που αφορά την Δυσφήμιση και τις αποζημιώσεις, λόγω παράνομου τερματισμού του Πωλητήριου Εγγράφου και την νομολογία σε σχέση με τις αποζημιώσεις σε περίπτωση παράβαση συμφωνίας.

(β) Το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε καθόλου και/ή επαρκώς, γιατί δεν απέδωσε την δέουσα βαρύτητα στην μαρτυρία των Εναγόμενων.

(γ) Το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε και/ή δεν αιτιολόγησε επαρκώς τα ευρήματα του, αναφορικά με τα γεγονότα και τα νομικά σημεία.

(Περαιτέρω λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την ακρόαση της Έφεσης)

(Υπογρ.) Γεωργιάδης & Μυλωνάς

Δικηγόροι Εναγομένων/Εφεσειόντων

Καταχωρήθηκε την / /2012

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής

Criminal Fraud Case 19/2011: Date 10.09.2012

0

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 19/2011
(ΣΧ. ΜΕ 20/2011)

ΜΕΤΑΞΥ

CORNELIUS DESMOND O’DWYER

Εφεσείοντα

KAI

1. CHRISTOFOROS KARAYIANNAS & SONS
2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ
3. ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ
4. MICHELLE McDONALD

Εφεσιβλήτων

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 20/2011
(ΣΧ. ΜΕ 19/2011)

ΜΕΤΑΞΥ

MICHAELLA MARGARET O’DWYER

Εφεσείουσας

KAI

1. CHRISTOFOROS KARAYIANNAS & SONS
2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ
3. ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ
4. MICHELLE MC DONALD

Εφεσιβλήτων

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΩΝ

Ι) ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εμφαίνονται από το φάκελο του Δικαστήριο και συνοπτικά έχουν ως εξής:

Η θέση του Εφεσείοντα είναι ότι οι Εφεσίβλητοι 1, 2, 3 και 4 είναι ένοχοι για το αδίκημα της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλον, κατά παράβαση του ‘Αρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η θέση των Κατηγορουμένων εν ολίγοις είναι ότι, το Άρθρο 303 Α του Ποινικού Κώδικα σκοπό έχει να προστατεύσει μόνο τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη της γης και τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και, εάν ακόμα θεωρηθεί ότι προστατεύονται και άλλα πρόσωπα, όπως οι καταπιστευματοδόχοι, δεν πρέπει να γίνει δεκτή η θέση του Εφεσείοντα ότι έχει καταστεί νόμιμος δικαιούχος από την στιγμή κατάθεσης του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου στο Κτηματολόγιο.

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, την απόφαση του οποίου δια της παρούσας εφεσιβάλλουμε, έκρινε ότι ο Εφεσείοντας δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης και συνεπώς οι Εφεσίβλητοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν απ’ όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.

Στο σημείο αυτό, κρίνεται σχετικό να σημειωθεί ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, αποφάσισε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του δικηγόρου των Κατηγορουμένων, ότι απουσίαζαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συνοπτικά οι θέσεις του δικηγόρου των Κατηγορουμένων ήταν ότι, έχει τερματιστεί μονομερώς η Συμφωνία πώλησης του ακινήτου και ότι ο κύριος και η κυρία ODwyer, παρόλο που κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο την Συμφωνία αγοράς του ακινήτου, δεν κατέστησαν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου, κάτι που δεν συνάδει με την ισχύουσα Νομολογία.

ΙΙ) ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ

ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Αποτελεί θέση των Εφεσείοντων ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε νομική πλάνη και λανθασμένα αποφάσισε ότι δεν αποδείχθηκε το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, ήτοι ότι οι Εφεσείοντες κατέστη ιδιοκτήτες της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας.

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αγνοώντας και/ή μη δίνοντας τη δέουσα βαρύτητα τόσο στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του όσο και στη νομολογία και επιχειρηματολογία που παρέθεσαν οι Εφεσείοντες δια της γραπτής τους αγόρευσης, αποφάσισε λανθασμένα ότι, «Το γεγονός ότι κατέθεσαν το Αγοραπωλητήτιο Έγγραφο (Τεκμήριο 1) στο Κτηματολόγιο δεν σημαίνει ότι αυτόματα και στο διηνεκές έχουν καταστεί οι «ιδιοκτήτες» (όπως οι ίδιοι το εννοούν) της κατοικίας».

Το εύρημα αυτό του Σεβαστού Δικαστηρίου, συγκρούεται με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διέπει το θέμα αυτό και η οποία ορίζει ότι με την εγγραφή του συμβολαίου στα κτηματολογικά αρχεία, ο αγοραστής καθίσταται ιδιοκτήτης της γης κατά το δίκαιο της επιείκειας.

Συγκεκριμένα, στην υπόθεση 1. Αντρίκκος Νίκου Χρίστου 2. Ελένη Αντρίκκου ν. Γιώργου Γεωργίου 1 Α.Α.Δ. (1999), σελ. 940 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά με τη νομική θέση του προσώπων που εγγράφουν πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου στο Κτηματολόγιο:

Εφόσον οι εφεσείοντες απέκτησαν, με την εγγραφή του συμβολαίου στα κτηματολογικά αρχεία, δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης, κατέστησαν οι ιδιοκτήτες της γης, κατά το δίκαιο της επιείκειας, και ο πωλητής εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος (constructive trustee) των δικαιωμάτων τους, τηρουμένων των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων βάσει της σύμβασης. Η αρχή αυτή απεικονίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Snells Equity”, p. 195:-

As soon as specifically enforceable contract for the sale of land is made, the purchaser becomes the owner of the land in equity, and the vendor becomes a constructive trustee of the land for the purchaser, subject in each case to their respective rights and duties under the contract.

Στην Κύπρο, όπως έχουμε εξηγήσει, δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης κτάται μόνο με την εγγραφή της σύμβασης πώλησης βάσει του ΚΕΦ.232. Καθίσταται πρόδηλο ότι οι εφεσείοντες απέκτησαν όχι μόνο κατοχή του διαμερίσματος αλλά και το δικαίωμα ιδιοκτησίας του.

(υπογραμμίσεις δικές μας).

Σχετική επίσης είναι η υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστήριου Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα (1998) 1Β Α.Α.Δ. 881, όπου στην σελίδα 891, αναφέρονται τα ακόλουθα:

Το διαμέρισμα είχε πωληθεί σε τρίτους, οι οποίοι είχαν εγγράψει τη σύμβαση, βάσει του ΚΕΦ. 232, παρεμβάλλοντας κώλυμα στη διάθεση του διαμερίσματος από τον εφεσίβλητο στους εφεσείοντες ή σε οποιαδήποτε άλλο.”

Οι Εφεσείοντες, για σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών τους ότι ήταν οι δικαιούχοι ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, κάλεσαν ως μάρτυρα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου τον κ. Πετεινάρη, λειτουργό του Κτηματολογίου, ο οποίος κρίθηκε από το Δικαστήριο ως ανεξάρτητος με την υπόθεση μάρτυρας και τη μαρτυρία του οποίου το Δικαστήριο αποδέχθηκε στο σύνολο της. Ο κ. Πετεινάρης κατέθεσε ότι οι Εφεσείοντες καταχώρησαν το πωλητήριο έγγραφο της επίδικης οικίας (Τεκμήριο 1) στο Κτηματολόγιο και ανέφερε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι, με την καταχώρηση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο «κατοχυρώνεται ο αγοραστής να μην μπορεί να το πωλήσει ξανά ο πωλητής».

Περαιτέρω, ο κ. Πετεινάρης ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι, για να μπορέσει να γίνει αποδεκτό ένα πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο, το οποίο αφορά πώληση ακινήτου σε δεύτερο αγοραστή, είναι απαραίτητη η συγκατάθεση του πρώτου αγοραστή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι, κάτι τέτοιο δεν έγινε.

Σημαντικό στοιχείο απόδειξης των ως άνω αναφερομένων, είναι επίσης το περιεχόμενο της ιστοσελίδας της ίδιας της Εφεσίβλητης 1 Εταιρείας (Τεκμήριο 10), όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα της καταχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο και τα δικαιώματα που πηγάζουν από αυτήν, και το οποίο παραθέτω κάτωθι αυτολεξί:

10) How long after delivery can I expect to receive my title deeds?

Title Deeds generally take a minimum of two to four years depending on the property purchase. This does not mean that you cannot sell your property at any time before that. From the minute your contract of sale is registered at the land registry department the property is officially yours and you can sell your property the next minute.”

Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ευσεβάστως υποβάλλεται ότι οι Εφεσείοντες απέδειξαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το πωλητήριο έγγραφο αναφορικά με την επίδικη οικία καταχωρήθηκε δεόντως στο Κτηματολόγιο και, συνεπώς, αυτό τους κατέστησε τους νόμιμους ιδιοκτήτες, κατά το δίκαιο της επιείκειας, της εν λόγω οικίας.

Επομένως, λανθασμένα κατά την ταπεινή μας θέση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν απαιτείτο η συγκατάθεση του Εφεσείοντα προτού οι Εφεσίβλητοι να προβούν στην επίδικη συναλλαγή, ήτοι την πώληση της εν θέματι οικίας στην Εφεσίβλητη 4, εφόσον αυτό αντίκειται στην πάγια και καλά θεμελιωμένη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή αναιτιολόγητα και/ή όχι επαρκώς αιτιολογημένα αποφάσισε ότι «η παρούσα διαδικασία δεν είναι η κατάλληλη για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν οι παραπονούμενοι είναι «δυνητικά ιδιοκτήτες» του ακινήτου (σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας) ή όχι» και ότι «η καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης είναι πρόωρη» (σελ. 20).

Ως εξηγείται και ανωτέρω, είναι η θέση μας ότι, το εάν οι Εφεσείοντες είναι ή όχι ο δικαιούχοι ιδιοκτήτες του ακινήτου μπορεί να καθοριστεί με την απόδειξη κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου εις το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, γεγονός που αυτόματα τους καθιστά με βάση τη νομολογία, ιδιοκτήτες του ακινήτου σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας. Η κατάθεση αυτή στην προκειμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί εφόσον η μαρτυρία του Κτηματολογικού Λειτουργού, κ. Πετεινάρη ο οποίος το επιβεβαίωσε δια της μαρτυρίας του, έχει γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο.

Επομένως, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, μη αποδεχόμενο την θέση των Εφεσειόντων ότι έχουν καταστεί δυνητικά ιδιοκτήτες της εν θέματι οικίας, δεν έλαβε υπόψη του σε ικανοποιητικό βαθμό μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του η οποία αποδείκνυε αναμφισβήτητα τη θέση αυτή.

Τέλος, με την εν λόγω απόφαση το Πρωτόδικο Δικαστήριο συγκρούεται με προγενέστερη απόφαση του αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως ζήτημα, όπου αποφάσισε ότι συνυπάρχουν όλα τα στοιχεία του αδικήματος του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ

Είναι περαιτέρω θέση των Εφεσειόντων ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα απεφάνθη ότι η μαρτυρία που είχε ενώπιον του δεν αποδείκνυε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, ήτοι τον σκοπό της καταδολίευσης.

Ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη και/ή εσφαλμένα αξιολόγησε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και δια της οποίας αποδεικνύετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και/ή υπό τις περιστάσεις έπρεπε εύλογα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τη συγκατάθεση του δικαιούχου ιδιοκτήτη της επίδικης κατοικίας.

Περαιτέρω, το Πρωτόδικο Δικαστήριο περιέπεσε σε πλάνη όσον αφορά τον χρόνο του σκοπού καταδολίευσης, κρίνοντας ότι ο σκοπός της καταδολίευσης των κατηγορούμενων έπρεπε να υφίσταται κατά το χρόνο κατάθεσης του Συμβολαίου στο Κτηματολόγιο από τους παραπονούμενους.

Αποτελεί ταπεινή μας πεποίθηση ότι το Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του για το χρόνο που έγινε η εν λόγω «συναλλαγή». Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν έδωσε καθόλου και/ή τη δέουσα βαρύτητα στο Τεκμήριο 8, στην ύπαρξη του οποίου δεν γίνεται καμία αναφορά στην απόφαση του, το οποίο φέρει τον τίτλο “Legal Undertakings to sell and purchase” και αποτελεί σύμβαση μεταξύ της Εφεσίβλητης 1 Εταιρείας και της Εφεσίβλητης 4. Το Τεκμήριο 8 αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σχετικά:

B. Whereas the 1st Party has sold the above stated property to a third pαrty

4. Whereas the 2nd Party hereby undertakes to purchase the aforesaid property from the 1st Party within thirty days, commencing form the date of cancellation and withdrawal of the contract of sale of the third party, which is presently registered at the land registry department in relation to the property as more particularly stated herein.

11. It is agreed between the Parties that in the event that the contract of sale of the Third Party is not removed and or cancelled from the register of the land registry department by the 30th of December 2010 the following options may be exercised by the 2nd Party…”.

Είναι η θέση μας ότι, τα πιο πάνω αποδεικνύουν τόσο την ύπαρξη γνώσης από τους Εφεσίβλητους περί την πώληση του εν λόγω ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο όσο και την υποχρέωση ακύρωσης του σχετικού πωλητηρίου εγγράφου προγενέστερα της πώλησης του εν θέματι ακινήτου εκ νέου σε άλλο πρόσωπο.

Επιπλέον, αδιαμφισβήτητο γεγονός αποτελεί και η ύπαρξη επιστολών προς την Εφεσίβλητη 4 δια τις οποίες οι Εφεσείοντες, τόσο προσωπικά όσο και διά μέσω των δικηγόρων τους, της γνωστοποιούσε ότι αυτοί είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της επίδικης οικίας. Συγκεκριμένα, οι Εφεσείοντες απέστειλαν την ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 19.3.2007 (Τεκμήριο 5) και κατόπιν τούτου την επιστολή ημερομηνίας 17.5.2007 δια μέσω των τότε δικηγόρων τους, Αντώνης Ανδρέου & Σια, (Τεκμήριο 6) η οποία επιδόθηκε προσωπικά στην Κατηγορουμένη 4 στις 19.5.2007, το περιεχόμενο των οποίων είναι αυτόδηλο.

Ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, εξ όσων αναφέρονται πιο πάνω και με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι Εφεσείοντες κατάφεραν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι, οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και/ή εύλογα υπό τις περιστάσεις θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι δεν μπορούσαν να συναλλάτονται με το επίδικο ακίνητο, ήτοι να καταρτίσουν την πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία (Τεκμήριο 8) αναφορικά με το εν θέματι ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση των Εφεσειόντων καθότι είχε καταχωρηθεί δεόντως εις το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1).

Περαιτέρω, ο σκοπός της καταδολίευσης αποδεικνύεται και δια του Τεκμηρίου 14 το οποίο προσκόμισε ο κ. Πιττάτζιης, ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου ως μάρτυρας της υπεράσπισης, και το οποίο έγγραφο αποτελεί επιστολή ημερομηνίας 10/4/06 και αναφέρει στους Εφεσείοντες, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«…Even for any reason in the end of the day it is decided that they had no legal ground to cancel it due to your behavior they do not want you in their property and they hereby notify you that they are not willing to complete the house and deliver it to you.»…

Πέραν του πιο πάνω αποσπάσματος, είναι η θέση μας ότι προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου του Τεκμηρίου 14 ότι, οι Εφεσίβλητοι 1, 2 και 3 δεν είχαν σκοπό να παραδώσουν την επίδικη οικία στους Εφεσείοντες, και ότι παράνομα το πώλησαν και/ή το έδωσαν προς χρήση στην Εφεσίβλητη 4, η οποία και γνώριζε ότι η οικία ανήκε στους Εφεσείοντες.

Ενώ λοιπόν οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και ή όφειλαν υπό τις περιστάσεις να γνωρίζουν ότι, οι Εφεσείοντες είχαν καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο και ότι μόνο το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει το νόμιμο ή όχι του τερματισμού του πωλητηρίου συμβολαίου και συνακόλουθα τη δέσμευση του από αυτό, αυτοί προχώρησαν κατά παράβαση του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα σε συναλλαγή επί του επίδικου ακινήτου, χωρίς τη συγκατάθεση των Εφεσειόντων, οι οποίοι είχαν καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο, ακριβώς για τον σκοπό εξασφάλισης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους επί του ακινήτου και για την αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων όπως αυτών στις οποίες περιέπεσαν. Είναι ξεκάθαρο ότι η Εφεσίβλητη 4 δεν θα μπορούσε να αγοράσει ή να χρησιμοποιήσει το ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση των νόμιμων ιδιοκτητών, οι οποίοι είναι οι Εφεσείοντες.

Περαιτέρω, αναφορικά με τη φύση της μαρτυρίας που είναι ικανή να αποδείξει την ένοχη γνώση (mens rea) ενός Κατηγορουμένου για ένα επίδικο θέμα, σχετική είναι η υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους v Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 22 όπου αποφασίστηκε το εξής:

“Ορθά επισήμανε το Κακουργιοδικείο ότι η ένοχη γνώση είναι κάτι που συνήθως συμπεραίνεται από τα γεγονότα. Οι «κρυφοί» λογαριασμοί, όπως χαρακτηρίστηκαν από το Κακουργιοδικείο, έδειχναν την ένοχη γνώση του εφεσείοντα και των λοιπών συγκατηγορουμένων του”.

Σε άλλο σημείο της ίδιας υπόθεσης το Δικαστήριο τόνισε τα εξής:

“Εξετάσαμε με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση και καταλήγουμε ότι η απόφαση του Κακουργιοδικείου, ότι ο εφεσείων όταν εξέδιδε το σχετικό πιστοποιητικό στο οποίο βασίστηκε η αίτηση Α716/00, το έπραττε γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ψευδές, είναι ορθή. Η παρατήρηση του Κακουργιοδικείου ότι η γνώση δεν είναι κάτι που μπορεί να αποδεικνύεται πάντοτε με άμεση μαρτυρία αλλά εξυπακούεται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης υποστηρίζεται από τη νομολογία και συγγράμματα στα οποία αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο (βλ. Youssef ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 289, 295 και Archbold Criminal Pleadings Evidence and Practice 36η έκδοση, σελ. 364, παραγρ. 10-10).

Συνεχίζοντας το Δικαστήριο ανέφερε:

“Στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211, 219 λέχθηκε ότι «η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης δεν είναι κάτι που συνήθως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης”.

Κατά την ταπεινή μας άποψη το βάρος της μαρτυρίας που έχει προσκομιστει από τους Εφεσείοντες ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι τέτοιο, που αποδεικνύει ότι οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν είχαν την συγκατάθεση των Εφεσειόντων για να συναλλάσσονται για την ακίνητη περιουσία των Εφεσειόντων, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψιν ότι οι Εφεσίβλητοι δεν προσήψαν οποιαδήποτε ικανά στοιχεία ώστε να την αντικρούσουν, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η ένοχη γνώση των Εφεσίβλητων έχει αποδειχθεί. Τα επί μέρους γεγονότα και περιστατικά όπως τα ανέδειξε και απέδειξε η Κατηγορούσα Αρχή με την μαρτυρία της, είναι ικανά, ορώμενα εις την ολότητα τους, να οδηγήσουν κάθε Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν υπό τις περιστάσεις ότι, όταν συναλλάσσονταν με το ακίνητο των Εφεσειόντων, δεν είχαν την συγκατάθεση τους να πράξουν κάτι τέτοιο. Συνεπώς στην παρούσα υπόθεση, εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε όλα αυτά τα γεγονότα ή τις περιστάσεις, βάσει των οποίων οι Εφεσίβλητοι όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν είχαν την συγκατάθεση των Εφεσειόντων για να συναλλάσσονται με την ακίνητη τους περιουσία, σε συσχετισμό με το γεγονός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν προσήψαν οποιαδήποτε μαρτυρία για να αντικρούσουν την απόδειξη των εναντίον τους αυτών ενοχοποιητικών γεγονότων και περιστατικών, τότε το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας τον σκοπό καταδολίευσης των Εφεσίβλητων.

Συνεπώς, είναι η θέση μας την οποία ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και/ή ερμήνευσε λανθασμένα την παράγραφο 3 του Άρθρου 303 Α του Ποινικού Κώδικα, όπου παρατίθεται και/ή επεξηγείται η έννοια του «σκοπού της καταδολίευσης».

ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Είναι περαιτέρω η θέση μας ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένη αξιολόγηση της ένορκης μαρτυρίας του Εφεσείοντα 1.

Συγκεκριμένα, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι ο μάρτυρας «προσήλθε στο εδώλιο μόνο για να πει τη δική του εκδοχή και θέση και όχι για να διαφωτίσει το Δικαστήριο επί όλων των πτυχών και πλευρών της υπόθεσης» (σελ. 19).

Το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε καθόλου και/ή σε ικανοποιητικό βαθμό την αξιοπιστία του Εφεσείοντα 1, δίνοντας λανθασμένα και/ή αναιτιολόγητα υπέρμετρη βαρύτητα στο γεγονός ότι σε κάποιες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας αρνήθηκε να απαντήσει και/ή απάντησε ότι αυτές αφορούσαν νομικό θέμα που θα απαντούσε ο δικηγόρος του στη συνέχεια.

Είναι η θέση μας ότι το Σεβαστό Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αναιτιολόγητα έκρινε ότι ο μάρτυρας δεν είναι αξιόπιστος, εφόσον το συμπέρασμα αυτό δεν συνάδει και/ή είναι αντίθετο με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που έχουν κατατεθεί.

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Κατά την ταπεινή μας πεποίθηση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα την επιλογή των Εφεσιβλήτων να μην καταθέσουν είτε ενόρκως είτε να προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου.

Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τέθηκε ως επίδικο θέμα η ένοχη γνώση των Εφεσίβλητων, γεγονός για το οποίο τέθηκε ισχυρή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου υπό των Εφεσειόντων, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε καθόλου υπόψη την άρνηση των Εφεσίβλητων να προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία.

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε εσφαλμένα την άρνηση των Εφεσίβλητων, χωρίς την παροχή οιασδήποτε αιτιολογίας επ’ αυτού, να καταθέσουν ενόρκως δια να δώσουν κάποια εξήγηση σχετικά με το κατά πόσο γνώριζαν ή όχι ότι δεν είχαν τη συγκατάθεση των παραπονουμένων για να συναλλάσσονται με το επίδικο ακίνητο, ιδιαίτερα αφού τέτοια εξήγηση ενέπιπτε στη δική τους αποκλειστική γνώση.

Το Σεβαστό Δικαστήριο αγνόησε τα όσα αναφέρθηκαν δια της γραπτής αγόρευσης των Εφεσειόντων αναφορικά με το ζήτημα αυτό και δεν έδωσε καθόλου και/ή επαρκή αιτιολογία δια τους λόγους που απέρριψε τη θέση των Εφεσειόντων.

Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει κάθε δικαίωμα να μην δώσει ένορκη μαρτυρία από το εδώλιο του Κατηγορουμένου και απλά να προβεί είτε σε ανώμοτη δήλωση, ή ακόμη και να μην αναφέρει τίποτα στο δικαστήριο, αφήνοντας την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την υπόθεση της, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός Κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας.(βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic (1978) 2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195).

Παρόλα αυτά, προκύπτει από τη νομολογία ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν του στην ετυμηγορία του, το γεγονός της άρνησης του Κατηγορουμένου να δώσει ένορκη μαρτυρία στο δικαστήριο.

Σχετική είναι η υπόθεσηVrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, στην οποία το δικαστήριο κάνοντας μια αναδρομή στην Αγγλική νομολογία επί του θέματος, δήλωσε ότι:

“In the light of all the foregoing we have no hesitation in holding that Appellant 1 was rightly convicted of the premeditated murder of his wife. In this respect it is to be noted that at his trial Appellant 1 chose, as it was his right to do, not to give evidence on oath, but to make an unsworn statement from the dock; he stated, inter alia, that he was innocent and that he had no reason to kill his wife. Without, in the least, departing from, or doubting, the principle that it is not to be expected of an accused person to prove his innocence, but it is up to the prosecution to establish his guilt beyond reasonable doubt, we are of the view that the failure of Appellant 1, as an accused, to give evidence in his own defense is a factor related, in the circumstances of the present case, to the issue of his guilt.”

Επίσης, στην υπόθεση R. v. Corrie and Watson ([1904] 68 J.P. 294), το Δικαστήριο επικυρώνοντας την καταδίκη του Κατηγορουμένου για την κατηγορία του παράνομου στοιχήματος δήλωσε χαρακτηριστικά:

I agree that no inference ought to be drawn in support of a weak case on the ground that the defendants were not called to give evidence; but where transactions are proved which are capable of an innocent explanation, and if the defendants could have given it, and there is prima facie evidence that the person is carrying on an illegal business, I do not think it improper for the jury to draw a conclusion from the fact that the defendants were not called”.

Πρόσθετα, μια κατατοπιστική απόφαση η οποία επεξηγεί ποιά θα πρέπει να είναι εκείνα τα γεγονότα ή χαρακτηριστικά μιας υπόθεσης τα οποία θα οδηγήσουν το δικαστήριο να συνυπολογίσει στο πόρισμα της ενοχής, την άρνηση του Κατηγορουμένου να καταθέσει ενόρκως, είναι η R. v. Burdett [1820] 4 B. and Ald. 95, at p. 120)’ όπου αναφερθήκαν τα εξής:

No person is to be required to explain or contradict until enough has been proved to warrant a reasonable and just conclusion against him, in the absence of explanation or contradiction; but when such proof has been given, and the nature of the case is such as to admit of explanation or contradiction if the conclusion to which the prima facie case tends be true, and the accused offers no explanation or contradiction, can human reason do otherwise than adopt the conclusion to which the proof tends?” .

Περαιτέρω, στην πρόσφατη υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους v Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 22 το δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω το νομικό καθεστώς που διέπει την άρνηση του κατηγορουμένου να δώσει ένορκη κατάθεση και να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες όπου επίδικο θέμα είναι η ένοχη γνώση (mens rea) του κατηγορουμένου:

Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic (1978) 2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση”.

Το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από την μελέτη των πιο πάνω αποφάσεων είναι ότι το Δικαστήριο όταν έχει ενώπιον του κάποια υπόθεση στην οποία η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε τέτοια στοιχεία, τα οποία αποτελούν ικανοποιητική μαρτυρία για την απόδειξη της ενοχής του Κατηγορουμένου, σε συσχετισμό και με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε ένορκη μαρτυρία, ενώ τούτο ήταν επιβεβλημένο βάσει των γεγονότων της υπόθεσης, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να προσανατολιστεί προς την έκδοση απόφασης ενοχής εναντίον του Κατηγορουμένου. Τα γεγονότα που επιβάλλουν την παροχή ένορκης κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να αφορούν ένα επίδικο θέμα για το οποίο ο Κατηγορούμενος μπορεί να δώσει κάποια εξήγηση ή διευκρίνηση, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου ο Κατηγορούμενος έχει άμεση και αποκλειστική γνώση για το συγκεκριμένο θέμα.

Ενόψει των ως άνω αναφερομένων, ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με την επιλογή των Εφεσίβλητων να μην καταθέσουν ενόρκως και να μην προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Είναι η θέση μας ότι, οι Εφεσείοντες κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να αποδείξουν ότι οι Εφεσίβλητοι είναι ένοχοι δια την διάπραξη του αδικήματος της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο.

Ως εκ των όσων αναφέρονται πιο πάνω, οι Εφεσείοντες αιτούνται την ακύρωση της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης ως εσφαλμένης, με έξοδα υπέρ των Εφεσειόντων.

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ & ΜΥΛΩΝΑΣ

Δικηγόροι Εφεσειόντων

Καταχωρήθηκε την / / 2011

Αντίγραφο στάληκε για επίδοση την ίδια μέρα στους κ.κ.:

1. Christoforos Karayiannas & Sons Ltd

φ/δι κον Χριστόφορο Καραγιαννά

Οδός Γρίβα Διγενή αρ.152, Παραλίμνι – τηλ.99637751

2. κον Χριστόφορο Καραγιαννά

Οδός Γρίβα Διγενή αρ.152, Παραλίμνι – τηλ.99637751

3. Κον Μάριο Καραγιαννά

Οδός Οδυσσέα Ελύτη αρ.7

Φρέναρος, Αμμόχωστος – τηλ.99430914

4. Κα Michelle McDonald

Αμμοχώστου αρ.48,

Άγιος ΣέργιοςComplex, Κατοικία αρ.30

Φρέναρος Αμμόχωστος

Translate »